*Η παρακάτω δημοσίευση, έχει αναρτηθεί με την άδεια του μεταφραστή


Ο Κικέρωνας κρίνει τα δύο πρώτα βιβλία του DE FINIBUS

Η μετάφραση στα νέα ελληνικά έγινε από τον Λεωνίδα Α.Αλεξανδρίδη από γαλλικό κείμενο του Jean-Marie Guyau που περιλαμβάνεται στο βιβλίο ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΑ ΚΑΚΑ, ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ Μ. GUYAU ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, ΠΑΡΙΣΙ 1875. Ο Guyau θεωρείται επικούρειος και αντιλαμβανόταν τον Ωφελιμισμό ως την σύγχρονη έκφραση της επικούρειας φιλοσοφίας, ήταν δε θερμός θαυμαστής των έργων του Τζέρεμυ Μπένθαμ και του Τζών Στούαρτ Μίλλ.

Ο Κικέρωνας είναι από τους πιο σφοδρούς ίσως πολέμιους του Επίκουρου και της Επικούρειας φιλοσοφίας. Και είναι ειρωνεία της ιστορίας ότι τα έργα του Κικέρωνα, όπως και του Σενέκα, υπήρξαν βασική πηγή για τη γνωριμία της Δύσης με τον Επίκουρο, αφού από τον τεράστιο όγκο και πλήθος των έργων της επικούρειας φιλοσοφίας, που γράφτηκαν κατά την αρχαιότητα ελάχιστα διασώθηκαν, και εμφανίστηκαν κατά τον 15ο αιώνα, αφού το 10ο βιβλίο του έργου Βίοι και θεωρίες σημαντικών φιλοσόφων του Διογένη Λαέρτιου, δεν μεταφράστηκε στα λατινικά παρά μόνο το 1433 από τον Ambrogio Traversari, και η εκ νέου ανακάλυψη του έργου Για τη φύση των πραγμάτων του Λουκρήτιου από τον Poggio Bracciolini έγινε τo 1417.

Το απόσπασμα

Νομίζω, Βρούτε, ότι η ηδονή, εάν υπερασπιζόταν ή ίδια την υπόθεσή της, και δεν είχε τόσο ισχυρογνώμονες υπερασπιστές, δεν θα μπορούσε να συγκρατηθεί να υποχωρήσει, νικημένη από το τελευταίο μου βιβλίο, σε έναν αντίπαλο που πρέπει να κυριαρχεί πάνω της. Θα κοκκίνιζε χωρίς αμφιβολία να φιλονικήσει περισσότερο με την αρετή, να προτιμήσει αυτό που δεν είναι παρά ευχάριστο από αυτό που είναι έντιμο, και να υποστηρίξει ότι η απόλαυση των ηδονών του σώματος είναι προτιμότερη από την εντιμότητα και την δύναμη της ψυχής. Ας επιστρέψουμε λοιπόν σ’ αυτήν, προστάζοντας την να παραμείνει στα όρια της, από φόβο, με τα κάλλη της και τις ψευδαισθήσεις της, μήπως μας ταράξει σε μια τόσο σημαντική και σοβαρή συζήτηση… Όλες αυτές οι συζητήσεις πάνω στην ηδονή δεν απαιτούν καθόλου μεγάλη λεπτότητα ούτε εμβάθυνση, επειδή αυτοί που υποστηρίζουν την υπόθεσή της δεν είναι ούτε πολύ ικανοί, ούτε πολύ εξασκημένοι στη συζήτηση και αυτοί που τους αντικρούουν δεν χρειάζονται μεγάλη προσπάθεια για να τους νικήσουν. Ο Επίκουρος μάλιστα λέει ότι δεν πρέπει καθόλου να αντιδικούμε για την ηδονή, επειδή υπόκειται στις αισθήσεις να την κρίνουν, και ότι αντί να διασκεδάζουμε να την αποδείξουμε, δεν πρέπει παρά να μας δείξει την ύπαρξη της. Να γιατί η φιλονικία ανάμεσα στον Τορκουάτο και σε μένα ήταν τόσο απλή. Δεν είπε τίποτα που να είναι σκοτεινό, τίποτα που να είναι ενοχλητικό, και νομίζω ότι δεν υπήρξε λιγότερο ξεκάθαρη η απάντησή μου… (De finibus, III, εισαγωγή)

Τα όντα δεν τείνουν αρχικά προς την ηδονή, αλλά στην αυτοσυντήρησή τους2 (2 Βλέπε De finibus I.II, Κεφ. XI )
Οι μεν υποστηρίζουν ότι οι πρώτες κινήσεις της φύσης μας είναι η επιθυμία της ηδο- νής και η αποφυγή του πόνου. Οι άλλοι λένε ότι μας κάνει να επιθυμούμε να είμαστε χωρίς πόνο, και να φοβόμαστε τον πόνο. Και οι άλλοι αρχίζουν με αυτό που ονομάζουν τα πρώτα αγαθά της φύσης… Από αυτές τις τρεις αρχές, πρέπει να υπάρχει μια με την οποία η φύση μας κάνει να επιθυμούμε και να απορρίπτουμε, και δεν μπορεί να υπάρχει γι’ αυτό καμιά άλλη. Είναι λοιπόν αναγκαίο όλα όσα πρέπει να κάνουμε ή να αποφεύγουμε στη ζωή να αντιστοιχούν σε κάποια από τις τρεις αρχές, και έτσι η φρόνηση, που είπαμε ότι είναι η τέχνη της ζωής, να εφαρμόζεται σε κάποια από αυτές τις αρχές, ώστε να την κάνει το θεμέλιο της συνολικής της συμπεριφοράς… Να μας αρκεί να γνωρίζουμε σήμερα ότι πρέπει να εξαιρέσουμε την ηδονή από το υπέρτατο αγαθό, επειδή έχουμε γεννηθεί για κάτι πιο υψηλό, όπως θα δούμε σε λίγο, και εξαιρώντας ομοίως από αυτό την απουσία πόνου, που μπορούμε να κρίνουμε κατά τον ίδιο τρόπο… Με όποιο τρόπο και αν καθορίζουμε το υπέρτατο αγαθό, από τη στιγμή που το διαχωρίζουμε από την εντιμότητα, αφαιρούμε κάθε στήριγμα στο καθήκον, στην αρετή, στη φιλία. Όπως εξετάσαμε όλες τις γνώμες πάνω στο υπέρτατο αγαθό, πρέπει απαραίτητα, αφού απορριφθούν όλες οι άλλες, αυτή των αρχαίων, που την προτείνω, να είναι η αληθινή.
Θα ξεκινήσω λοιπόν από την βασική αρχή τους, όπως έχουν κάνει οι στωικοί. Κάθε ζώο, από τη στιγμή που γεννιέται, τείνει προς την αυτοσυντήρησή του, επειδή η πρώτη επιθυμία που του εμπνέει η φύση είναι να αυτοσυντηρηθεί και να διατηρηθεί στην καλύτερη κατάσταση που, σύμφωνα με τη φύση, μπορεί να υπάρξει. Αυτό το συναίσθημα, ή αυτή η κίνηση, όποιο και αν είναι, δεν είναι στην αρχή γι’ αυτό παρά σκοτεινό και συγκεχυμένο, επειδή δεν γνωρίζει ακόμα ούτε τι είναι, ούτε τι μπορεί, ούτε ποια είναι η δική του φύση. Όταν προχωρήσει περισσότερο και όταν είναι τελικά ικανό να δει αυτό που έχει κάποια σχέση μαζί του, προχωρά τότε να κάνει ανεπαίσθητα νέες προόδους για να γνωρίσει τον ίδιο τον εαυτό του, και να γνωρίσει γιατί του έχει δοθεί η πρώτη επιθυμία για την οποία μιλάμε. Στο βαθμό που καθώς η πρώτη αυτή επιθυμία αναπτύσσεται μέσα του, αρχίζει και να επιθυμεί αυτό που αισθάνεται ότι είναι κατάλληλο με τη φύση του, και να απορρίπτει αυτό που είναι αντίθετο με αυτήν. Έτσι, αυτό που κάθε ζώο επιθυμεί συνίσταται σε αυτό που είναι κατάλληλο με τη φύση του. Το κύριο πράγμα γι’ αυτό, το υπέρτατο αγαθό του πρέπει λοιπόν να είναι να ζει σε κατάσταση της πιο μεγάλης τελειότητας όπου θα μπορούσε να πει σύμφωνα με τη φύση του. Και, κάθε ζώο έχει τη φύση του που είναι δικιά του. Πρέπει απαραίτητα κάθε ζώο να τείνει στην τελειότητα της δικής του φύσης, και τίποτα να μην εμποδίζει ως προς αυτό να μην υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στους ανθρώπους και στα υπόλοιπα ζώα, επειδή η φύση είναι κοινή μεταξύ τους. Αλλά αυτό που πρέπει να κάνει σε αυτά ο σκοπός και το κύριο αντικείμενο της φύσης είναι διακριτό και ξεχωριστό ανάμεσα σε όλα τα διαφορετικά είδη των ζώων, σύμφωνα με αυτό που η ιδιαίτερη φύση του καθενός τους κάνει να επιθυμούν. Έτσι, όταν λέμε ότι το κύριο πράγμα όλων των ζώων είναι να ζουν σύμφωνα με τη φύση, αυτό δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτό σαν να λέγαμε ότι δεν έχουν όλα παρά το ίδιο κύριο πράγμα. Αλλά όπως, όταν λέμε ότι ο κοινός σκοπός όλων των τεχνών είναι να ασκούνται σε κάποια γνώση, αυτό δεν εμποδίζει ώστε κάθε τέχνη να μην έχει μια γνώση που να της είναι ιδιαίτερη: επίσης, όταν λέμε ότι το κοινό και γενικό πράγμα όλων των ζώων είναι να ζουν σύμφωνα με τη φύση, δεν πρέπει να βγάζουμε από αυτό το συμπέρασμα ότι η ίδια φύση, που είναι ως προς αυτό κοινή σε όλα, δεν είναι εξάλλου διαφορετική ανάμεσα σε όλα τα διαφορετικά είδη.
Ο βασικός σκοπός τον οποίον αποδίδουμε έτσι σε όλα τα είδη των ζώων δεν είναι μάλιστα τόσο κλεισμένος μέσα στα ζώα, ώστε να μην είναι γενικός σε όλα αυτά που παράγει η φύση, αυξάνει και διατηρεί, επειδή βλέπουμε ότι όλα τα φυτά κάνουν κατά κάποιο τρόπο από μόνα τους ότι χρειάζονται για να ζήσουν, για να αναπτυχθούν και για να φτάσουν, κάθε ένα στο είδος τους, στην καλύτερη κατάσταση που μπορούν να ζήσουν. Δεν έχω λοιπόν καμία δυσκολία να συμπεριλάβω τα πάντα κάτω από την ίδια πρόταση, και να πω ότι όλη η φύση τείνει προς την αυτοσυντήρησή της. Και ότι αυτό που προτείνει για την ίδια ως τον τελικό της σκοπό, είναι να διατηρηθεί στην κατάσταση που αρμόζει περισσότερο στο είδος της. ‘Ότι έτσι ο σκοπός όλων των πραγμάτων στα οποία έχει δώσει κάποιο είδος ζωής είναι παρόμοιος σε όλα, παρότι δεν είναι ο ίδιος. Και ότι, κατά συνέπεια, το υπέρτατο αγαθό για τον άνθρωπο πρέπει να είναι να ζει σύμφωνα με τη φύση, δηλαδή σύμφωνα με την φύση του ανθρώπου, τέλεια, ολοκληρωμένη, απόλυτη.(De finibus, I. V, κεφ. XII-V. )

www.epicuros.gr - Δεκέμβριος 2014

Eυχαριστούμε τον Λεωνίδα Α.Αλεξανδρίδη για την προσφορά του στην επικούρεια φιλοσοφία.