*Η παρακάτω δημοσίευση, έχει αναρτηθεί με την άδεια του συγγραφέα


CICERO
DE FINIBUS BONORUM ET MALORUM

ΚΙΚΕΡΩΝ

ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΑ ΑΓΑΘΑ
ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΑ ΚΑΚΑ


ΒΙΒΛΙΑ I & II

Μετάφραση
Λεωνίδας Α.Αλεξανδρίδης

ΠΡΟΛΟΓΟΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΒΙΒΛΙΟ Ι - ΒΙΒΛΙΟ ΙΙ


ΒΙΒΛΙΟ II

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Κεφάλαιο 1 Εισαγωγή.

Ο Κικέρων δεν θέλει να θεωρείται ως φιλόσοφος που κάνει μάθημα σε μια σχολή. Προτιμάει να

χρησιμοποιεί τη σωκρατική μέθοδο και να προχωρά με

ερωτήσεις και απαντήσεις.

Κεφάλαιο 2 Τι είναι η ηδονή;

Πριν καθιερώσουμε την ηδονή ως τον υπέρτατο τελικό σκοπό, θα έπρεπε πρώτα να την ορίσουμε. Ο Επίκουρος δεν την ορίζει.

Κεφάλαιο 3 Σύγχυση που καθιερώνεται από τον Επίκουρο μεταξύ

της ηδονής και της απουσίας πόνου.

Τι εννοούμε συνήθως με τη λέξη ηδονή, τι εννοεί ο Ιερώνυμος με την απουσία πόνου. Αντίθεση αυτών των δύο ιδεών, που συγχέει ο Επίκουρος.

Κεφάλαιο 4 Η απουσία πόνου, ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ της ηδονής και του πόνου.

Εάν ο Επίκουρος θέλει να τοποθετήσει το υπέρτατο αγαθό στην απουσία του πόνου, τότε να μην χρησιμοποιεί την λέξη ηδονή.

-Συζήτηση για την ακριβή έννοια της λέξης αυτής.

-Υπάρχει πέραν από την ηδονή και τον πόνο μια ενδιάμεση κατάσταση, όπου δεν δοκιμάζουμε ούτε ηδονή ούτε πόνο.

Κεφάλαιο 5 Η απουσία πόνου, ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ της ηδονής και του πόνου ( συνέχεια).

Ψόγος που απευθύνεται στον Επίκουρο για σκοτεινότητα. Διάκριση μεταξύ δύο ειδών σκοτεινότητας, αυτής που προέρχεται από το θέμα που εξετάζεται και αυτής που εισάγεται από μόνη της κατά την εξέταση.

-Επίκληση στην κοινή αίσθηση για να αποδείξει την ύπαρξη ενδιάμεσης κατάστασης ανάμεσα στην ηδονή και τον πόν

Κεφάλαιο 6 Το να καθιερώσουμε ως τελικό σκοπό συγχρόνως την ηδονή και την απουσία πόνου, είναι παραδοχή δύο υπέρτατων αγαθών.

Ο διάλογος διακόπτεται, και ο Κικέρων ξεκινά συνεχή ομιλία.

-Νέες επικρίσεις εναντίον του Επίκουρου για το θέμα της λογικής του.

-Ο Επίκουρος θα έπρεπε να διακρίνει την ηδονή από την απουσία πόνου, και να κάνει δύο διαφορετικά υπέρτατα αγαθά.

-Παραδείγματα από τον Αριστοτέλη, τον Καλλιφώνα και τον Διόδωρο.

Κεφάλαιο 7 Η θεωρία του Επίκουρου για τις αισθησιακές ηδονές.

Ο Επίκουρος, παρά τη θέλησή του, συχνά ξεχωρίζει στην πράξη την ηδονή από την απουσία πόνου. Η θεωρία του δικαιολογεί τους φιλήδονους. Ερμηνεία και κριτική ενός γνωμικού του Επίκουρου.

Κεφάλαιο 8 Η θεωρία του Επίκουρου για τις αισθησιακές ηδονές. (συνέχεια)

Ο Επίκουρος μπορεί να μέμφεται τους χυδαίους ασώτους.

Δεν μπορεί παρά να επιδοκιμάζει τους εκλεπτυσμένους φιλήδονους. Στοίχοι του Λουκίλιου. Ποιο είναι το γεύμα που στην πραγματικότητα ονομάζουμε καλό γεύμα;



ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΘΥΜΙΩΝ. Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ



Κεφάλαιο 9 Τα τρία είδη επιθυμιών κατά τον Επίκουρο.

Η λογική διαίρεση των επιθυμιών που δίνεται από τον Επίκουρο είναι ανακριβής.

- Επιπλέον η ηθική θεωρία του για τις επιθυμίες είναι λανθασμένη : θέλει απλώς να τις μετριάσει, ενώ θα έπρεπε να τις καταργήσει.

Κεφάλαιο 10 Η απουσία πόνου δεν μπορεί να είναι αντικείμενο επιθυμίας.

Διάφορες αντιφάσεις που ο Κικέρων νομίζει ότι αντιλαμβάνεται στην θεωρία του Επίκουρου.

- Τα παιδιά και τα ζώα, που παίρνει για παράδειγμα ο Επίκουρος, δεν επιδιώκουν την απουσία πόνου ή την ηδονή της ηρεμίας, αλλά την ηδονή της κίνησης.

Κεφάλαιο 11 Τα όντα δεν τείνουν από τη φύση τους προς την ηδονή, αλλά στην αυτοσυντήρηση τους.

1ο Το επιχείρημα που αναφέρεται στο ένστικτο των ζώων είναι χωρίς αξία : διότι η ανθρώπινη λογική είναι πάνω από το ένστικτο των ζώων.

2ο Τα όντα δεν τείνουν από τη φύση τους προς την ηδονή : την συναντούν στη συνέχεια, καθώς επιδιώκουν μόνο την αυτοσυντήρηση της ζωής τους.

Διαφορετικές απόψεις των φιλοσόφων για το υπέρτατο αγαθό.



ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΘΕΩΡΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ. ΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΑΓΑΘΟ.



Κεφάλαιο 12 Μόνο το λογικό μπορεί να κρίνει το υπέρτατο αγαθό.

Η αρχή στην οποία στηρίζεται, σε τελευταία ανάλυση, η θεωρία του Επίκουρου, είναι ότι οι αισθήσεις είναι κριτές του αγαθού και του κακού. Αλλά, εάν ανήκει στις αισθήσεις να κρίνουν για το γλυκό και για το πικρό, για το λείο και για το τραχύ, το καλό και το κακό είναι έξω από την κλίση τους. Εδώ μόνο το λογικό μπορεί να έχει γνώμη, ή, έχει την ιδέα ενός αγαθού ανώτερου από την ηδονή : την ποιότητα της ψυχής.

Κεφάλαιο 13 Το λογικό αποκλείει από το υπέρτατο αγαθό κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να αλλάξει την ιδέα της ποιότητας της ψυχής.

1ο Πρέπει να αποκόψουμε από την φιλοσοφία κάθε γνώμη που αποκόπτει την αρετή από το υπέρτατο αγαθό. Ο άνθρωπος, θνητός θεός, γεννήθηκε για άλλα πράγματα παρά για ζωώδεις ηδονές.

-Κριτική στον Αρίστιππο, τον Ιερώνυμο, τον Καρνεάδη.

2ο Πρέπει επίσης να απορρίψουμε τις θεωρίες που προσθέτουν ποιότητα της ψυχής την ηδονή, που αυτή περιφρονεί, ή την απουσία πόνου, που δεν είναι αγαθό. Κριτική στον Καλλιφώντα και τον Διόδωρο.

3ο Πρέπει τέλος να απορρίψουμε τα συστήματα που, όπως του Πύρρωνα, του Αρίστωνα ή του Ήριλλου, δεν υπολογίζουν καθόλου τις φυσικές μας κλίσεις, και δεν μπορούν να συμπεράνουν από την ιδέα τους για το υπέρτατο αγαθό κανένα πρακτικό κανόνα συμπεριφοράς.

Κεφάλαιο 14 Ορισμός της ποιότητας της ψυχής.

Αφού βάλουμε κατά μέρος όλες οι άλλες θεωρίες, δεν μένει πλέον παρά αυτή του Επίκουρου : η συζήτηση περιλαμβάνει, και ασχολείται με την ηδονή και την αρετή.

-Ορισμός της ποιότητας της ψυχής: Αυτό που είναι αξιέπαινο από μόνο του.

-Τέσσερις αρετές συνεπάγονται από την ποιότητα της ψυχής: φρόνηση, δικαιοσύνη, ανδρεία, εγκράτεια ή αυτοκυριαρχία.

Κεφάλαιο 15 Η ποιότητα της ψυχής σύμφωνα με τον Επίκουρο.

Σύμφωνα με τον Επίκουρο η ποιότητα της ψυχής δεν είναι τίποτα, ή είναι πολύ απλά αυτό που υμνεί το πλήθος, και δεν επιδιώκουμε την ποιότητα της ψυχής παρά μόνο αποβλέποντας στην ευχαρίστηση του εγκωμίου.

-Αντίφαση του Επίκουρου με τον εαυτό του.

Κεφάλαιο 16 Η φρόνηση και η δικαιοσύνη δεν έχουν τελικό σκοπό τους την ηδονή.

Η φρόνηση είναι αγαπητή για αυτή την ίδια, όχι γιατί είναι εργάτρια της ηδονής. Λόγια του Πλάτωνα.

-Η δικαιοσύνη δεν βρίσκεται στην γνώμη των ανθρώπων, αλλά στην πραγματικότητα των πραγμάτων.

-Δεν είναι ο φόβος της τιμωρίας.

-Διάφορα παραδείγματα.

Κεφάλαιο 17 Η δικαιοσύνη δεν έχει τελικό σκοπό της την ηδονή.

( συνέχεια).

Ο επιτήδειος άδικος.

Δεν πρέπει σ’ αυτή τη συζήτηση να ασχολούμαστε παρά με αυτούς που είναι συγχρόνως άδικοι και επιτήδειοι. Αυτοί, κάνοντας άδικες πράξεις, γνωρίζουν να αποφεύγουν τις κυρώσεις.

- Παράδειγμα του Σεξτίλιου Ρούφου, νόμιμα άδικου.

- Αν και ο άδικος δεν θα απέφευγε την τιμωρία, ο Επίκουρος θα μπορούσε να τον διδάξει να την περιφρονεί, όπως περιφρονεί κάθε άλλο πόνο.

Κεφάλαιο 18 Η δικαιοσύνη δεν έχει τελικό σκοπό της την ηδονή.

( συνέχεια).

Η δυνατή και κρυφή αδικία.

Νέα παραδείγματα του Κράσσου, του Πομπέου, του Σέξτου Πεδουκέου.

-Επιχείρημα του Καρνεάδη.

- Πρακτική ασυνέπεια των επικούρειων.

Κεφάλαιο 19 Η εγκράτεια και η ανδρεία δεν έχουν τελικό σκοπό τους την ηδονή.

Υπάρχουν πράγματα που είναι από μόνα τους αισχρά, ακόμα και αν παραμείνουν μυστικά. Υπάρχουν πράξεις ανδρείας που δεν μπορούμε να τις εκπληρώσουμε αποβλέποντας την ηδονή ή την ωφέλεια. Παραδείγματα του Τορκουάτου, του Δέκιου Μους.

Κεφάλαιο 20 Πορτραίτο του φιλήδονου.

Ο Κικέρων απαντά στον Τορκουάτο, που, αφού έκανε το πορτραίτο του τέλειου επικούρειου, ερωτούσε εάν ήταν δυνατό να φανταστούμε μια κατάσταση πιο ευτυχισμένη και πιο επιθυμητή.

-Πορτραίτο του Θόριου Μπάλμπου, ανθρώπου πλούσιου, γεμάτου υγεία, του τύπου του ανθρώπου που είναι ολοκληρωμένος επικούρειος.

-Ο Θόριος Μπάλμπος ήταν λιγότερο ευτυχισμένος, πίνοντας πάνω σε κρεβάτι από τριαντάφυλλα, από τον Ρέγκουλο που πέθανε στην Καρθαγένη για την πατρίδα του.

Κεφάλαιο 21 Η ηδονή και οι αρετές. -Ο Πίνακας του Κλεάνθη.

Πρέπει οι επικούρειοι, ή να καταδικάσουν τις καθαρά ανιδιοτελείς έννοιες, ή να εγκαταλείψουν το σύστημά τους.

-Θα έπρεπε να δοκιμάζουν ντροπή υποστηρίζοντας τον Επίκουρο.

-Η πιστή εικόνα της επικούρειας θεωρίας σχηματίστηκε από τον Κλεάνθη, που έδειχνε στους ακροατές του τη ηδονή καθισμένη σε θρόνο και έχοντας γύρω της τις αρετές για υπηρέτριες.

Κεφάλαιο 22 Η επικούρεια ηθική περιορίζεται στην υποκρισία.

Ο φόβος της τιμωρίας δεν μπορεί να θεμελιώσει την αρετή.

-Ο επικούρειος θα προτιμήσει πάντοτε να φαίνεται άνθρωπος του καλού ενώ δεν είναι, από το να είναι και να μην φαίνεται καθόλου.

-Ο ίδιος ο Τορκουάτος δεν θα τολμούσε να αποκαλύψει σε όλους τις αρχές της ηθικής του, που γίνονται κατ’ ανάγκη οι αρχές των πράξεων του.

Κεφάλαιο 23 Η επικούρεια θεωρία στηρίζεται στην υποκρισία.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθείς την επικούρεια θεωρία, αλλά οι υπερασπιστές της δεν τολμούν να δείξουν παρά μόνο ένα μέρος της.

Κεφάλαιο 24 Κριτική της επικούρειας φιλίας.-Η ωφέλεια και η φιλία.

Δεν μένει πλέον, στην επικούρεια θεωρία, θέση για την φιλία.

-Η πραγματική φιλία προϋποθέτει ότι αγαπάμε τους άλλους γι’ αυτούς τους ίδιους, όχι για τον εαυτό μας.

-Εάν μόνο η ωφέλεια δημιούργησε την φιλία, μια μεγαλύτερη ωφέλεια θα την διαλύσει.

Κεφάλαιο 25 Κριτική της επικούρειας φιλίας ( συνέχεια).

Οι φίλοι του Επίκουρου.

Αν και η θεωρία του Επίκουρου καταργεί την αληθινή φιλία, ο Επίκουρος και οι οπαδοί του δεν σταματούν να την εξυμνούν και να την ασκούν. Αυτή η πρακτική αντίφαση δεν συγχωρεί ούτε δικαιώνει την ηθική τους θεωρία.

Κεφάλαιο 26 Κριτική της επικούρειας φιλίας ( συνέχεια).

Οι τρεις επικούρειες θεωρίες για την φιλία.

1ο Θεωρία του Επίκουρου:- Αγαπάμε τους φίλους μας για τον εαυτό μας.- Αντικρούεται από τα προηγούμενα επιχειρήματα.

2ο Θεωρία των συγχρόνων επικούρειων :- Στο τέλος αγαπάμε τους φίλους μας για αυτούς τους ίδιους.- Είναι μια ασυνέπεια στο σύστημα του Επίκουρου.

3ο Θεωρία άλλων επικούρειων:- Η φιλία γεννιέται από ένα είδος ανεκδήλωτης συμφωνίας με την οποία οι φίλοι δένονται σε μια αμοιβαία ανιδιοτέλεια.- Αυτή η θεωρία, τοποθετώντας πάντα το θεμέλιο της φιλίας στην ωφέλεια, κάνει ώστε, όταν αλλάζει η ωφέλεια, να σταματά η φιλία και να διαλύεται η συμφωνία.


ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ


Κεφάλαιο 27 Για την βεβαιότητα και τη διάρκεια της ευτυχίας, σύμφωνα με τον

Επίκουρο.

Η πραγματική ευτυχία είναι αυτή που εξαρτάται μόνο από μας, ο Επίκουρος τοποθετώντας την ευτυχία στην ηδονή, την κάνει να εξαρτάται από εξωτερικά πράγματα, έτσι της αφαιρεί τον βασικό της χαρακτήρα : την ανεξαρτησία. – Αλλά, θα πει ο Επίκουρος, αυτό που δεν εξαρτάται από τον σοφό, είναι η διάρκεια, ή η διάρκεια δεν έχει σχέση με την ευτυχία : η ίδια η ευτυχία δεν μπορεί να μειωθεί επειδή υπάρχει όριο στη διάρκειά της.-Απάντηση του Κικέρωνα : Η διάρκεια προσθέτει στον πόνο, συνεπώς θα προσθέτει στην ευχαρίστηση. Αυτό που κάνει την υπεροχή της ευδαιμονίας των θεών από αυτή των ανθρώπων, είναι η αιωνιότητά της.

Κεφάλαιο 28 Για την πιθανότητα της ευτυχίας, κατά τον Επίκουρο.

Μέχρι ποιο σημείο η ευτυχία είναι πάντα προσιτή στον σοφό; - Ο υποτιθέμενος φυσικός πλούτος του Επίκουρου.- Εξέταση της θεμελιώδους επικούρειας αρχής : « Δεν αισθανόμαστε λιγότερη ηδονή για τα πιο ευτελή πράγματα από αυτήν για τα πιο πολύτιμα πράγματα.» - ο φόβος του πόνου στην επικούρεια θεωρία. Εάν η επικούρεια ευτυχία συνίσταται « στο συναίσθημα και την ελπίδα της καλής κατάστασης της σάρκας» είναι ευτυχία εύκολη για να καταστραφεί.

Κεφάλαιο 29 Τα φάρμακα εναντίον του πόνου.

«Εάν ο πόνος είναι οξύς, είναι βραχύς» , λέει ο Επίκουρος. Στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι αλήθεια.

-Το μόνο φάρμακο εναντίον του πόνου, φάρμακο που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι επικούρειοι, είναι το μεγαλείο της ψυχής και το ηθικό σθένος.

Κεφάλαιο 30 Μια επιστολή του Επίκουρου όταν πέθαινε.

Ο Επίκουρος, πεθαίνοντας, έγραφε στον Έρμαρχο ότι οι πιο δυνατοί σωματικοί πόνοι που δοκίμαζε αντισταθμίζονταν από τη χαρά που αισθανόταν στην ψυχή του με την ανάμνηση των ανακαλύψεων του.

-Με την αντίθεση αυτή που θέτει ο Επίκουρος μεταξύ της ψυχικής ευχαρίστησης και της σωματικής οδύνης, είναι ασυνεπής με την ίδια του την θεωρία.

Κεφάλαιο 31 Παρέκβαση στην διαθήκη του Επίκουρου.

Εάν μπορούμε να εγκωμιάσουμε την Επιστολή του Επίκουρου προς τον Έρμαρχο, δεν γίνεται το ίδιο με την διαθήκη του. Συζήτηση πάνω σ’ ένα άρθρο της διαθήκης.

Κεφάλαιο 32 Η ευδαιμονία και η ανάμνηση των ηδονών κατά τον Επίκουρο.

Ο Επίκουρος τοποθετεί μεγάλο μέρος της ευδαιμονίας του σοφού στην ανάμνηση των ηδονών του παρελθόντος, στην λησμονιά των πόνων. Αλλά ούτε η ανάμνηση ούτε η λησμονιά εξαρτώνται από μας.

Κεφάλαιο 33 Υπάρχουν ανώτερες ηδονές από τις σωματικές ηδονές οι

οποίες δεν προέρχονται από αυτές.

Κατά τον Επίκουρο, κάθε ηδονή και κάθε πόνος προέρχεται από το σώμα. Κριτική αυτής της θεωρίας.

-Εάν οι ηδονές και οι πόνοι του πνεύματος είχαν την αληθινή τους πηγή στο σώμα, πως είναι δυνατό να είναι μεγαλύτερες από αυτές του σώματος;



ΕΠΙΛΟΓΟΣ



Κεφάλαιο 34 Υπάρχει ανώτερος τελικός σκοπός από την ηδονή, και η ανθρώπινη νόηση οφείλει να τον ακολουθήσει.

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να βρει το αγαθό του σε αυτό που είναι ο τελικός σκοπός του ζώου.

-Οι εσωτερικές δυνάμεις του ανθρώπου τον οδηγούν σε έναν σκοπό πιο ευγενικό.

- Η θεωρία του Επίκουρου δεν απευθύνεται στο πιο ανεπτυγμένο τμήμα του εαυτού μας, στην νόηση, αλλά στο κατώτερο τμήμα μας που είναι κοινό με τα ζώα.

Κεφάλαιο 35 Υπάρχει ανώτερος τελικός σκοπός από την ηδονή, και οι

ανθρώπινες πράξεις πρέπει να τον πραγματοποιήσουν.

Ο Έπαινος που απονέμουμε στους μεγάλους άνδρες και στις μεγάλες πράξεις είναι έμμεση άρνηση της θεωρίας του Επίκουρου.

-Η θεωρία του οφέλους, οδηγώντας την αρετή σε διακίνηση την καταργεί.

-Πρέπει ο Τορκουάτος, αφού κοιτάξει μέσα του, να επιλέξει, μεταξύ της ηδονής και της αρετής, τον τελικό σκοπό που θα θεωρήσει πιο αντάξιο γι’ αυτόν.



Κικέρων

ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΑ ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΑ ΚΑΚΑ

( DE FINIBUS BONORUM ET MALORUM )



ΒΙΒΛΙΟ 2

Κεφάλαιο 1

Εισαγωγή

Τότε, καθώς και οι δύο είχαν στρέψει το βλέμμα τους σε μένα και φαίνονταν έτοιμοι να με ακούσουν : - Μη με κοιτάτε, σας παρακαλώ, τους είπα, σαν φιλόσοφο που θα ήθελε να κάνει μάθημα δημοσίως. Αυτό είναι κάτι που καθόλου δεν εγκρίνω σε κανένα φιλόσοφο. Ο Σωκράτης, που μπορούμε δίκαια να τον ονομάσουμε πατέρα της φιλοσοφίας, έκανε ποτέ κάτι παρόμοιο; Το χρησιμοποιούσαν αυτοί που τους αποκαλούσαν τότε σοφιστές. Ο Γοργίας ο Λεοντίνος ήταν ο πρώτος από αυτούς που τόλμησε να ζητήσει δημόσια να τον ερωτήσουν, δηλαδή, να του υποδείξουν το θέμα που ήθελαν να συζητήσει : τολμηρό εγχείρημα, και θα έλεγα ακόμα και παράτολμο, εάν η χρήση αυτή δεν είχε καθιερωθεί από τότε μέχρι τους φιλοσόφους της εποχής μας.

Γιατί ο Σωκράτης, όπως φαίνεται μέσα από τον Πλάτωνα, κορόιδευε τον Γοργία και όλους τους άλλους σοφιστές, και αντίθετα ερωτώντας αυτούς με τους οποίους συνομιλούσε, συνήθιζε να τους βγάζει τα συναισθήματα τους, για να απαντήσουν αυτό που έκρινε κατάλληλο. Αυτή η συνήθεια, αφού παραμελήθηκε για αρκετό καιρό μετά απ’ αυτόν, την επανέφερε ο Αρκεσίλαος, και ήθελε αυτοί που επιθυμούσαν να μάθουν κάτι από αυτόν, να αρχίσουν να λένε οι ίδιοι τα συναισθήματά τους, αντί να του θέτουν ερωτήσεις. Στη συνέχεια, μιλούσε με την σειρά του, αφήνοντας όμως πάντα σε αυτούς που έρχονταν να τον ακούσουν την ελευθερία να υποστηρίζουν την γνώμη τους ενάντια στη δική του, στο βαθμό που εύρισκαν να του απαντήσουν. Σε όλους τους άλλους φιλοσόφους, αυτός που έκανε κάποια ερώτηση στη συνέχεια σώπαινε και αυτό είναι κάτι που χρησιμοποιείται στην Ακαδημία ακόμη και σήμερα : όταν αυτός που θέλει να διδαχθεί πει, για παράδειγμα «νομίζω ότι η ηδονή είναι το υπέρτατο αγαθό », τότε ο φιλόσοφος υποστηρίζει την αντίθετη άποψη, σε μία συνεχή συζήτηση. Και με αυτό εύκολα βλέπει ότι αυτοί που έχουν πει «αυτό το πράγμα μου φαίνεται έτσι», δεν έχουν την άποψη που διατύπωσαν, αλλά επιθυμούν να ακούσουν να αναπτύσσεται η αντίθετη άποψη.

Νομίζω ότι πράττουμε καλύτερα. Όχι μόνο ο Τορκουάτος εξέφρασε τα συναισθήματά του, αλλά μας είπε επίσης και την αιτία αυτών των συναισθημάτων. Εντούτοις, αν και ένοιωσα εξαιρετική ευχαρίστηση από την συνεχή ομιλία που έκανε, μου φαίνεται ότι, στις αντιπαραθέσεις που επιμένουμε ειδικά σε κάθε θέμα και όπου γνωρίζουμε αυτό που καθένας δέχεται ή απορρίπτει, το συμπέρασμα που εξάγουμε για τα θέματα όπου υπάρχει συμφωνία είναι πολύ πιο εύκολο, και ότι από αυτό κατορθώνουμε να φθάσουμε ασφαλώς στο στόχο. Όταν μια συζήτηση προχωράει σαν χείμαρρος, ακόμα και αν όλες οι σημαντικές ιδέες υπάρχουν σ’ αυτήν, δεν μπορούμε ούτε να σταματήσουμε την ταχύτητά της, ούτε να συγκρατήσουμε σχεδόν τίποτα.

Σε κάθε κανονική και μεθοδική συζήτηση, αυτοί που αντιπαρατίθενται, πρέπει πρώτα, σύμφωνα με το παράδειγμα των νομολόγων που καθορίζουν το αντικείμενο της δίκης, να ορίσουν σαφώς το θέμα.



Κεφάλαιο 2

Τι είναι η ηδονή;

Ο Επίκουρος έχει εγκρίνει πολύ αυτή τη μέθοδο που ο Πλάτων καθιέρωσε στον Φαίδρο του, και πίστευε ότι έπρεπε να την χρησιμοποιεί το ίδιο σε κάθε είδος αντιπαράθεσης αλλά παραμέλησε ένα πράγμα που είναι η απαραίτητη συνέπεια. Δεν θέλει να δίνουμε ορισμό σε τίποτα, χωρίς τον οποίον εντούτοις είναι δύσκολο για τα πρόσωπα που συζητούν μεταξύ τους να συμφωνούν πλήρως για το αντικείμενο της συζήτησής τους, όπως συμβαίνει με μας τώρα. Γιατί αυτό που αναζητούμε, είναι το υπέρτατο αγαθό. Και μπορούμε ποτέ να συμφωνήσουμε μεταξύ μας για το τι είναι αυτό, αν προηγουμένως δεν εξετάσουμε τι εννοούμε με το υπέρτατο αγαθό; Ή, αυτό το είδος της έρευνας και της αποσαφήνισης των αδήλων, με την οποίαν αποδεικνύουμε αυτό που είναι η ουσία κάθε πράγματος, και αυτό είναι που ονομάζουμε ορισμό. Και συ ο ίδιος έδωσες κάποιους ορισμούς χωρίς να το σκεφθείς. Είπες, για παράδειγμα, γι’ αυτόν τον τελικό σκοπό που προτείνουμε σε όλες μας τις ενέργειες και στον οποίο ανάγονται όλα αυτά που πράττουμε, και που ο ίδιος δεν ανάγεται σε τίποτα άλλο, όποιο και αν είναι αυτό. Δεν μπορούμε τίποτα καλύτερο. Δεν αμφιβάλλω καθόλου ακόμα και αν, εάν ήταν αναγκαίο, δεν είχες ορίσει το αγαθό, και δεν είχες πει ότι το αγαθό είναι αυτό που η φύση μας κάνει να επιθυμούμε, ή αυτό που είναι πλεονεκτικό και χρήσιμο για μας, ή τελικά αυτό που μας ευχαριστεί περισσότερο. Και επειδή δεν απεχθάνεσαι τους ορισμούς, θα επιθυμούσα, αν το θεωρείς σωστό, να μου όριζες επίσης τι είναι η ηδονή για την οποία μιλάμε σήμερα.

- Όπως εάν υπήρχε κάποιος, μου απάντησε, που δεν γνώριζε τι είναι η ηδονή, ή που, για να την διδαχθεί καλύτερα, χρειαζόταν έναν ορισμό !

-Θα έλεγα ότι εγώ δεν την γνωρίζω καθόλου, του απάντησα τότε, εάν δεν νόμιζα ότι έχει εντυπωθεί καλά στο μυαλό μου τι είναι αυτή. Αλλά σου λέω ότι ο ίδιος ο Επίκουρος δεν γνωρίζει τίποτα γι’ αυτήν, και ταλαντεύεται γι’ αυτό το ζήτημα. Και αυτός, που επαναλαμβάνει συχνά ότι πρέπει να φροντίζουμε να εκφράζουμε τις έννοιες των όρων, συχνά δεν εννοεί την έννοια της λέξης ηδονή.



Κεφάλαιο 3

Σύγχυση που καθιερώνεται από τον Επίκουρο μεταξύ της ηδονής και της απουσίας πόνου.

-Αυτό θα ήταν αστείο, απάντησε χαμογελώντας, ένας άνθρωπος που λέει ότι η ηδονή είναι ο τελικός σκοπός όπου ανάγονται όλες οι επιθυμίες, και το μέγιστο από όλα τα αγαθά, να μην γνώριζε τι είναι η ηδονή.

- Αλλά ή αυτός, απάντησα, ή όλοι οι άλλοι την αγνοούν.

- Πως το αντιλαμβάνεσαι; είπε.

- Όλος ο κόσμος, απάντησα, ισχυρίζεται ότι η ηδονή είναι αυτή που διεγείρει ευχάριστα τις αισθήσεις και τις γεμίζει με εξαίσια συναισθήματα.

-Και φαντάζεσαι, μου απάντησε, ότι ο Επίκουρος αγνοεί αυτό το είδος της ηδονής;

-Όχι, του είπα, δεν την αγνοεί πάντα, και μάλιστα κάποτε τη γνωρίζει πολύ καλά, επειδή λέει ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει, ούτε ότι θα μπορούσε να υπάρξει, άλλο αγαθό από αυτό που προσφέρουν το φαγητό και το ποτό, ή η ευχαρίστηση της ακοής, ή αυτή των σαρκικών ηδονών. Αυτά δεν είναι τα ίδια του τα λόγια;

- Πιστεύεις ότι θα ντρεπόμουνα, απάντησε, και ότι δεν θα μπορούσα να σου αποδείξω με ποια έννοια το λέει;

- Δεν αμφιβάλλω καθόλου, απάντησα, ότι δεν θα μπορούσες να το κάνεις εύκολα, και δεν επιμένω να πιστεύω ότι θα ντρεπόσουνα να έχεις την ίδια άποψη με έναν άνθρωπο, που είναι ο μόνος, που ξέρω, που τολμούσε να ονομάζει τον ίδιο του τον εαυτό σοφό. Επειδή, για το Μητρόδωρο, πιστεύουμε ότι δεν πήρε μόνος του το όνομα, αλλά μόνο ότι δεν το αρνήθηκε, όταν το δέχθηκε από τον Επίκουρο. Και σε ότι αφορά τους επτά που ονομάζονται σοφοί, έλαβαν το όνομα όχι με δική τους ψηφοφορία, αλλά με αυτή του λαού.

Αυτό που υποστηρίζω, είναι ότι, στο σημείο που ανέφερα πριν, ο Επίκουρος αντιλαμβανόταν την λέξη ηδονή όπως την αντιλαμβάνονται όλοι, διότι όλοι σκέπτονται ότι η ευχαρίστηση στη γλώσσα μας, που οι Έλληνες ονομάζουν «ηδονή», εκφράζει ευχάριστη κίνηση που δίνει χαρά στις αισθήσεις.»

- Τι ζητάς λοιπόν περισσότερο; απάντησε.

- Θα σου πω, απάντησα, και περισσότερο για να διδαχθώ παρά για να σε διορθώσω, ή να διορθώσω τον Επίκουρο.

- Και εγώ, απάντησε, θα είμαι πιο ευχαριστημένος να διδαχθώ παρά να διορθώσω.

-Γνωρίζεις πολύ καλά, συνέχισα, ποιό είναι το υπέρτατο αγαθό στο οποίο πρέπει όλα να ανάγονται, σύμφωνα με τον Ιερώνυμο τον Ρόδιο;

-Ναι, απάντησε, είναι, σύμφωνα με αυτόν, η απουσία του πόνου.

- Αλλά τι λέει για την ηδονή;

-Υποστηρίζει ότι δεν είναι καθόλου επιθυμητή για αυτή την ίδια.

-Πιστεύει λοιπόν, συνέχισα, ότι είναι διαφορετικό πράγμα να έχεις ηδονή και τελείως διαφορετικό πράγμα να μην έχεις καθόλου πόνο.

-Σ’ αυτό κάνει μεγάλο λάθος, απάντησε : διότι, σύμφωνα με αυτά που έχω ήδη αποδείξει, το τελευταίο στάδιο της ηδονής είναι η παύση κάθε πόνου.

-Θα δούμε στη συνέχεια, του λέω, τι πρέπει να εννοούμε με την απουσία πόνου. Όμως, αν δεν είσαι ιδιαίτερα ισχυρογνώμων, οφείλεις απαραίτητα να συμφωνήσεις, ότι το να έχεις ηδονή και το να μην έχεις καθόλου πόνο, είναι δύο πράγματα εντελώς διαφορετικά.

-Σ’ αυτό λοιπόν θα είμαι ισχυρογνώμων, απάντησε, επειδή υποστηρίζω ότι είναι το ίδιο πράγμα.

-Πες μου σε παρακαλώ, του λέω, ένας άνθρωπος όταν διψάει ευχαριστιέται όταν πιεί ;

- Ποιος αμφιβάλλει γι’ αυτό;

- Έχει την ίδια ευχαρίστηση όταν ικανοποιήσει τη δίψα;

-Όχι, είναι άλλο είδος ευχαρίστησης : διότι, όταν έχει ξεδιψάσει βρίσκεται σε ηδονή κατάστασης, και όταν ξεδιψάει βρίσκεται σε κινητική ηδονή.

-Γιατί λοιπόν αποκαλείτε με το ίδιο όνομα πράγματα τόσο διαφορετικά;

- Λοιπόν έχεις ήδη ξεχάσει αυτό που έχω πει, ότι αμέσως μόλις δεν έχουμε πόνο, η ηδονή μπορεί να ποικίλλει, αλλά δεν μπορεί να αυξηθεί;

- Το θυμάμαι, έχεις δώσει εξηγήσεις με όρους πολύ καθαρούς, αλλά διφορούμενους. Διότι η λέξη ποικιλία λέγεται, στην κυριολεξία, για περισσότερα χρώματα, και μεταφορικά σε πολλές άλλες διαφορετικές ιδέες. Την λέμε για ένα ποίημα ή μια συζήτηση, την χρησιμοποιούμε για τα ήθη και την τύχη, και την χρησιμοποιούμε επίσης για την ηδονή, όταν την δεχόμαστε από περισσότερα διαφορετικά πράγματα που προξενούν ηδονές διαφορετικού είδους. Εάν μου έλεγες ότι γι’ αυτή τη ποικιλία θα μου μιλούσες, θα σε εννοούσα, και ακόμα θα σε εννοήσω χωρίς να μου το πεις. Αλλά δεν μπορώ να κατανοήσω τι εννοείς με την ποικιλία όταν λες ότι, όταν είμαστε χωρίς πόνο, είμαστε σε ακραία ηδονή, και ότι, όταν για παράδειγμα τρώμε κάτι που μας αρέσει, τότε η ηδονή είναι κινητική πράγμα που κάνει μια ποικιλία ηδονής, αλλά που δεν αυξάνει καθόλου την ηδονή να μην υποφέρουμε, στην οποία δεν ξέρω για ποιό λόγο δίνετε το όνομα ηδονή.



Κεφάλαιο 4

Η απουσία πόνου, ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ της ηδονής και του πόνου.

- Ε! απάντησε, τι πιο γλυκό από το να μην έχουμε καθόλου πόνο;

- Το επιθυμώ πολύ, του είπα: επειδή δεν είναι καθόλου αυτό το σημείο του θέματος, αλλά αυτό κάνει ώστε η ηδονή να είναι το ίδιο πράγμα με την απουσία πόνου;

- Το ίδιο πράγμα, χωρίς αμφιβολία, και η απουσία πόνου είναι τόσο μεγάλη ηδονή που δεν μπορεί να υπάρξει πιο μεγάλη και πιο τέλεια.

- Γιατί λοιπόν, θέτοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το υπέρτατο αγαθό στην παντελή απουσία πόνου, δεν προσηλώνεστε να υποστηρίζετε αποκλειστικά μόνο αυτό! Και είναι αναγκαίο να φέρετε την ηδονή στο μέσο των αρετών, σαν μια εταίρα σε συγκέντρωση τιμίων γυναικών;

Αλλά θα πεις ότι δεν υπάρχει τίποτα το απαίσιο στην ηδονή εκτός από το όνομα, και ότι δεν εννοούμε καθόλου για ποια ηδονή μιλάει ο Επίκουρος. Κάθε φορά που μου λένε κάτι τέτοιο ( και μου το λένε συχνά), παραδέχομαι ότι, όσο μετριοπαθής και να είμαι σε μια φιλονικία, δεν αφήνω να με καταλάβει μια ελαφριά κίνηση θυμού. Τι! Δεν αντιλαμβάνομαι τι σημαίνει η λέξη ηδονή στα ελληνικά, και τι η λέξη voluptas στη γλώσσα μας! Ποιά λοιπόν από τις δύο γλώσσες δεν καταλαβαίνω; Και μετά, πως γίνεται να μην την γνωρίζω καθόλου, και όλοι αυτοί που θέλησαν να γίνουν επικούρειοι την αντιλήφθηκαν αμέσως μάλιστα, επειδή οι σοφοί σας αποδεικνύουν περίφημα, ότι, για να γίνει κανείς φιλόσοφος, δεν χρειάζεται να γίνει σοφός; Επίσης, όπως οι πρόγονοι μας τράβηξαν τον Κινκιννάτο από το άρμα για να τον κάνουν δικτάτορα, με τον ίδιο τρόπο, εσείς, μαζεύετε από την πόλη γενναίους ανθρώπους χωρίς αμφιβολία, άλλα που δεν ξέρουν τίποτα. Αυτοί εκεί οι άνθρωποι θα καταλάβουν τι λέει ο Επίκουρος : και εγώ δεν θα καταλάβω; Για να σου αποδείξω ότι τον καταλαβαίνω, σου επαναλαμβάνω για άλλη μια φορά ότι η voluptas, στη γλώσσα μας, είναι το ίδιο πράγμα με αυτό που ο Επίκουρος λέει ηδονή. Πολλές φορές δυσκολευόμαστε να βρούμε στη γλώσσα μας μια λέξη που να αποδίδει ακριβώς μια ελληνική λέξη. Εδώ, καμία αβεβαιότητα. Δεν υπάρχει κανένας όρος στα λατινικά που να ταιριάζει καλύτερα στον ελληνικό όρο από αυτόν της voluptas.

Όλοι αυτοί που μιλούν λατινικά συνηθίζουν να αντιλαμβάνονται δυο πράγματα με αυτή τη λέξη : μεγάλη χαρά στο πνεύμα, ευχάριστη αίσθηση στο σώμα. Έτσι, στον Τραμπέα, αυτός ο νέος ονομάζει με τη λέξη χαρά μια ακραία πνευματική ηδονή. Το ίδιο ο άλλος στον Κεκίλιο , που αναφωνεί ότι χαίρεται όλες τις χαρές. Εντούτοις υπάρχει αυτή η διαφορά, ότι η ηδονή χρησιμοποιείται επίσης σε σχέση με το πνεύμα, πράγμα ανώμαλο σύμφωνα με τους στωικούς, που ξεκινώντας από αυτή την ηδονή, την ορίζουν ως ένα αναίτιο πλημμύρισμα της ψυχής, που πιστεύει ότι απολαμβάνει μεγάλο καλό: αλλά, αυτό που εκφράζεται με τις λέξεις χαρά και ευθυμία, δεν λέγεται κυριολεκτικά καθόλου για το σώμα, ενώ, κατά γενική ομολογία αυτών που έχουν σωστή άποψη, ηδονή ονομάζεται η ευχαρίστηση που διεγείρεται από ευχάριστα συναισθήματα. Αν θέλεις μπορείς να μεταφέρεις αυτή την ηδονή στο πνεύμα, διότι το ευχάριστο προέρχεται από το αρέσω, που χρησιμοποιείται και για τα δύο, αρκεί να συμφωνήσεις ότι μεταξύ αυτού που λέει:

είμαι τόσο πλημμυρισμένος από χαρά,

που δεν ξέρω πια που βρίσκομαι,

και αυτού που λέει:

δεν ξέρω ποια φωτιά με καταπίνει,

από αυτούς ο ένας δεν αισθάνεται χαρά και ο άλλος ξεσκίζεται από τον πόνο, υπάρχει και τρίτο πρόσωπο που λέει :

Αν και η γνώση μας είναι τελείως νέα μεταξύ μας,

και αυτό το πρόσωπο δεν έχει ούτε χαρά ούτε λύπη. Θα παραδεχθείς επίσης, ότι μεταξύ αυτού που απολαμβάνει τις αισθησιακές ηδονές που επιθυμεί, και αυτού που υποφέρει τρομερούς πόνους, υπάρχει και ο άλλος που δεν βρίσκεται ούτε στη μια κατάσταση ούτε στην άλλη.



Κεφάλαιο 5

Η απουσία πόνου, ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ της ηδονής και του πόνου ( συνέχεια).

Νομίζεις τώρα ότι γνωρίζω αρκετά την δύναμη των λέξεων, και ότι έχω ανάγκη να μάθω ξανά να μιλώ ελληνικά ή λατινικά; Όμως, καθώς νομίζω ότι γνωρίζω αρκετά καλά τα ελληνικά, λάβε υπόψη σου, ότι εάν δεν καταλάβαινα αυτό που ήθελε να πει ο Επίκουρος, δεν θα ήταν λάθος του, επειδή θέλει να εκφράζεται με τρόπο ακατανόητο. Αυτό συμβαίνει σε δύο περιπτώσεις, χωρίς να βρούμε να πούμε : η μία, όταν εκφραζόμαστε ρητά με τρόπο σκοτεινό, όπως λένε ότι έκανε ο Ηράκλειτος, που τον αποκαλούν σκοτεινό ή ερεβώδη διότι είχε μιλήσει πολύ σκοτεινά για θέματα της φύσης. Η άλλη, όταν η σκοτεινότητα ενός θέματος, και όχι μόνο αυτή των λόγων, κάνει να μην είναι πάντοτε κατανοητό, όπως στον Τίμαιο του Πλάτωνα. Για τον Επίκουρο, νομίζω ότι αυτός έχει μιλήσει όσο πιο ακατανόητα μπορούσε, και ότι δεν έχει μιλήσει ούτε για κάποιο σκοτεινό θέμα, όπως οι φυσικοί φιλόσοφοι, ούτε για κάποιο θέμα ευφυΐας, όπως οι μαθηματικοί, αλλά για θέμα εύκολο, σαφές και γνωστό σε όλους. Εντούτοις αντιλαμβάνομαι καλά ότι στο βάθος δεν αρνείσαι ότι αντιλαμβάνομαι τι σημαίνει ηδονή, αλλά μόνο αυτό που ο Επίκουρος εννοούσε με τη λέξη αυτή. Δεν είμαι εγώ λοιπόν, που δεν γνωρίζω την έννοια της λέξης. Είναι αυτός που θέλησε να μιλήσει με τον τρόπο του, και που ελάχιστα τον ενδιέφερε η χρήση.

Εάν ήθελε να πει τα ίδια πράγματα με τον Ιερώνυμο, που υποστηρίζει ότι το υπέρτατο αγαθό είναι να ζούμε χωρίς πόνο, γιατί το τοποθέτησε στην ηδονή, και όχι στην απουσία του πόνου, όπως αυτός ο φιλόσοφος, που στο κάτω- κάτω εννοεί αυτό που λέει; Εάν πιστεύει ότι θα έπρεπε να συνδέσει σ’ αυτό και αυτή την ηδονή που την ονομάζει κινητική ηδονή ( γιατί αυτό το όνομα δίνει σε ένα ευχάριστο συναίσθημα, και ονομάζει καταστηματική ηδονή την απουσία πόνου), ποιος είναι ο σκοπός του, επειδή είναι αδύνατο ένας άνθρωπος που γνωρίζει τον εαυτό του, δηλαδή που αισθάνεται τα ίδια του τα συναισθήματα, να αντιλαμβάνεται την απουσία πόνου και την ηδονή ως ένα και το αυτό πράγμα; Ο σκοπός του είναι να βιάσει τις αισθήσεις μας , Τορκουάτε, παρά να θέλει να αποσπάσει από το νου μας την έννοια που είναι συνδεδεμένη με όρους καθιερωμένους από τη χρήση. Και ποιος δεν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχουν τρεις καταστάσεις στη φύση μας; Η μία, όταν βρισκόμαστε σε ηδονή, η άλλη, όταν βρισκόμαστε στον πόνο, και αυτή στην οποία βρισκόμαστε τώρα : γιατί νομίζω ότι και οι δυο σας δεν βρίσκεστε ούτε στον πόνο, όπως αυτοί που υποφέρουν, ούτε στην ηδονή, όπως αυτοί που βρίσκονται σε ένα ωραίο τραπέζι : και ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο καταστάσεις υπάρχει αμέτρητος αριθμός ανθρώπων που δεν βρίσκονται ούτε στη μία ούτε στην άλλη κατάσταση.

- Καθόλου, απάντησε αυτός, και υποστηρίζω ότι κάθε άνθρωπος που δεν βρίσκεται με πόνο βρίσκεται σε ηδονή, και μάλιστα σε ακραία ηδονή.

- Έτσι, απάντησα, αυτός που, δεν διψάει καθόλου, δίνει να πιεί κάποιος άλλος, και αυτός που διψάει πολύ και πίνει, έχουν και οι δυο την ίδια ηδονή!



Κεφάλαιο 6

Το να καθιερώσουμε τελικό σκοπό συγχρόνως την ηδονή και την απουσία πόνου, είναι παραδοχή δύο υπέρτατων αγαθών.

- Ας αφήσουμε εδώ τις ερωτήσεις, λέει ο Τορκουάτος, καθώς θα ήθελα από την αρχή να τις αφήσουμε, προβλέποντας σωστά ότι υπάρχει παγίδα στην διαλεκτική σου.

- Θέλεις λοιπόν, απάντησα, να μιλήσω περισσότερο ως ρήτορας παρά ως διαλεκτικός;

- Όπως εάν μια συνεχής ομιλία, μου λέει, δεν θα ταίριαζε τόσο καλά στους φιλοσόφους όσο στους ρήτορες!

- Ο Ζήνων ο στωικός, απάντησα, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, χώριζε σε δύο μέρη ότι αφορά την ομιλία : την ρητορική, που την παρομοίαζε με ανοικτό χέρι, διότι οι ρήτορες δίνουν μεγαλύτερη ανάπτυξη στις σκέψεις τους, και τη διαλεκτική, που την παρομοιάζει με κλειστό χέρι, επειδή οι διαλεκτικοί είναι πιο πυκνοί σ’ αυτά που λένε. Θα σε υπακούσω λοιπόν, και θα μιλήσω, αν μπορέσω, ως ρήτορας που πραγματεύεται φιλοσοφικό θέμα, και όχι ως ρήτορας στα κάγκελα, όπου καθόλου δεν του επιτρέπεται να εμβαθύνει σε οτιδήποτε, επειδή μιλάμε για να μας ακούνε όλοι. Αλλά, Τορκουάτε, αφού ο Επίκουρος περιφρονεί την διαλεκτική, που μόνο αυτή διδάσκει να γνωρίσουμε καλά την θέση ενός θέματος, να κρίνουμε σωστά με αυτήν και να συζητήσουμε σωστά με αυτήν, και όταν δεν θέλει να κάνουμε καμία διάκριση στα πράγματα που διδάσκει, νομίζω ότι δεν μπορεί ποτέ να στηριχθεί : Η ίδια μας η συζήτησή μας προσφέρει την απόδειξη. Ο Επίκουρος λέει, και σεις λέτε, όπως αυτός, ότι η ηδονή είναι το υπέρτατο αγαθό. Πρέπει, λοιπόν, να ορίσουμε τι είναι η ηδονή, διαφορετικά δεν θα κατορθώσουμε να φθάσουμε στο αντικείμενο αυτής της έρευνας. Και εάν το είχε εξηγήσει σωστά, δεν θα δίσταζε όπως το κάνει. Δηλαδή, ή θα υποστήριζε, σύμφωνα με το παράδειγμα του Αρίστιππου, την ηδονή που χαϊδεύει τις αισθήσεις, και που ακόμα και τα ζώα θα την ονόμαζαν ηδονή, εάν μπορούσαν να μιλήσουν, ή, εάν προτιμούσε να χρησιμοποιήσει την δική του γλώσσα παρά να στέκεται στην κοινή γλώσσα:

Στα σύνορα της Αττικής, στα τείχη των Μυκηνών,

και σε όλους του Έλληνες που αναφέρονται σε αυτό το κείμενο, δεν θα ονόμαζε ηδονή παρά την απουσία πόνου και θα περιφρονούσε την ηδονή του Αρίστιππου. Ή, τελικά, θα ενέκρινε και την μια και την άλλη, όπως πράγματι τις εγκρίνει, θα συνέδεε την απουσία πόνου με την ηδονή, και θα θεωρούσε και την μια και την άλλη ως δύο υπέρτατα αγαθά.

Πολλοί φιλόσοφοι, πράγματι, και φιλόσοφοι πρώτης γραμμής, αναγνώριζαν συγχρόνως δύο υπέρτατα αγαθά. Ο Αριστοτέλης, για παράδειγμα, συνέδεσε την ευημερία μιας ολοκληρωμένης ζωής με την άσκηση της αρετής, Ο Καλλιφών στην ποιότητας της ψυχής μιας ευτυχισμένης ζωής συνέδεσε την ηδονή, ο Διόδωρος στην ποιότητα της ψυχής μιας ευτυχισμένης ζωής συνέδεσε την απουσία πόνου : και αν και ο Επίκουρος είχε συμφωνήσει με τον Ιερώνυμο παρά με τον Αρίστιππο, δεν θα έπρεπε να παραλείψει να τις συνδέσει μεταξύ τους. Γι’ αυτούς, καθώς οι απόψεις τους είναι διαφορετικές, καθιέρωσαν δυο διαφορετικά υπέρτατα αγαθά, και καθώς και οι δύο μιλούν πολύ καλά ελληνικά, ο Αρίστιππος, που τοποθετεί το υπέρτατο αγαθό στην ηδονή, δεν λέει ποτέ ότι η απουσία πόνου είναι ηδονή, και ο Ιερώνυμος, που το τοποθετεί στην απόλυτη απουσία πόνου, αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει αδιακρίτως τη λέξη ηδονή για αυτήν της αταραξίας, δεν τοποθετεί μάλιστα την ηδονή στο πλήθος των πραγμάτων που είναι επιθυμητά.



Κεφάλαιο 7

Η θεωρία του Επίκουρου για τις αισθησιακές ηδονές.

Μην νομίζεις, πράγματι, ότι η διαφορά εδώ είναι μόνο στους όρους, διότι είναι δυο πράγματα να είσαι χωρίς πόνο και να είσαι σε ηδονή. Σύμφωνα με σας, όχι μόνο αντιλαμβάνεστε με τον ίδιο όρο δύο πράγματα τελείως διαφορετικά, πράγμα που θα μπορούσε να είναι υποφερτό, αλλά καταβάλετε προσπάθεια να κάνετε ένα μόνο πράγμα από δυο, κάτι που είναι εντελώς αδύνατο. Καθώς ο Επίκουρος αποδέχεται και τις δύο, θα όφειλε να προτείνει και τις δύο ξεχωριστά, αλλά ποτέ δεν τις ξεχωρίζει με διαφορετικούς όρους : στην πραγματικότητα, μιλώντας γι’ αυτό που όλοι ονομάζουν ηδονή, και που την εξυμνεί σε πολλά σημεία, δεν διστάζει καθόλου να πει ότι δεν υπάρχει η παραμικρή υποψία κανενός αγαθού που θα ήταν διαφορετικό από την ηδονή για την οποία μιλά ο Αρίστιππος. Και αυτό, το λέει στο σημείο που μιλά αποκλειστικά για το υπέρτατο αγαθό. Σε ένα άλλο βιβλίο, όπου διαβεβαιώνουν ότι έχει συγκεντρώσει σύντομα γνωμικά εύχρηστους χρησμούς σοφίας, γράφει τα ίδια του τα λόγια που σίγουρα γνωρίζεις Τορκουάτε. Γιατί ποιος είναι αυτός από σας που δεν έχει αποστηθίσει τις Κύριες Δόξες του Επίκουρου, αυτές τις σοβαρές προτάσεις όπου περιέλαβε, με λίγες λέξεις, αυτό που φέρνει την ευτυχία; Είναι πιστή η μετάφρασή μου; Άκουσε με :

«Εάν αυτά που φέρνουν την ηδονή, λέει, λύτρωναν από το φόβο των θεών και από αυτόν του θανάτου και του πόνο, και αν μας δίδασκαν να θέτουμε όρια στις επιθυμίες μας, δεν είχα κανένα λόγο να μέμφομαι τους ασώτους, που, περιτριγυρισμένοι από ηδονές, θα ήσαν χωρίς πόνο και χωρίς λύπη, δηλαδή χωρίς κανένα κακό.»

Εδώ ο Τριάριος δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί, αλλά, γυρνώντας προς τον Τορκουάτο : - Είναι αυτό στον Επίκουρο; του είπε. – Και μου φάνηκε ότι μιλούσε έτσι, όχι επειδή δεν το γνώριζε καλά, αλλά για να αναγκάσει τον Τορκουάτο να το παραδεχθεί. Αλλά αυτός χωρίς να ενοχληθεί και με αυτοπεποίθηση : - Ναι, είπε, αυτά είναι τα ίδια τα λόγια του Επίκουρου. Αλλά δεν αντιλαμβάνεσθε την σκέψη του.- Εάν λέει κάτι, απάντησα τότε, και σκέφτεται κάτι άλλο, είναι η αιτία που δεν ξέρω τι σκέφτεται. Αλλά αυτός δεν είναι ο λόγος που δεν αντιλαμβάνομαι τι λέει. Και εφ’ όσον ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να μεμφόμαστε τους ασώτους, αρκεί να είναι μυαλωμένοι, παραλογίζεται, όπως αν έλεγε ότι δεν πρέπει να μεμφόμαστε τους πατροκτόνους, αρκεί να μην παρασύρονται από τις επιθυμίες τους, και να μην φοβούνται ούτε τους θεούς, ούτε τον θάνατο, ούτε τον πόνο. Αλλά γιατί αυτή η ευεργεσία προς όφελος των ασώτων, και γιατί να υποθέσουμε ότι άνθρωποι που, ζώντας φιλήδονα, θα λάμβαναν χάρη ενώπιον ενός τόσο μεγάλου φιλοσόφου, αρκεί να φυλάγονται από τα υπόλοιπα; Εσύ, ο ίδιος, Επίκουρε, θα μπορούσες να εμποδίσεις τον εαυτό σου να μέμφεται τους ανθρώπους εκείνους που θα είχαν παραδοθεί σε κάθε είδους ηδονές, αφού λες ότι η υπέρτατη ηδονή είναι να μην έχεις καθόλου πόνο; Και ανάμεσα στους ασώτους σας, πόσους δεν θα βρούμε ελάχιστα δεισιδαίμονες για να τρώνε ότι προσφέρεται στα πιάτα στο βωμό, και που φοβούνται ελάχιστα το θάνατο που έχουν συνεχώς στο στόμα τους αυτό χωρίο από το έργο Υνμίς του Μενάνδρου:

Χάρισέ μου έξη μήνες ηδονή,

Θα δώσω στον Πλούτωνα την έβδομη.

Σε ότι αφορά τον πόνο, ο Επίκουρος, την αγωγή του οποίου ακολουθούν, τους παρέχει την συνταγή : «Εάν είναι μεγάλος, είναι σύντομος, εάν είναι μακροχρόνιος είναι ελαφρύς». Αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να καταλάβω : ποιός άσωτος θα βάλει όρια στις επιθυμίες του;



Κεφάλαιο 8

Η θεωρία του Επίκουρου για τις αισθησιακές ηδονές.

(συνέχεια)

Λοιπόν σε τι χρησιμεύει στον Επίκουρο όταν λέει «ότι δεν θα είχε κανένα λόγο να μέμφεται τους ασώτους, εάν έθεταν όρια στις επιθυμίες τους;» Δηλαδή : «δεν θα απέδιδα μομφή στους φιλήδονους εάν δεν ήσαν φιλήδονοι. » Ούτε και εγώ στους κακούς, εάν δεν ήσαν κακοί. Πως! Αυτός ο άνθρωπος ο τόσο αυστηρός δεν πιστεύει ότι αυτή η φιληδονία είναι από μόνη της καταδικαστέα; Και για να σου πω την αλήθεια, Τορκουάτε, έχει δίκιο να μην την πιστεύει, εάν η ηδονή είναι το υπέρτατο αγαθό : γιατί εδώ δεν πρόκειται γι’ αυτούς τους αισχρούς φιλήδονους, που ξερνάνε, στο τραπέζι, που πρέπει να πάρουν από το φαγοπότι, και που, από την επομένη, με γεμάτο το στομάχι από σαλατικά, παραδίνονται στις ίδιες καταχρήσεις. Που παινεύονται ότι ποτέ δεν έχουν αντικρύσει ούτε την δύση ούτε την ανατολή του ηλίου, και που, αφού κατασπαταλήσουν την κληρονομιά τους, καταντούν να μην έχουν πλέον τίποτα. Δεν υπάρχει κανένας που να μπορεί να πιστέψει ότι η ζωή τέτοιων ανθρώπων είναι ευχάριστη. Αλλά μίλησέ μου γι’ αυτούς τους φιλήδονους του καλού ύφους και του καλού γούστου, που έχουν εξαιρετικούς μαγείρους, διαλεγμένους ζαχαροπλάστες, τα καλύτερα ψάρια, τα καλύτερα πουλερικά, το καλύτερο κυνήγι, και που ξέρουν να αποφεύγουν την δυσπεψία, « στους οποίους γεμίζουν με κρασί τα χρυσά κύπελλα», όπως λέει ο Λουκίλιος, « που εξάλλου δεν θα λάμβαναν τίποτε από τους άλλους, αρκεί να έχουν εξουσία και γεμάτο πορτοφόλι», που επιτέλους γνωρίζουν να διασκεδάζουν και να δοκιμάζουν όλες τις ηδονές χωρίς τις οποίες ο Επίκουρος φωνάζει ότι δεν γνωρίζει καθόλου ευτυχία. Πρόσθεσε σ’ αυτά, σε παρακαλώ, νέους και ωραίους σκλάβους να σερβίρουν το τραπέζι, και ότι τα χαλιά, τα ασημικά, ο ορείχαλκος της Κορίνθου, ο ίδιος ο χώρος, και το σπίτι, ανταποκρίνονται σ’ αυτή την επιτήδευση. Τέτοιοι άνθρωποι ζουν καλά; Ζουν ευτυχισμένα; Ποτέ δεν θα το έλεγα.

Δεν αρνούμαι ότι η ηδονή δεν είναι ηδονή. Αλλά αρνούμαι ότι αυτή είναι το υπέρτατο αγαθό. Όταν ο Λέλιος, που ήταν μαθητής του Διογένη του στωικού, και στη συνέχεια του Πανέτιου, ονομάστηκε σοφός, δεν ήταν επειδή δεν είχε γούστο για ένα καλοσερβιρισμένο γεύμα ( γιατί η λεπτότητα του πνεύματος δεν εμποδίζει το καλό γούστο του παλατιού), αλλά επειδή υπολόγιζε ελάχιστα την ηδονή αυτή.

Ω λάπαθο, για να σ’ εκτιμήσουν,

Πρέπει να σε γνωρίσουν,

Κραύγαζε επιτιθέμενος ο σοφός Λέλιος,

Και συ, λέει, Γαλλόνιε,

Αρχηγός και δάσκαλος της λαιμαργίας

Ζεις με οξύρυγχους, με εκλεκτά κομμάτια,

Όλα σου τα αγαθά εξαντλούνται στην καλοφαγία.

Αλλά ποτέ δεν ήξερες να κάνεις

Ένα αληθινά καλό γεύμα.

Καθώς ο Λέλιος δεν τοποθετεί κανένα αγαθό στην ηδονή, αρνείται ότι, αυτός που τα ανάγει όλα στην ηδονή έχει ποτέ γευματίσει καλά. Δεν αρνείται ότι ο Γαλλόνιος δεν έχει ποτέ γευματίσει με ευχαρίστηση, -δεν θα μπορούσε,- αλλά ότι ποτέ δεν έχει γευματίσει καλά. Στον σοφό και λιτό άνθρωπο, διακρίνει αυτό που δίνει ηδονή από εκείνο που είναι καλό. Με αυτόν τον τρόπο είναι βέβαιος ότι αυτοί που πραγματικά κάνουν καλό γεύμα τρώνε πάντοτε με ευχαρίστηση, αλλά αυτοί που τρώνε με ευχαρίστηση, δεν κάνουν, για το λόγο αυτό, γεύμα που είναι πραγματικά καλό. Σε ότι αφορά τον Λέλιο, δεν έκανε κανένα γεύμα που να μην είναι καλό.

Γιατί αυτό; Ο Λουκίλιος μας το διδάσκει. Όλα ήταν «καλά μαγειρευμένα, καλά ετοιμασμένα». Αλλά ποια ήταν το κύρια φαγητά; « σοφές συζητήσεις.» Κατόπιν; «Η όρεξη.» Δεν καθόταν ποτέ στο τραπέζι παρά για να ικανοποιήσει, με ήρεμο πνεύμα, αυτό που απαιτεί η φύση. Είχε λοιπόν δίκιο να μιλά έτσι για το Γαλλόνιο, που ικανοποιούσε χωρίς αμφιβολία την λαιμαργία του, αλλά χωρίς να κάνει καλό γεύμα. Γιατί; διότι τίποτα δεν μπορεί να είναι καλό παρά μόνο αν είναι λογικό, λιτό, έντιμο : ή, τα γεύματα του Γαλλόνιου δεν ήταν τέτοια. Ο Λέλιος λοιπόν δεν προτιμούσε καθόλου τη γεύση του λάπαθου από αυτήν του οξύρρυγχου, αλλά αμελούσε τη λεπτότητα της γεύσης, κάτι που δεν θα έκανε εάν είχε θέσει το υπέρτατο αγαθό στην ηδονή.



ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΘΥΜΙΩΝ

Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ



Κεφάλαιο 9

Τα τρία είδη επιθυμιών κατά τον Επίκουρο.

Πρέπει λοιπόν να απομακρύνουμε την ηδονή, ώστε να επιτραπεί η φρόνηση και στις πράξεις και στις συζητήσεις. Και αν είναι έτσι, μπορούμε να πούμε ότι η ηδονή, που δεν επιτρέπεται ούτε στο τραπέζι, είναι το υπέρτατο αγαθό της ζωής; Αλλά από πού προκύπτει ότι ο Επίκουρος μιλά για τρία είδη επιθυμιών οι μεν, φυσικές και αναγκαίες, οι άλλες, επίσης φυσικές, αλλά όχι αναγκαίες, και οι άλλες ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες; Είναι μία κακή διαίρεση. Δεν υπάρχουν παρά μόνο δύο είδη επιθυμιών, και δεν είναι τρία : αυτό δεν είναι διαίρεση, είναι τεμαχισμός. Αυτοί που έμαθαν τις επιστήμες που ο Επίκουρος περιφρονεί συνηθίζουν να κάνουν την ακόλουθη διαίρεση : υπάρχουν δύο είδη επιθυμιών, οι μεν φυσικές, οι άλλες που προέρχονται από μάταιες γνώμες, και ανάμεσα στις φυσικές υπάρχουν αναγκαίες και μη αναγκαίες. Με αυτό τον τρόπο η διαίρεση θα ήταν σωστή : διότι σε μια διαίρεση είναι κακό να συγχέεις το είδος με το γένος.

Αλλά ας το ξεπεράσουμε αυτό, μια και η ακρίβεια της έκφρασης δεν σημαίνει τίποτα γι’ αυτόν, και του αρέσει να τα συγχέει όλα, ας μιλά με τον τρόπο του, αρκεί, τουλάχιστον, να σκέφτεται σωστά. Εντούτοις δεν εγκρίνω ιδιαίτερα, παρ’ ότι το ανέχομαι, όταν ένας φιλόσοφος προτείνει να μπαίνουν όρια στα πάθη. Μπορούμε να δώσουμε όρια στην πλεονεξία; Πρέπει να την ξεριζώσουμε τελείως. Και μπορούμε να έχουμε ζηλοφθονία και να μην κατακρινόμαστε σωστά γι’ αυτή μας την τάση; Διαφορετικά η φιλαργυρία θα είχε το μέτρο της, η ασωτία το μέτρο της. Τι φιλοσοφία είναι αυτή που δεν ασχολείται με την καταστροφή της ακολασίας αλλά μόνο με την ρύθμισή της!

Κατά βάθος, παρ’ ότι κατακρίνω τους όρους της διαίρεσής του, δεν εγκρίνω την ουσία της. Να ονομάσει λοιπόν φυσικές ορμές αυτό που ονομάζει επιθυμίες, και να κρατήσει αυτή τη λέξη γι’ άλλα πράγματα. Ώστε, όταν θα μιλά για φιλαργυρία, για ακράτεια και για όλες τις άλλες σημαντικές ακολασίες, θα έχει το δικαίωμα να τις κατηγορεί. Καθώς εντούτοις πρόκειται για την ελευθερία που παίρνει συχνά, να ξεχνιέται στις εκφράσεις, δεν επιμένω σ’ αυτό : ένας τόσο μεγάλος και σπουδαίος φιλόσοφος μπορεί ελεύθερα να αναπτύσσει τα δόγματά του.

Όμως συνδεόμενος, όπως κάνει, με την ηδονή, με την έννοια που δίνουν όλοι στη λέξη αυτή, πέφτει συχνά σε τόσο μεγάλες σκοτούρες, που φαίνεται ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο αισχρό που να μην μπορεί να το κάνει χωρίς μάρτυρες.

Στη συνέχεια, αφού κοκκινίσει ο ίδιος ( επειδή η δύναμη της φύσης είναι μεγάλη), προσφεύγει στο να πει ότι δεν μπορούμε να προσθέσουμε τίποτα στην ηδονή εκείνου που δεν έχει καθόλου πόνο. Αλλά η κατάσταση της αταραξίας καθόλου δεν ονομάζεται ηδονή. Οπωσδήποτε, λέει, δεν με απασχολεί καθόλου το όνομα. Αλλά αυτά είναι δύο πράγματα εντελώς διαφορετικά. Καλά!

Θα απαντήσει, θα βρω ανθρώπους λιγότερο θυμωμένους και λιγότερο μικρολόγους από σας, που θα τους πείσω εύκολα σε ότι θέλω. Αλλά, εάν είναι ακραία ηδονή η παντελής απουσία πόνου, γιατί να μην πούμε ότι είναι ακραίος πόνος η παντελής απουσία ηδονής; Διότι, λέει, δεν είναι η ηδονή, αλλά η απουσία πόνου, που είναι αντίθετη με τον πόνο.



Κεφάλαιο 10

Η απουσία πόνου δεν μπορεί να είναι αντικείμενο επιθυμίας.

Αλλά δεν αντιλαμβάνεται ότι αυτό θα ήταν τότε μεγάλο επιχείρημα εναντίον του ότι αυτή η ηδονή, χωρίς την οποία δεν υπάρχει, λέει, καμία ευτυχία, και που την βάζει στην ευχαρίστηση της γεύσης, της ακοής, και των άλλων αισθήσεων που δεν θα μπορούμε να εκφράσουμε χωρίς να θίξουμε τον ξεπεσμό. Δεν αντιλαμβάνεται, αυτός ο σοβαρός και αυστηρός φιλόσοφος, ότι αυτό το αγαθό, το μόνο που αναγνωρίζει, δεν είναι καν επιθυμητό, επειδή, κατ’ αυτόν, δεν έχουμε ανάγκη αυτού του είδους την ηδονή, όταν δεν δοκιμάζουμε πόνο. Τι αντίφαση!

Αν είχε μάθει να δίδει ορισμούς και να διαιρεί, εάν γνώριζε την δύναμη και τη χρήση των όρων, ποτέ δεν θα αντιμετώπιζε τέτοιες δυσκολίες. Αλλά βλέπεις τι κάνει. Ονομάζει ηδονή αυτό που κανείς ποτέ δεν το έχει ονομάσει έτσι, εννοώ την αταραξία, και αυτό που όλοι ονομάζουν ηδονή, και που είναι εντελώς διαφορετικό από την αταραξία, θέλει να μην είναι παρά το ίδιο πράγμα.

Κάποτε φαίνεται να κάνει ελάχιστα στην περίπτωση αυτών των ηδονών που ονομάζει ηδονές εν κινήσει, που ακούγοντας τον να μιλά θα τον έπαιρνες για τον Κούριο. Και κατά καιρούς τις υμνεί τόσο ώστε να λέει ότι δεν αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να υπάρχει άλλο αγαθό. Τέτοια γλώσσα θα ήταν καλύτερα να καταστέλλεται από την λογοκρισία παρά να αντικρούεται από φιλόσοφο διότι η ανηθικότητα της ομιλίας του φτάνει μέχρι την διαφθορά των ηθών. Δεν μέμφεται καθόλου την πολυτέλεια, αρκεί να έχει όρια και να είναι απαλλαγμένη από πόνο. Εδώ μοιάζει να ψάχνει για συνενόχους. Γίνετε φιλόσοφοι, λέει στους ανθρώπους, και τότε όλες οι ηδονές θα επιτρέπονται σε σας.

Κατ’ αυτόν, πρέπει να ξαναπάμε στην γέννηση των ζώων για να βρούμε τη πηγή του πραγματικού αγαθού. Μόλις το ζώο γεννηθεί, προτιμά την ηδονή, την επιθυμεί ως αγαθό, και φοβάται τον πόνο ως κακό. Και τότε, μην έχοντας καθόλου διαφθαρεί ακόμη, κρίνει τέλεια τα αγαθά και τα κακά. Να τι είπες Τορκουάτε. Και οι δικοί σας έτσι μιλούν. Τι ψευδαίσθηση! Με την καταστηματική ηδονή, ή με την κινητική ηδονή, όρους που τους διδασκόμαστε στην σχολή του Επίκουρου, ένα παιδί στην κούνια θα κρίνει για το μεγαλύτερο από τα αγαθά και για το μεγαλύτερο από τα κακά; Εάν κρίνει με την καταστηματική ηδονή, τότε η φύση δεν θέλει κάτι άλλο παρά την ίδια της την αυτοσυντήρηση, και συμφωνούμε σ’ αυτό. Εάν, όπως λες, κρίνει με την κινητική ηδονή, δεν θα υπάρξει καθόλου αισχρή ηδονή στη οποία δεν θα πρέπει να παραδοθούμε. Πρόσθεσε ότι αυτό το νεογέννητο παιδί δεν θα ξεκινήσει καθόλου από την υπέρτατη ηδονή, που είναι, σύμφωνα με σας, η απουσία πόνου.

Ο ίδιος ο Επίκουρος ποτέ δεν χρησιμοποίησε το παράδειγμα ούτε παιδιών ούτε ζώων, που ονομάζει καθρέφτη της φύσης, για να δείξει ότι η φύση μας δίδαξε να επιθυμούμε την ηδονή της παντελούς απουσίας πόνου : διότι αυτό το είδος της ηδονής δεν μπορεί να διεγείρει καμιά επιθυμία, και η κατάσταση της πλήρους στέρησης δεν μπορεί να προξενήσει καμία εντύπωση στο πνεύμα. Σε αυτό το σημείο ο Ιερώνυμος έκανε τεράστιο λάθος : Μόνο η αισθητή ηδονή είναι ικανή να σπρώξει σε συμπεριφορά. Έτσι, κάθε φορά που, με το παράδειγμα παιδιών και ζώων, ο Επίκουρος θέλει να αποδείξει ότι στεκόμαστε φυσικά στην ηδονή, μιλά πάντα για την κινητική ηδονή, και ποτέ για την καταστηματική ηδονή, που δεν είναι παρά η απουσία πόνου. Ή, υπάρχει συνέπεια να ξεκινήσει η φύση με ένα είδος ηδονής, και να θέσει ως υπέρτατο αγαθό κάποια άλλη;



Κεφάλαιο 11

Τα όντα δεν τείνουν από τη φύση τους προς την ηδονή, αλλά στην αυτοσυντήρηση τους.

Δεν λαμβάνω καθόλου υπόψη την κρίση των ζώων. Θέλω να μην είναι καθόλου διεφθαρμένη, αλλά ίσως είναι λανθασμένη : και σαν ένα κλαδί, αν και δεν έχει καμφθεί καθόλου επίτηδες, ίσως έγινε στραβό στο δένδρο. Ομοίως, παρ’ ότι η φύση των ζώων δεν έχει διαφθαρεί από την υπακοή, ίσως υπάρχει από μόνη της. Κατά τα άλλα, η φύση δεν φέρνει καθόλου πρώτα ένα παιδί στην ηδονή, αλλά μόνο στην ίδια του την αυτοσυντήρηση : επειδή, μόλις γεννηθεί, αγαπάει τον εαυτό του, και ότι είναι δικό του, πρώτα τα δύο βασικά μέρη τα οποία το αποτελούν, το πνεύμα και το σώμα, και κατόπιν τα διάφορα μέρη τους, επειδή υπάρχουν χωρίς αμφιβολία κύρια μέρη, στο ένα και στο άλλο : και όταν αποκτήσει κάποια μικρή γνώση, και όταν αρχίσει να διακρίνει, τότε συμπεριφέρεται σύμφωνα με αυτά που η φύση έχει βάλει αρχικά μέσα του, και προσπαθεί να αποφύγει ότι είναι αντίθετο από αυτά.

Το να γνωρίσουμε εάν, σ’ αυτές τις πρώτες αρχές της φύσης, υπάρχει κάποιο συναίσθημα ηδονής, είναι μεγάλο ερώτημα. Αλλά να πιστεύουμε ότι, εάν υπήρχε αυτό, δεν θα υπήρχε τίποτα πιο πάνω από την ηδονή, και θα ήταν προτιμότερη από της λειτουργίες της ψυχής, από αυτές των αισθήσεων, από την διατήρηση όλου του σώματος, και από την υγεία, είναι κατά την άποψη μου μεγάλη ανοησία : και να σε τι συνίσταται όλη η φιλονικία για τα αληθινά αγαθά και τα αληθινά κακά.

Ο Πολέμων, και πριν από αυτόν ο Αριστοτέλης, πίστευαν ότι τα πρώτα από τη φύση επιθυμητά αγαθά ήταν αυτά για τα οποία μόλις σου μίλησα. Και είναι αυτό στο οποίο έδωσαν θέση στην αρχαία ακαδημία και οι περιπατητικοί και τοποθέτησαν το υπέρτατο αγαθό στο να ζούμε σύμφωνα με τη φύση, δηλαδή να ακολουθούμε συγχρόνως την φύση και την αρετή. Ο Καλλιφών σ’ αυτά προσθέτει την ηδονή. Ο Διόδωρος, την απουσία πόνου. Και σε όλα αυτά τα πράγματα από κοινού και οι μεν και οι δε έχουν συνδέει το υπέρτατο αγαθό. Ο Αρίστιππος δεν το έχει συνδέσει παρά με την ηδονή. Οι στωικοί θέλουν να συνίσταται στην συμμόρφωση με τη φύση, αυτό που λένε ότι ανήκει μόνο στην αρετή και στην ηθική αξία, και εξηγούν να ζούμε με τέτοια ευφυΐα για τα πράγματα που έρχονται φυσικά, ώστε να μπορούμε να επιλέξουμε αυτά που συμμορφώνονται με τη φύση, και να απορρίπτουμε αυτά που είναι αντίθετα.

Έτσι υπάρχουν τρείς ορισμοί για το υπέρτατο αγαθό που εξαιρούν την ποιότητα της ψυχής: Αυτός του Αρίστιππου ή του Επίκουρου, αυτός του Ιερώνυμου και αυτός του Καρνεάδη. Υπάρχουν άλλοι τρείς που προσθέτουν κάτι άλλο στην ποιότητα της ψυχής: Αυτοί του Πολέμωνα, του Καλλιφώνα, του Διόδωρου. Τέλος υπάρχει μόνο ένας ορισμός, αυτός του Ζήνωνα, που δεν αποδέχεται παρά μόνο την αρετή ή την ποιότητα της ψυχής. Διότι από πολύ παλιά ο Πύρρων, ο Αρίστων ο Χίος, ο Ήριλλος ο Καρχηδόνιος, εγκαταλείφτηκαν. Οι άλλοι προσάρμοσαν τον τελικό σκοπό τους στις αρχές τους : ο Αρίστιππος, στην ηδονή, ο Ιερώνυμος, στην απουσία πόνου, ο Καρνεάδης, στην απόλαυση των φυσικών αγαθών.

Για τον Επίκουρο, που κάνει την ηδονή αντικείμενο των πρώτων επιθυμιών μας, αν ήθελε να μιλήσει γι’ αυτήν του Αρίστιππου, όφειλε σαν και αυτόν να την ορίσει ως το υπέρτατο αγαθό. Και αν ήθελε να μιλήσει γι’ αυτήν του Ιερώνυμου, όφειλε να κάνει αυτό το είδος της ηδονής αντικείμενο των πρώτων επιθυμιών.



ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

ΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΑΓΑΘΟ



Κεφάλαιο 12

Το λογικό μόνο μπορεί να κρίνει το υπέρτατο αγαθό.

Οι ίδιες οι αισθήσεις, λέει ο Επίκουρος, κρίνουν ότι η ηδονή είναι το αγαθό και ο πόνος είναι το κακό. Έτσι αποδίδουμε στις αισθήσεις μεγαλύτερη αρμοδιότητα από αυτή που τους ανήκει. Επειδή οι νόμοι μας κάνουν να κρίνουμε τις ιδιωτικές υποθέσεις, δεν μπορούμε να κρίνουμε παρά αυτό που είναι στην αρμοδιότητα μας. Και είναι ανώφελο ο δικαστής, απαγγέλλοντας μία απόφαση, να συνηθίζει να λέει: «Μου ανήκει η αρμοδιότητα να δικάζω», Διότι, εάν η υπόθεση είναι έξω από την αρμοδιότητά του, τίποτα δεν δικάζεται ακόμη και αν δεν το έλεγε. Ποιά είναι τα πράγματα που τίθενται στη κρίση των αισθήσεων; Αυτό που είναι γλυκό ή πικρό, λείο ή τραχύ, κοντινό ή μακρινό, κινούμενο ή ακίνητο, στρογγυλό ή τετράγωνο.

Αλλά ποια απόφαση θα απαγγείλει τότε το λογικό, με την επιστήμη των θείων και των ανθρωπίνων πραγμάτων που είναι η πραγματική σοφία, και με τις αρετές που το λογικό θεωρεί ως ανώτερες όλων, και που τις κάνετε ακόλουθες και υπηρέτριες της ηδονής; Θα απαγγείλει χωρίς αμφιβολία, πρώτον ότι εδώ δεν πρέπει να υπάρχει καθόλου θέμα ηδονής, όχι μόνο για να τεθεί στο θρόνο του υπέρτατου αγαθού, αλλά ακόμα ούτε να έχει οποιαδήποτε θέση δίπλα στην ποιότητα της ψυχής. Δεν θα παραχωρήσει καθόλου καμιά υπεροχή, ούτε στην γνώμη του Ιερώνυμου, ούτε σ’ αυτή του Καρνεάδη, και ποτέ δεν θα εγκρίνει να υφίσταται το υπέρτατο αγαθό ούτε στην ηδονή, ούτε στην απουσία πόνου, ούτε σε οτιδήποτε άλλο όπου δεν μπαίνει η ποιότητα της ψυχής. Έτσι δεν θα του απομείνει πλέον παρά να εξετάσει δύο γνώμες. Και τότε, ή θα αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει κανένα αγαθό παρά μόνο αυτό που βρίσκεται στην ποιότητα της ψυχής, κανένα κακό παρά μόνο αυτό που είναι αισχρό. Και ότι όλα τα υπόλοιπα ή δεν έχουν καμία αξία, ή ότι δεν υπάρχει κάποιο αρκετά σημαντικό ώστε να πρέπει να είναι ούτε επιθυμητό ούτε προς αποφυγή, αλλά μόνο να επιλέγεται ή να απορρίπτεται, κατά περίπτωση. Ή θα προτιμήσει την γνώμη που συνδέει με την ποιότητα της ψυχής τα πλεονεκτήματα μιας ευτυχισμένης ζωής, εμπλουτισμένης με όλα αυτά τα πρωταρχικά αγαθά που η φύση δίνει και επιτρέπει. Αλλά θα μιλήσει ακόμα καλύτερα γι’ αυτές τις δυο γνώμες, αφού πρώτα εξετάσει εάν διαφέρουν στα πράγματα ή στις λέξεις.



Κεφάλαιο 13

Το λογικό αποκλείει από το υπέρτατο αγαθό κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να αλλάξει την ιδέα της ποιότητας της ψυχής.

Επίσης αυτό είναι που θέλω να κάνω, ακολουθώντας το δρόμο που το λογικό φαίνεται να με οδηγεί. Και για να μειώσω τις φιλονικίες, αρχίζω λέγοντας ότι πρέπει αποκόψουμε τελείως από τη φιλοσοφία τις γνώμες αυτών που αποκόβουν την αρετή από το υπέρτατο αγαθό. Και κυρίως αυτή του Αρίστιππου και των κυρηναϊκών, των ομοϊδεατών του, που δεν ντρέπονται καθόλου να το τοποθετούν στην ηδονή εκείνη που γαργαλά τις αισθήσεις, κατακρίνοντας την απουσία αυτή του πόνου για την οποία μιλά ο Επίκουρος.

Αυτοί εκεί δεν έχουν αντιληφθεί, πως η φύση έχει φτιάξει κατά κάποιο τρόπο μόνη της το άλογο για τους αγώνες, το βόδι για το όργωμα και το σκύλο για το κυνήγι, και δημιούργησε τον άνθρωπο, ως θνητό θεό, για δυο πράγματα σύμφωνα με τη σκέψη του Αριστοτέλη : για την νόηση και για την πράξη. Αυτοί, αντίθετα, ισχυρίζονται ότι αυτό το θείο πλάσμα δεν γεννήθηκε παρά για να τρώει και για να αναπαράγεται, όπως τα ζώα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει τίποτα πιο ανόητο.

Να οι προσεγγίσεις του Αρίστιππου, που θεωρούσε αυτό που όλοι αντιλαμβάνονται ως ηδονή όχι μόνο ως το υπέρτατο αγαθό, αλλά ως το μόνο πραγματικό αγαθό. Χωρίς αμφιβολία οι φιλόσοφοί σας καθόλου δεν συμμερίζονται αυτό το λάθος. Αλλά το λάθος του, το δικό του, είναι πραγματικά ασυγχώρητο. Πράγματι, η ίδια η όψη του ανθρώπινου σώματος, και η ευφυΐα με την οποία ο άνθρωπος είναι προικισμένος, κάνουν φανερό ότι δεν έχει γεννηθεί μόνο για να απολαμβάνει τις ηδονές των αισθήσεων. Δεν πρέπει να σταθούμε πολύ περισσότερο σοβαρά στον Ιερώνυμο, που τοποθετεί το υπέρτατο αγαθό στην απουσία πόνου, όπως κάνουν κάποτε, και πολύ συχνά μάλιστα οι επικούρειοι : διότι, εάν ο πόνος είναι κάτι κακό, δεν συνεπάγεται ότι για να ζούμε ευτυχισμένα είναι αρκετό να μην έχουμε καθόλου πόνο. Και πρέπει να πούμε στον Αιννία:

Είναι αρκετά μεγάλο αγαθό όσο η απουσία του κακού.

Εμείς, κρίνουμε την ευτυχία της ζωής, όχι μόνο από την απομάκρυνση του πόνου, αλλά από την απόκτηση του αληθινού αγαθού. Και εφαρμόζουμε για την επιδίωξη του, όχι την μαλθακότητα και την ηδονή, όπως ο Αρίστιππος, ούτε την απουσία πόνου, όπως ο Ιερώνυμος, αλλά την άσκηση ενάρετων πράξεων και σοφών διαλογισμών.

Αυτό που μόλις είπα για το υπέρτατο αγαθό σύμφωνα και με τον ένα και με τον άλλο, μπορεί να λεχθεί και για την γνώμη του Καρνεάδη, παρ’ ότι την προώθησε περισσότερο για να υπερνικήσει τους στωικούς, με τους οποίους ήταν σε πόλεμο, παρά για να υποστηρίξει τις ίδιες του τις αντιλήψεις. Διότι το υπέρτατο αγαθό για το οποίο μιλά έχει τέτοια φύση, που συνδεόμενο με την αρετή, όχι μόνο θα του άξιζε να γίνει αποδεκτό, αλλά θα μπορούσε να καλύψει την ευτυχία στη ζωή. Και εδώ είναι το αντικείμενο του θέματος.

Όσο γι’ αυτούς που προσθέτουν στην αρετή, ή την ηδονή που η αρετή επικρίνει, ή την απουσία πόνου, που δεν έχει τίποτα κακό από μόνη της, αλλά που ποτέ δεν μπορεί να είναι το υπέρτατο αγαθό, προσθέτουν σ’ αυτήν πράγματα που δεν αξίζουν τον κόπο, και δεν αντιλαμβάνομαι γιατί είναι σ’ αυτό το θέμα τόσο οικονόμοι και τόσο τσιγκούνηδες. Όπως εάν έπρεπε να αγοράσουν με τα χρήματά τους να ντύσουν με κάτι την αρετή, της δίνουν μόνο πράγματα χωρίς αξία, και της δίνουν μόνο ένα ή δύο, αντί να την συνοδεύσουν με όλα αυτά που είναι σύμφωνα με τις αρχικές απαιτήσεις της φύσης.

Ο Πύρρων και ο Αρίστων θεωρώντας χωρίς αξία αυτές τις φυσικές αρχές, στο βαθμό που δεν δημιουργείται καμία διαφορά μεταξύ του να είναι κάποιος καλά και του να είναι άρρωστος, έχουμε σταματήσει να φιλονικούμε μαζί τους εδώ και πολύ καιρό. Θέλοντας να μειώσουν τα πάντα από την αρετή μόνο, μέχρι να της αφαιρέσουν την επιλογή των πραγμάτων και να μην της αφήσουν ούτε αρχή ούτε υπόσταση, έχουν καταστρέψει την ίδια την αρετή που επεδίωκαν να αγκαλιάσουν. Ο Ήριλλος, που θέλησε να τα περιλάβει όλα στην επιστήμη, είχε πραγματικά κάποιο αγαθό για το θέμα, αλλά όχι το υπέρτατο αγαθό, ούτε αγαθό που θα μπορούσε να χρησιμεύσει για όλη μας την συμπεριφορά στη ζωή. Και αυτόν επίσης τον εγκαταλείψαμε, και από την εποχή του Χρύσιππου, κανείς δεν φιλονίκησε μαζί του.



Κεφάλαιο 14

Ορισμός της ποιότητας της ψυχής.

Δεν απομένει να φιλονικήσουμε παρά με σας τους άλλους. Διότι με τους ακαδημαϊκούς, που δεν επιβεβαιώνουν ποτέ τίποτα, καθώς απελπίζονται επειδή δεν μπορούν να γνωρίσουν την αλήθεια, και που δεν ακολουθούν παρά μόνο αυτό που τους φαίνεται πιο πιθανό, δεν γνωρίζουμε πώς να συμπεριφερθούμε. Αλλά, ενάντια στον Επίκουρο, είμαστε τόσο περισσότερο αμήχανοι, όσο συνδέει μεταξύ τους δύο είδη ηδονής, που αυτός και οι φίλοι του υποστηρίζουν με θέρμη και που στη συνέχεια απέκτησαν πολλούς υπερασπιστές, και συνέβη, δεν ξέρω πως, ο κριτής που έχει την μικρότερη υπευθυνότητα και την μεγαλύτερη εξουσία, εννοώ τον λαό, ενισχύει εξαιρετικά την παράταξη τους. Εντούτοις εάν δεν τους διαψεύσουμε, πρέπει να εγκαταλείψουμε κάθε συναίσθημα αρετής, τιμής, αληθινής δόξας. Έτσι, αφήνοντας κατά μέρος όλες τις άλλες απόψεις, από δω και πέρα, εγώ δεν θα φιλονικήσω με σένα, Τορκουάτε, αλλά η αρετή θα φιλονικήσει με την ηδονή. Δεν πρόκειται για αδιάφορη πάλη, σύμφωνα με τον μεγαλοφυή Χρύσιππο, και από αυτή την πάλη εξαρτάται το θέμα του υπέρτατου αγαθού. Είμαι τουλάχιστον πεπεισμένος ότι, εάν μπορέσω να επιτύχω να αποδείξω ότι υπάρχει κάποια ποιότητα της ψυχής, που αξίζει να επιδιώκεται γι’ αυτήν την ίδια, θα ανατρέψω εξ’ ολοκλήρου όλες σας τις αρχές. Θα το προσπαθήσω λοιπόν με λίγα λόγια, όπως το απαιτεί ο χρόνος, και στη συνέχεια θα εξετάσω όλους σου τους λόγους, Τορκουάτε, αν μπορέσω να τους θυμηθώ.

Με την λέξη ποιότητα της ψυχής, εννοούμε αυτό που είναι τέτοιο ώστε, αφαιρώντας κάθε είδος χρησιμότητας, και χωρίς καμία άποψη οφέλους, μπορούμε να το συνδέσουμε με την εκτίμηση και την δόξα. Και, αν και αυτός ο ορισμός δίνει μια ιδέα πάνω κάτω, το γνωρίζουμε ακόμα καλύτερα από την καθολική μαρτυρία της γνώμης και από το παράδειγμα τόσων ενάρετων ανθρώπων που, χωρίς καμία άλλη αφορμή παρά από αυτή του ωραίου, της δικαιοσύνης και της ποιότητας της ψυχής, έκαναν πολλά πράγματα από τα οποία έβλεπαν εύκολα ότι δεν είχαν κανένα όφελος να περιμένουν. Ποια είναι, πράγματι, η βασική ανωτερότητα του ανθρώπου από τα ζώα; Είναι αυτή η ευγενική παρουσία της φύσης, το λογικό. Αυτή η ευφυΐα ζωντανή και διαπεραστική, που εξετάζει, που διεισδύει ταυτοχρόνως σε περισσότερα πράγματα. Αυτή η οξύνοια του πνεύματος που αντιλαμβάνεται τις αιτίες και τις συνέπειες, που δημιουργεί τις σχέσεις, που συνδέουν διαφορετικά πράγματα, που συνδέει το μέλλον με το παρόν, και που αντιλαμβάνεται την κατάσταση όλης της ροής της ζωής. Με το λογικό ο άνθρωπος επιδιώκει την συναναστροφή των άλλων ανθρώπων, και συμμορφώνεται με τους τρόπους τους, τη γλώσσα τους, τις συνήθειές τους. Με τρόπο που, από την φιλία των γονιών του και της οικογένειάς του, περνά σ’ αυτήν των συμπολιτών του, και τελικά απλώνεται σε όλους τους θνητούς.

Ο άνδρας, όπως τον παρουσίαζε ο Πλάτων στον Αρχύτα, πρέπει να θυμάται ότι δεν γεννήθηκε μόνο για τον εαυτό του, αλλά για τους δικούς του και για την πατρίδα του, και ότι δεν μένει παρά ένα μικρό μέρος του εαυτού του που του ανήκει.

Επί πλέον, καθώς του είναι φυσική η επιθυμία να ανακαλύψει την αλήθεια (κάτι που φαίνεται εύκολα, καθώς στον ελεύθερο χρόνο μας, ψάχνουμε μάλιστα να μάθουμε τα ουράνια μυστήρια), από αυτό προκύπτει ότι μας αρέσει ότι είναι αληθινό, όπως η πίστη, η απλότητα, η σταθερότητα, και ότι μισούμε ότι είναι ψεύτικο και μας ξεγελά, όπως η απάτη, η ψευδορκία, η κακοήθεια, η αδικία. Τελικά το λογικό έχει από μόνο του δεν ξέρω ποια φοβερή και υπερήφανη δύναμη, δημιουργημένη περισσότερο να διατάζει παρά να υπακούει, και που θεωρεί όλα τα ανθρώπινα ατυχήματα, όχι μόνο υποφερτά, αλλά εύκολα υποφερτά, πραγματική δύναμη της ψυχής, που δεν φοβάται τίποτα, δεν σταματά σε κανέναν, και κρατά πάντα την νίκη. Σ’ αυτά τα τρία είδη ποιότητας της ψυχής, πρέπει να προσθέσουμε και ένα τέταρτο που απολαμβάνει την ίδια ομορφιά και συνδέεται και με τα άλλα τρία : την τάξη και την αναλογία, με την οποία μεταφέρουμε ευαίσθητα πράγματα στα ηθικά πράγματα, και που, γεννημένη από τις τρείς πρώτες αρετές, ρυθμίζει κατά τέτοιο τρόπο τις συζητήσεις και τις πράξεις ώστε να αποφεύγουμε να συμπεριφερόμαστε στην τύχη, να μην βλάπτουμε κανένα ούτε με λόγια ούτε με κάτι άλλο, και να συγκρατιόμαστε πολύ ώστε να μην κάνουμε τίποτα και να μην πούμε τίποτα που να μοιάζει ανάξιο ενός ευγενικού χαρακτήρα.



Κεφάλαιο 15

Η ποιότητα της ψυχής σύμφωνα με τον Επίκουρο.

Αυτή ακριβώς είναι, Τορκουάτε, η ποιότητα της ψυχής, που υφίσταται στις τέσσερις αρετές για τις οποίες μίλησες και συ. Ο Επίκουρός σας λέει ότι δεν γνωρίζει τι είναι αυτή, ούτε τι εννοούν όσοι παίρνουν την ποιότητα της ψυχής ως μέτρο για το υπέρτατο αγαθό. Ισχυρίζεται ότι το να ανάγουμε κάθε πράγμα στην ποιότητα της ψυχής χωρίς να την συνδέουμε με την ηδονή, είναι κούφια λόγια χωρίς νόημα ( αυτά είναι τα ίδια του τα λόγια), και ότι δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί τι εννοούμε με την λέξη ποιότητα της ψυχής.

Πράγματι, ακολουθώντας τη χρήση, λέει, δεν ονομάζουμε ποιότητα της ψυχής πάρα αυτό που η κοινή γνώμη εκτιμά ως δοξασμένο. Αυτή η δόξα, προσθέτει, πολλές φορές ίσως είναι στην πραγματικότητα πιο ευχάριστη από ορισμένες ηδονές. Αλλά ποτέ δεν την επιδιώκουμε παρά μόνο για την ίδια την ηδονή.

Βλέπεις πόσο διαφέρουμε στις απόψεις μας; Ένας ευγενής φιλόσοφος που συγκλόνισε , όχι μόνο την Ελλάδα και την Ιταλία, αλλά σχεδόν όλα τα βαρβαρικά έθνη, λέει ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί τι είναι η ποιότητα της ψυχής χωρίς την ηδονή, εκτός ίσως αν δεν ακούει να μιλούν γι’ αυτά τα εγκώμια που δίνει ο λαϊκός θόρυβος : και εγώ λέω ότι αυτό ακριβώς είναι συχνά ντροπή, και ότι, αν καμιά φορά δεν είναι, δεν οφείλεται στα χειροκροτήματα του κόσμου. Όχι, το καλό, το δίκαιο, το δοξασμένο, δεν έχει ονομαστεί ποιότητα της ψυχής επειδή το υμνεί το πλήθος, αλλά επειδή έτσι είναι στην πραγματικότητα, ακόμα και αν οι άνθρωποι, ή δεν θα την γνώριζαν καθόλου, ή δεν θα μιλούσαν καθόλου γι’ αυτήν, δεν θα άφηνε να υμνείται και να εκτιμάται για την ίδια της την ομορφιά. Επίσης αυτή η δύναμη της φύσης, στην οποία δεν μπορούμε να αντισταθούμε, έκανε να πει ο Επίκουρος σε άλλο σημείο, αυτό που ήδη είπες και συ, ότι δεν μπορούμε να ζούμε ευχάριστα, εάν δεν ζούμε με ποιότητα της ψυχής.

Με ποιότητα της ψυχής σημαίνει εδώ το ίδιο πράγμα με το ευχάριστα; Αυτό θα σήμαινε ότι δεν μπορούμε να ζούμε με ποιότητα της ψυχής, εάν δεν ζούμε με ποιότητα της ψυχής. Ή θέλει να πει, εάν δεν υμνούμαστε από το πλήθος; Θα σήμαινε ότι χωρίς τα εγκώμια του πλήθους δεν μπορούμε να ζούμε ευχάριστα. Και τότε, τι ντροπή! Εξαρτά την ευτυχία των σοφών από την γνώμη των ανόητων. Τι εννοεί λοιπόν εδώ με τη λέξη ποιότητα της ψυχής; Σίγουρα, τίποτα που να αξίζει από μόνο του να εγκωμιάζεται : διότι, εάν εννοεί μόνο αυτό που η ηδονή κάνει να επιδιώκουμε, τι το εγκωμιαστικό υπάρχει σ’ αυτό που παρέχει η αγορά; Δεν είναι πλέον άνθρωπος, που θέλει να εννοήσει με την ποιότητα της ψυχής την επιδοκιμασία του κόσμου, ούτε να ισχυρισθεί ότι χωρίς αυτή την επιδοκιμασία θα ήταν αδύνατο να είναι κανείς ευτυχισμένος, επειδή δίνει αρκετή σημασία στην ποιότητα της ψυχής για να πει ότι είναι μια κατάσταση ευτυχίας. Και δεν μπόρεσε να εννοήσει με τη λέξη αυτή αυτό που είναι σωστό, δίκαιο, και εγκωμιαστικό από τη φύση του, από την ουσία του και από αυτό το ίδιο.



Κεφάλαιο 16

Η φρόνηση και η δικαιοσύνη δεν έχουν τελικό σκοπό τους την ηδονή.

Επίσης, όταν λες ότι ο Επίκουρος δεν έπαυε να φωνάζει ότι δεν μπορούμε να ζούμε ευχάριστα εάν δεν ζούμε με ποιότητα της ψυχής, με φρόνηση και δικαιοσύνη, νομίζω, Τορκουάτε, ότι κάνεις λάθος, και η αξία των πραγμάτων που συνηθίζουμε να αντιλαμβανόμαστε με αυτά έδινε τόση δύναμη στα λόγια σου, που σε έκανε περισσότερο υπερήφανο, και που επιμένοντας με ζέση, και κοιτάζοντας με, φαινόσουνα να μου λες : Βλέπεις λοιπόν ότι ο Επίκουρος εγκωμιάζει κατά καιρούς την ποιότητα της ψυχής και την δικαιοσύνη. Να σαι καλά που χρησιμοποιείς αυτούς τους όρους, χωρίς τους οποίους δεν θα υπήρχε ούτε φιλοσοφία ούτε φιλόσοφοι! Ναι, είναι οι όροι φρόνηση, δικαιοσύνη, ανδρεία και εγκράτεια, εντούτοις τόσο λίγο οικείοι στον Επίκουρο, που έκαναν τόσο μεγάλους άνδρες να επιδοθούν στην μελέτη της φιλοσοφίας.

Αν και η όραση, λέει ο Πλάτων, είναι η πλέον ευφυής αίσθηση, το μάτι δεν γνωρίζει να ανακαλύψει την σοφία. Τι φλογερούς έρωτες θα διέγειρε, εάν ήταν ορατή! Γιατί; είναι επειδή είναι επιτήδεια να σφυρηλατεί ηδονές; Γιατί εξυμνούμε και τη δικαιοσύνη; και από που προέρχεται το αρχαίο αυτό ρητό, θα μπορούσαμε να παίξουμε μαζί του στο σκοτάδι; Αυτή η λέξη έχει πολύ ευρεία σημασία. Μας διδάσκει ότι δεν είναι καθόλου η υπόληψη των ανθρώπων, αλλά αυτή των ίδιων των πραγμάτων που πρέπει να ρυθμίζει τις πράξεις μας. Όσο γι’ αυτό που είπες, ότι οι κακοί βασανίζονται όχι μόνο από τις τύψεις της ίδιας της συνείδησής τους, αλλά και από τον τρόμο της τιμωρίας που οι νόμοι τους επιβάλλουν, ή ότι φοβούνται ότι θα υποφέρουν αργά ή γρήγορα : γιατί δεν μίλησες παρά μόνο για έναν άνθρωπο αδύναμο και δειλό, πάντα έτοιμο να βασανίζεται ο ίδιος; Φαντάσου έναν επιδέξιο άνθρωπο, που ανάγει το κάθε τι στους τελικούς σκοπούς, έναν άνθρωπο πονηρό, πανούργο, διεφθαρμένο, ικανό να εξαπατά στα κρυφά, χωρίς μάρτυρα, χωρίς συνεργό : τι θα κάνει σ’ αυτόν ο φόβος της τιμωρίας;

Πιστεύεις ότι θα ήθελα να μιλήσω για τον Πραίτορα Λ. Τούμπουλο, που, ήταν πρόεδρος στο δικαστήριο που δίκαζαν φόνους, πήρε τόσο ανοιχτά χρήματα από αυτούς που έπρεπε να δικάσει, που την επόμενη ο Π. Σκέβολα, δικαστής, έφερε την υπόθεση στο λαό για να μάθει εάν δεν ήθελε να τον καταδιώξει; Αφού η σύγκλητος, σύμφωνα με το διάταγμα του λαού, έδωσε εντολή στον Σεπίωνα, σύμβουλο, να εξιχνιάσει την υπόθεση, ο Τούμπουλος αμέσως αποδέχθηκε να πάει μόνος του εξορία, χωρίς να τολμήσει να υπερασπίσει τον εαυτό του. Η διαφθορά ήταν τόσο εμφανής.



Κεφάλαιο 17

Η δικαιοσύνη δεν έχει τελικό σκοπό της την ηδονή.

( συνέχεια).

Ο επιτήδειος άδικος.

Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο για έναν άνδρα απλά κακό για τον οποίο πρέπει να μιλήσουμε, αλλά για έναν άνδρα κακό και επιτήδειο, όπως ο Κ. Πομπέϊος στη συνθήκη της Νουμανδίας, ούτε για έναν άνδρα που φοβάται τα πάντα, αλλά για έναν άνδρα που δεν υπολογίζει καθόλου τις επικρίσεις της συνείδησης του, που δεν δυσκολεύεται να σωπάσει. Διότι, ένας κακός άνδρας, καλυμμένος και κρυμμένος, απέχει κατά πολύ από το να αφεθεί να αποκαλυφθεί, θα κάνει τόσο καλά που θα φανεί αποτροπιασμένος από το έγκλημα κάποιου άλλου. Και σε αυτό συνίσταται η επιδεξιότητα των πανούργων.

Θυμάμαι όταν είχα παραβρεθεί σε μια γνωμοδότηση που έκανε ο Σεξτίλλος Ρούφος : Φερόταν ως κληρονόμος του Φάντιου Γάλλου, στην διαθήκη του οποίου είχε γραφεί ότι είχε παρακαλέσει τον Σεξτίλλο να δώσει όλη τη κληρονομιά στη κόρη του Φάντια. Ο Σεξτίλλος το αρνείτο, και μπορούσε να το αρνηθεί ατιμώρητα, γιατί ποιος θα μπορούσε να τον πείσει; Αλλά κανείς μας δεν τον πίστευε, και ήταν πιο αληθοφανές ότι το ψέμα ήταν από την πλευρά εκείνου που είχε συμφέρον να πει ψέματα, παρά από την πλευρά ενός ανθρώπου που πιστοποιούσε ότι είχε παρακαλέσει τον Σεξτίλιο για ένα πράγμα για το οποίο έπρεπε να τον παρακαλέσει. Ο Σεξτίλιος προσέθετε ότι έχοντας ορκιστεί να τηρεί τον νόμο Βοκόνια , δεν θα τολμούσε να εναντιωθεί σ’ αυτόν, στο βαθμό που δεν θα έκρινε διαφορετικά. Ήμουν πολύ νέος τότε, αλλά υπήρχαν σε αυτή την συνεδρίαση πολύ σημαντικά πρόσωπα, και κανείς δεν είχε την άποψη να δώσει περισσότερα στη Φάντια από αυτό που έπρεπε να πάρει από το νόμο. Ο Σεξτίλιος είχε εκεί μια μεγάλη κληρονομιά, από την οποία δεν θα κρατούσε ένα σηρτέτιο, εάν είχε υπακούσει στην γνώμη αυτών που υποστήριζαν ότι πρέπει πάντα να προτιμάμε την ηθική αξία από την ωφέλεια. Φαντάζεσαι αν μετά από αυτό υπήρξαν κάποιες τύψεις, κάποιες ανησυχίες ; Τίποτα λιγότερο. Δεν ήθελε παρά να γίνει πλούσιος, έγινε, και κατά συνέπεια, ήταν πολύ άνετος : επειδή υπολόγιζε πολύ το χρήμα, και μάλιστα το χρήμα που δεν ήταν καθόλου κερδισμένο παράνομα, αλλά σύμφωνα με το νόμο. Και δεν πρέπει και σεις, οι άλλοι να εκτίθεστε σε κάθε είδους κίνδυνο για να αποκτήσετε πλούτη, επειδή προσφέρουν τις μεγαλύτερες ηδονές;

Εάν οι φιλόσοφοι μας, που θεωρούν τα δίκαια και ηθικά πράγματα, ως επιθυμητά γι’ αυτά τα ίδια, υποστηρίζουν ότι πρέπει να εκτιθέμεθα σε κάθε κίνδυνο για τον έρωτα αυτού που είναι δίκαιο και ηθικό, οι δικοί σου, που τα μετρούν όλα με την ηδονή μόνο πρέπει να εκτίθενται σε όλα για τον έρωτα της ηδονής. Όσο περισσότερο η υπόθεση θα είναι σημαντική και η κληρονομιά πολύ σημαντική, τόσο περισσότερο τα χρήματα που θα μπορούσαμε να πάρουμε θα προκαλέσουν ηδονή. Και, αν ο Επίκουρός σας, θέλει να τηρήσει τις αρχές του για το υπέρτατο αγαθό, θα πρέπει να πράξει όπως ο Σκιπίωνας, όταν του πρότειναν να ξαναπεράσει τον Αννίβα από την Ιταλία στην Αφρική : επίσης αυτός ο μεγάλος άνδρας, που δεν είχε άλλο σκοπό από την τιμή, δεν φοβήθηκε να αντιμετωπίσει με θάρρος τους πιο φρικτούς κινδύνους, έτσι ο σοφός σας, όταν θα διεγερθεί από κάποιο μεγάλο όφελος, θα παλέψει για την ευχαρίστησή του, ενάντια στην τύχη.

Εάν το έγκλημά του δεν αποκαλύπτεται καθόλου, θα το επιδοκιμάσει : εάν συλληφθεί επ’ αυτοφώρω, θα περιφρονήσει την τιμωρία των νόμων, διότι είναι προετοιμασμένος να μην ενδιαφέρεται καθόλου για το θάνατο, είναι προετοιμασμένος για την εξορία, και ακόμα και για τον πόνο, που τον θεωρείτε ως ανυπόφορο, όταν τον αντιμετωπίζετε ως συνεργό των κακών, αλλά που βρίσκετε εύκολο να τον υπομένετε όταν λέτε ότι ο σοφός σας έχει πάντα περισσότερη ηδονή από πόνο.



Κεφάλαιο 18

Η δικαιοσύνη δεν έχει τελικό σκοπό της την ηδονή.

( συνέχεια).

Η δυνατή και κρυφή αδικία.

Για να μην αφήσω τίποτα χωρίς να το εξετάσω, σκέψου ότι ένας κακός άνθρωπος είναι όχι μόνο επιδέξιος και επιτήδειος, αλλά επίσης και εξίσου ισχυρός όσο ο Κράσσος, που τουλάχιστον περιοριζόταν στο δικό του το καλό, ή, αν θέλεις, τόσο ισχυρός όσο είναι σήμερα ο δικός μας ο Πομπέος, στον οποίο οφείλουμε όλα όσα δίκαια έκανε, διότι θα μπορούσε να είναι άδικος χωρίς να υποστεί τιμωρία. Επιπλέον σκέψου πόσα άδικα πράγματα μπορούμε να κάνουμε που κανένας να μη μπορεί να μας πείσει.

Εάν ο φίλος σου, πεθαίνοντας, σε παρακαλέσει να αφήσεις την κληρονομιά του στην κόρη του, αλλά δεν υπάρχει τίποτα γραπτό, όπως έκανε ο Κ. Φάντιος, και εάν για το θέμα αυτό δεν έχει μιλήσει σε κανένα, τι θα κάνεις; Εσύ, Τορκουάτε, θα την απέδιδες, και ίσως και ο Επίκουρος επίσης θα την απέδιδε, όπως έκανε ένας από τους πιο σοφούς και τους πιο έντιμους ανθρώπους στον κόσμο, ο Σέξτος Πεδουκέος, που μας άφησε στον γιό του μια εικόνα των προσόντων του και των αρετών του. Ο Κ. Πλότιος, ευγενής ρωμαίος ιππότης από την πόλη της Νουρσίας, έχοντας αφήσει όλα του τα υπάρχοντα σ’ εκείνον, χωρίς να ξέρουμε με ποιους όρους, πήγε αμέσως να βρει την χήρα του, που δεν γνώριζε τίποτα για τη βούληση του συζύγου της, της την εξέθεσε, και ξανάβαλε όλη την κληρονομιά στα χέρια της. Ή, εσένα, Τορκουάτε, που με μεγάλη βεβαιότητα θα έκανες το ίδιο, σε ρωτώ : Δεν καταλαβαίνεις ότι η φύση πρέπει να έχει μεγάλη δύναμη, επειδή, εσείς που ανάγετε τα πάντα στην ίδια σας την άνεση, ή όπως συνηθίζετε να λέτε, στην ηδονή, θα κάνατε πράγματα όπου είναι φανερό ότι η ηδονή θα έπαιζε μικρότερο ρόλο από το καθήκον, και όπου η ορθή φύση θα υπερείχε μιας διεφθαρμένης λογικής;

Αν γνωρίζατε, λέει ο Καρνεάδης, ότι υπήρχε ένα φίδι σε κάποιο μέρος, και ότι ένας άνδρας που δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτό, και ότι θα κερδίζατε από το θάνατό του, ήθελε να καθίσει πάνω, θα κάνατε άσχημα να μην τον εμποδίσετε : εντούτοις θα μπορούσατε ατιμώρητα να μην τον προειδοποιήσετε, γιατί ποιος θα μπορούσε να σας πείσει; Αλλά ας σταματήσουμε εδώ : είναι σαφές ότι, εάν η πίστη και η δικαιοσύνη δεν προέρχονται από την ίδια τη φύση, και αν αντίθετα ανάγουμε τα πάντα στην δική μας ωφέλεια, δεν θα γνωρίζουμε ότι υπάρχουν άνθρωποι με καλοσύνη. Έχω ασχοληθεί αρκετά αναλυτικά με αυτά τα θέματα, με τη φωνή του Λέλιου, στα βιβλία μου Περί Δημοκρατίας.



Κεφάλαιο 19

Η εγκράτεια και η ανδρεία δεν έχουν τελικό σκοπό τους την ηδονή.

Κάνε χρήση των αρχών αυτών στην μετριοφροσύνη, στην εγκράτεια, που είναι ο μετριασμός της πλεονεξίας, και που την υποτάσσει στην λογική. Αυτό θα είναι να αρκεστούμε στην ντροπή, παρά να αποκτήσουμε χωρίς μάρτυρα μια αισχρή ηδονή, ή καλύτερα δεν υπάρχουν πράγματα που είναι από μόνα τους αισχρά, όταν δεν συνοδεύονται από καμία δυσφήμηση; Και οι σπουδαίοι άνδρες, οι γενναίοι άνδρες, πηγαίνουν στη μάχη και δίνουν όλο τους το αίμα για την πατρίδα τους, αφού έχουν μετρήσει τις ηδονές που μπορεί να τους αποφέρουν; Δεν είναι περισσότερο ένας ευγενικός έρωτας, ένας ευγενικός ενθουσιασμός; Εάν αυτός ο σπουδαίος Τορκουάτος, τόσο αυστηρός στην διοίκηση, μπορούσε να μας ακούσει, ποιόν από τους δυο μας πιστεύεις ότι θα άκουγε με μεγαλύτερη ευχαρίστηση ή εμένα, που έλεγα ότι ποτέ δεν υπολόγιζε την δική του ωφέλεια σ’ αυτό που έκανε, και δεν υπολόγιζε παρά μόνο τη δημοκρατία, ή εσένα, που υποστήριζες ότι δεν έκανε τίποτα παρά μόνο για τον εαυτό του; Εάν μάλιστα είχες τολμήσει να εξηγήσεις πιο καθαρά, θα έλεγες ότι δεν έκανε τίποτα παρά μόνο για την ηδονή; Και πως νομίζεις ότι θα το έπαιρνε;

Έστω, ότι ο Τορκουάτος, εάν το θέλεις, υπολόγιζε την ωφέλεια του (επειδή, μιλώντας για ένα τόσο μεγάλο άνδρα, προτιμώ να χρησιμοποιήσω τη λέξη ωφέλεια από τη λέξη ηδονή). Αλλά ο σύντροφός του ο Π. Δέκιος, αυτός που έφερε πρώτος την υπατεία στην οικογένεια του, είχε και αυτός υπόψη του την ηδονή όταν θυσιάστηκε, και όταν έσπρωξε με ορμή το άλογο του ανάμεσα στα στρατεύματα των Λατίνων; Πότε και που θα μπορούσε να ικανοποιήσει την ηδονή του, όταν έτρεχε προς βέβαιο θάνατο, και έτρεχε με μεγαλύτερη ορμή από αυτή που ζητά ο Επίκουρος για την επιδίωξη της ηδονής; Εάν αυτή η πράξη δεν ήταν πραγματικά εγκωμιαστική, ούτε ο γιός του, στην τέταρτη υπατεία του, δεν θα τον είχε μιμηθεί, ούτε ο εγγονός του, που, κατά την υπατεία του, διοίκησε το στρατό ενάντια στο Πύρρο, και σκοτώθηκε γενναία στη μάχη, δεν θα ήταν το τρίτο θύμα από την γενιά του, που θα θυσιαζόταν για την σωτηρία της δημοκρατίας.

Συντομεύω τα παραδείγματα αυτά. Οι Έλληνες μου παρέχουν μερικά : Ο Λεωνίδας, ο Επαμεινώνδας, και τρεις τέσσερις άλλοι, αλλά αν ήθελα να συλλέξω αυτά των Ρωμαίων, ναι, η ίδια η ηδονή θα ερχόταν να παραδοθεί στην αρετή για να αλυσοδεθεί. Δεν έχουμε χρόνο, και άλλωστε, όπως ο Α. Βάριος, αυστηρός και άκαμπτος δικαστής, όταν έφεραν μάρτυρες σε μια υπόθεση και ήθελαν και άλλους ακόμα, έλεγε σ’ αυτόν που δίκαζε μαζί του : ή αυτοί οι μάρτυρες είναι αρκετοί, ή δεν γνωρίζω τι εννοούμε με τη λέξη αρκετοί. Ομοίως, νομίζω ότι έχεις αναφέρει αρκετές σημαντικές μαρτυρίες. Αλλά εσύ, Τορκουάτε, εσύ που είσαι τόσο αντάξιος των προγόνων σου, άραγε η ηδονή που σε οδήγησε, πολύ νέο ακόμη, να συλλάβεις τον ύπατο Π. Σύλλα και να τον παραδώσεις στον πατέρα σου;

Ο πατέρας σου λοιπόν ήταν και αυτός φιλήδονος; Τι προσωπικότητα! Τι ύπατος! Τι πολίτης σ’ όλη του τη ζωή και κυρίως μετά την υπατεία του! Εγώ ο ίδιος, με την υποστήριξή του, σε ολέθριες συνθήκες, σκεφτόμουνα περισσότερο την δημοκρατία από τον εαυτό μου.

Αλλά πόσο πολύ μου άρεσε να σε ακούω, όταν τοποθετούσες από τη μια μεριά έναν άνθρωπο να πλέει στις ηδονές, χωρίς το παραμικρό συναίσθημα, χωρίς τον παραμικρό φόβο για πόνο, και από την άλλη έναν άνθρωπό παραδομένο σε κάθε είδους πόνους, χωρίς καμία ανακούφιση και χωρίς καμία ελπίδα, όταν ρωτούσες στη συνέχεια εάν μπορούμε να φανταστούμε έναν άνθρωπο, ή περισσότερο ευτυχισμένο από τον πρώτο, ή περισσότερο δυστυχισμένο από τον άλλο, και στο τέλος να συμπεραίνεις ότι ο πόνος είναι το μεγαλύτερο κακό, και η ηδονή το μεγαλύτερο καλό.



Κεφάλαιο 20

Πορτραίτο του φιλήδονου.

Γνώρισες τον Λ. Θόριο Μπάλμπο, από το Λανούβιο . Ζούσε κατά τέτοιο τρόπο, που δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε ηδονή πιο εξαίσια ούτε πιο επιθυμητή από αυτές που απολάμβανε. Του άρεσαν οι ηδονές, γνώριζε να τις διαλέγει με γούστο, ήταν πλούσιος. Η δεισιδαιμονία ήταν τόσο μακριά από την ψυχή του, που περιφρονούσε όλες αυτές τις μικρές θυσίες, όλους αυτούς τους ναΐσκους της πατρίδας του, και φοβόταν τόσο λίγο τον θάνατο, που σκοτώθηκε στο στρατό, πολεμώντας για τη Ρώμη.

Έδινε όρια στις επιθυμίες του, όχι σύμφωνα με την διαίρεση του Επίκουρου, αλλά με τον κορεσμό. Όμως φρόντιζε για την υγεία του : έκανε μέτρια εξάσκηση ώστε η πείνα και η δίψα να μπορούν να νοστιμίσουν τα γεύματά του. Έτρωγε μόνο πράγματα ελαφρά και ευκολοχώνευτα, έπινε εξαιρετικό κρασί, αλλά χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του βλαβερές υπερβολές. Δινόταν εξ’ άλλου σε όλες αυτές τις ηδονές χωρίς τις οποίες ο Επίκουρος λέει ότι δεν αντιλαμβάνεται να υπάρχει ευτυχία. Δεν είχε καμία έλλειψη άνεσης. Ήταν μάλιστα ικανός να υποφέρει πόνο χωρίς φόβο, και ήταν διατεθειμένος να συμβουλεύεται τους γιατρούς παρά τους φιλοσόφους. Σταθερή υγεία, ζωηρό χρώμα, όλα τα μέσα για ευχαρίστηση, τελικά, μια ζωή γεμάτη ηδονές, τίποτα δεν του έλειπε.

Να ένας άνδρας ευτυχισμένος σύμφωνα με σας : το δικό σας σύστημά σας αναγκάζει να το πιστέψετε. Κι’ εγώ δεν τολμώ να σου πω ποιόν προτιμώ από αυτόν. Η ίδια η αρετή θα σου το πει για μένα, και δεν θα διστάσει ούτε για μια στιγμή να προτιμήσει τον Μ. Ρέγκουλο από αυτόν. Γύρισε εθελοντικά από τη Ρώμη στην Καρθαγένη, χωρίς να είναι αναγκασμένος παρά από την υπόσχεση που είχε δώσει στους εχθρούς : και στο μέσο όλων αυτών που τον έκαναν να υποφέρει από τις αγρύπνιες και την πείνα, η αρετή δεν αφήνει να τον ανακηρύξουν πιο ευτυχισμένο από τον Θέριο που έπινε πάνω σ’ ένα κρεβάτι από τριαντάφυλλα.

Ο Ρέγκουλος είχε χρηματίσει δύο φορές ύπατος, είχε διοικήσει μεγάλους στρατούς, είχε θριαμβεύσει : εντούτοις τίποτα από όλα αυτά δεν θεωρούσε τόσο ένδοξο όσο την κατάσταση που ήταν γενναιόδωρα εκτεθειμένος, ώστε να μην αθετήσει καθόλου τον λόγο του. Και αυτή η κατάσταση, που μας φαίνεται σήμερα άθλια, ήταν απολαυστική γι’ αυτόν που υπέφερε. Δεν είμαστε ευτυχισμένοι, μόνο από τη χαρά και τις ηδονές, από τα παιχνίδια και τα γέλια, συνηθισμένη συντροφιά της ματαιοπονίας : οι μεγάλες ψυχές είναι ευτυχισμένες από την καρτερία τους και το σθένος τους.

Ο Λουκρήτιος, που ο γιός ενός βασιλιά τον προσέβαλε, πήρε μάρτυρες τους Ρωμαίους και σκοτώθηκε. Ο αποτροπιασμός που ο λαός αισθάνθηκε έγινε αιτία ώστε η Ρώμη, διαμέσου του Βρούτου, να απελευθερωθεί. Και για να τιμήσουν την μνήμη αυτής της γυναίκας, από τον πρώτο χρόνο, και ο άνδρας της και ο πατέρας της τοποθετήθηκαν ύπατοι.

Εξήντα χρόνια μετά, ο Λ. Βιργκίνιος, που ήταν άνθρωπος του λαού, προτίμησε να σκοτώσει ο ίδιος την ίδια του την κόρη, παρά να υποφέρει να αφεθεί η κόρη του στην κτηνωδία του Άππιου Κλαύδιου, που ήταν τότε πανίσχυρος.



Κεφάλαιο 21

Η ηδονή και οι αρετές. -Ο Πίνακας του Κλεάνθη.

Πρέπει, Τορκουάτε, ή να καταδικάσετε τις πράξεις αυτές, ή να εγκαταλείψετε το θέμα της ηδονής. Και ποιό είναι, μετά από όλα αυτά, αυτό το θέμα προς χάριν του οποίου δεν μπορούμε να προβάλλουμε κανέναν από τους μεγάλους άνδρες της αρχαιότητας; Ενώ, για μάρτυρες και σύμφωνους με τη δική μας, δημιουργούμε για σας μεγάλες προσωπικότητες, που πέρασαν όλη τους τη ζωή σε δοξασμένες πράξεις, και που δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν να αναφέρεται η ηδονή : εσείς οι άλλοι οι επικούρειοι, μένετε άφωνοι εκεί πέρα στις φιλονικίες σας. Ποτέ δεν άκουσα στην σχολή του Επίκουρου να αναφέρονται, ούτε ο Λυκούργος, ούτε ο Σόλων, ούτε ο Μιλτιάδης, ούτε ο Θεμιστοκλής, ούτε ο Επαμεινώνδας, που είναι στο στόμα όλων των άλλων φιλοσόφων : και σήμερα που ασχολούμαστε με αυτά τα θέματα, ο Αττικός, τόσο βαθειά γνώστης της αρχαιότητάς μας, μπορεί να μας δώσει παραδείγματα όχι λιγότερο ένδοξα.

Δεν είναι καλύτερα να πείτε κάτι γι’ αυτούς από το να γεμίζετε τόσους τόμους μόνο της Θεμίστας; Είναι προνόμιο των Ελλήνων : εμείς τους οφείλουμε την φιλοσοφία και όλες τις ωραίες γνώσεις, αλλά δεν είναι λιγότερο αλήθεια ότι έχουν αποκτήσει ελευθερίες που για μας είναι απαγορευμένες. Οι στωικοί και οι περιπατητικοί διαφωνούν : οι πρώτοι λένε ότι δεν υπάρχει τίποτα καλό εκτός από εκείνο που είναι ηθικό, οι άλλοι λένε ότι δεν μπορούμε να εγκωμιάσουμε υπερβολικά, να εκτιμήσουμε υπερβολικά, να εξυψώσουμε υπερβολικά αυτό που είναι ηθικό, αλλά που δεν αφήνει να δούμε και άλλα αγαθά ακόμη, που είναι είτε σε μας είτε έξω από μας. Η μάχη μεταξύ τους είναι ευγενική και η φιλονικία σημαντική, επειδή αναφέρεται όλη στην αρετή. Αλλά όταν φιλονικούμε με τους επικούρειους, πρέπει κατ’ ανάγκη να ακούμε συχνά να μιλούν για αισχρές ηδονές για τις οποίες ο ίδιος ο Επίκουρος μιλά πολύ συχνά.

Πίστεψε με, Τορκουάτε, αυτή εδώ δεν είναι γνώμη που μπορείς να υπερασπίσεις, εάν θελήσεις να σκεφθείς τον ίδιο σου τον εαυτό, τα ίδια σου τα συναισθήματα, όλη σου τη συμπεριφορά. Θα αισθάνεσαι ντροπή να υπερασπίζεσαι τη θέση του, όταν θα σκέφτεσαι τον πίνακα που έκανε ο Κλεάνθης για την ηδονή. Ήθελε να φαντάζονται οι ακροατές του, να απεικονίζεται η Ηδονή σε έναν πίνακα, ντυμένη εξαίσια σαν βασίλισσα, και καθισμένη σε θρόνο με τις Αρετές γύρω της, σαν ακόλουθές της, που, δεν πρόσεχαν άλλο από το να την υπηρετούν, εάν ο πίνακας μπορούσε να το επιτρέψει, πλησίαζαν κατά καιρούς στ’ αυτί της για να την προειδοποιήσουν να μην κάνει κάτι που θα μπορούσε να πληγώσει το πνεύμα των ανθρώπων, ή που θα μπορούσε να τους προκαλέσει πόνο : « Εμείς οι άλλες Αρετές, έμοιαζαν να λένε, δεν έχουμε φτιαχτεί παρά για να σε υπηρετούμε, αυτό είναι το καθήκον μας.»



Κεφάλαιο 22

Η επικούρεια ηθική περιορίζεται στην υποκρισία.

Αλλά, ο Επίκουρος, θα μου πεις, και σ’ αυτό είσαι δυνατός, αρνείται ότι μπορούμε να ζούμε ευχάριστα, εάν δεν ζούμε ηθικά, πόσο θα ήθελα να μάθω τι δέχεται ή τι αρνείται. Όχι, εδώ πρόκειται να δούμε τι πρέπει να πει ένας άνθρωπος που τοποθετεί το υπέρτατο αγαθό στην ηδονή. Ε! Τι επιχείρημα μου φέρνεις για να αποδείξεις ότι ο Θόριος, ο Κ. Χίρριος Ποστούμιος, και ο Οράτα, ο δάσκαλός όλων, δεν έζησαν ευχάριστα; Ο ίδιος ο Επίκουρος υποστηρίζει ότι η ζωή των φιλήδονων δεν είναι καθόλου κατακριτέα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι καθόλου αδύνατοι για να αφεθούν να πέσουν σε κενές πλεονεξίες και σε κενούς φόβους. Και υποσχόμενος το φάρμακο για τις πρώτες και για τους δεύτερους, υπόσχεται κάθε ελευθερία στην ηδονή. Λέει, πράγματι, ότι δεν βρίσκει να υπάρχει κανένα θέμα ψόγου στη ζωή ενός φιλήδονου ο οποίος δεν επιθυμεί ούτε φοβάται τίποτα. Δεν είναι λοιπόν δυνατό όταν ανάγεις τα πάντα στην ηδονή, να μην εγκαταλείπεις την αρετή : επειδή αυτός που δεν απέχει από την αδικία παρά μόνο για προσωπική του ωφέλεια δεν αξίζει καθόλου το όνομα δίκαιου ανθρώπου. Γνωρίζεις τους στοίχους :

Δεν είναι καθόλου ευσεβής αυτός που είναι ευσεβής μόνο από φόβο.

Δεν υπάρχει σίγουρα τίποτα πιο αληθινό, διότι ένας άνθρωπος που δεν είναι δίκαιος παρά μόνο από φόβο, δεν είναι καθόλου δίκαιος, και θα πάψει να είναι δίκαιος μόλις πάψει να φοβάται. Ή, θα πάψει να φοβάται, εάν μπορέσει να κρύψει την αδικία του, ή εάν είναι αρκετά ισχυρός για να την υποστηρίξει. Θα προτιμήσει πάντοτε να φαίνεται άνθρωπος του καλού χωρίς να είναι, από το να είναι και να μην φαίνεται. Έτσι βλέπεις ότι αντί για μια πραγματική και σταθερή δικαιοσύνη, μας προτείνετε μια ψεύτικη και πλασματική, και μας προστάζετε, κατά κάποιο τρόπο, να περιφρονούμε την αλάνθαστη μαρτυρία της συνείδησής μας, για να υπακούσουμε στις αβεβαιότητες της γνώμης. Μπορούμε να πούμε για όλες τις άλλες αρετές αυτά που μόλις σου είπα για τη δικαιοσύνη : το να τις θεμελιώνουμε στην ηδονή είναι σαν να τις θεμελιώνουμε στον αέρα, όπως κάνετε εσείς. Θα μπορούσαμε τότε, για παράδειγμα, να θαυμάζουμε στον αρχαίο Τορκουάτο μια πραγματική ψυχική δύναμη; Ακόμα και αν δεν μπορώ να σε διαφθείρω όπως λες : μου αρέσει να μιλώ για μεγάλους άνδρες της οικογένειάς σου και του ονόματος σου, και μάλιστα έχω πάντα στα μάτια μου πόσα, σε εποχές που όλοι ξέρουν, σημεία φιλίας μου έδωσε ο Α. Τορκουάτος που θα μου είναι πάντοτε αγαπητά. Εντούτοις θα έπρεπε να μου είναι πολύ λιγότερο αγαπητά, εάν πίστευα ότι με αυτά δεν κοίταζε παρά μόνο την ωφέλεια του και όχι τη δική μου, εκτός αν επανέλθεις να πεις ότι όλοι έχουν πάντοτε συμφέρον να κάνουν το καλό. Εάν το πεις αυτό, έχω κερδίσει, διότι δεν ισχυρίζομαι άλλο πράγμα στην φιλονικία μας, από το ότι ο καρπός του καθήκοντος είναι το ίδιο το καθήκον. Αλλά δεν βρίσκεται εκεί αυτό που χρειάζεται ο σοφός σας. Θέλει να βγάλει την ηδονή από όλα τα πράγματα, σαν μισθό που απαιτεί.

Επανέρχομαι στον αρχαίο Τορκουάτο. Εάν αυτό έγινε προσβλέποντας στην ηδονή που θα λάμβανε, όταν έδωσε μάχη εναντίον των Γαλατών κοντά στο Άνιο, και αν του άρπαξε το περιλαίμιο στο οποίο χρωστά το προσωνύμιο του για κάποια άλλη αιτία παρά για να κάνει μία πράξη άξια ενός γενναίου άνδρα, δεν είναι πλέον τέτοιος για μένα. Πως εάν η μετριοφροσύνη, η τιμή, η ντροπαλότητα, με μία λέξη η εγκράτεια, δεν διατηρούνται παρά από τον φόβο της τιμωρίας ή της δυσφήμησης, και εάν δεν διατηρούνται, τρόπος του λέγειν, από την δική τους ιερότητα, σε ποιες μοιχείες, σε ποιες αισχρές κραιπάλες δεν θα αφηνόμαστε να οδηγηθούμε, από τη στιγμή που θα είμαστε σίγουροι του μυστικού ή της ατιμωρησίας!

Αλλά τι σημαίνει, κατά την άποψή σου, Τορκουάτε, ότι έχοντας το όνομα, την αξία και την φήμη αυτού που είσαι, δεν θα τολμούσες να παραδεχθείς μπροστά σε όλους ότι σε κάνει να συμπεριφέρεσαι και να σκέφτεσαι, ποίο είναι το σχέδιό σου, ο σκοπός σου, αυτό που κρίνεις ότι είναι το πιο εξαιρετικό στην ζωή; Όταν θα αναλάβεις υπηρεσία, και θα ανέβεις στο δικαστήριο, θα πρέπει να διακηρύξεις στο λαό ποιοι θα είναι οι κανόνες της δικαιοδοσίας σου, και ίσως ακόμα ακολουθώντας το έθιμο, θα πεις κάτι για τους προγόνους σου και για τον εαυτό σου : Και λοιπόν! Θα διακηρύξεις άραγε τότε ότι, σε όλη τη διάρκεια της δικαστικής σου θητείας, δεν θα πράξεις τίποτα παρά μόνο για την αγάπη της ηδονής, και ότι δεν έχεις ποτέ μέχρι τώρα πράξει τίποτα παρά μόνο για τον ίδιο σκοπό; Με θεωρείς λοιπόν τόσο στερημένο από αίσθηση, μου λες, ότι θα μιλήσω με αυτό τον τρόπο μπροστά σε ένα πλήθος αδαών; Αλλά πες το τουλάχιστον όταν θα βρίσκεσαι στο δικαστήριο για να απονείμεις δικαιοσύνη. Ή εάν φοβάσαι τον κόσμο από τον οποίο θα περιτριγυρίζεσαι τότε, πες το στην σύγκλητο. Δεν θα κάνεις τίποτα από αυτά, και γιατί, εάν δεν πρόκειται για αισχρή ομολογία; Μας περνάς λοιπόν, τον Τριάριο και μένα, για ανθρώπους στους οποίους μπορεί κανείς να πει τα πάντα;



Κεφάλαιο 23

Η επικούρεια θεωρία στηρίζεται στην υποκρισία.

Αλλά έστω, είναι η λέξη της ηδονής που στερείται ευγένειας, ίσως εμείς δεν την αντιλαμβανόμαστε. Να η συνηθισμένη απάντησή σας. Τι δυσκολία, πράγματι, τι σκοτάδι! Τι! Όταν μιλάμε για τα άτομα και για μετακόσμια, πράγματα που δεν υπάρχουν ούτε μπορούν να υπάρξουν, θα αντιληφθώ καλά τι σημαίνουν, και δεν θα μπορέσω να αντιληφθώ τι είναι αυτή η ηδονή, που ακόμη και τα σπουργίτια τη γνωρίζουν; Αλλά τι θα πεις εάν σε κάνω να παραδεχτείς ότι, όχι μόνο γνωρίζω τι είναι αυτή η ηδονή γενικά; που δεν είναι άλλο πράγμα από μία ευχάριστη κίνηση των αισθήσεων, αλλά ότι γνωρίζω επίσης τι είναι αυτή η ηδονή για την οποία ακούτε να μιλούν, τόσο αυτή για την οποία μόλις μίλησα, που την ονομάζετε κινητική ηδονή, και που μπορεί να δεχθεί διάφορες διαφοροποιήσεις, όσο και εκείνη που ονομάζετε καταστηματική ηδονή, που δεν μπορεί να δεχθεί αύξηση, και που την τοποθετείτε στην απουσία του πόνου.

Θέλω να αφορά μόνο αυτήν την τελευταία : σε ποια συνάθροιση θα τολμούσες ποτέ να πεις ότι δεν κάνεις τίποτα παρά για να μην έχεις κανένα πόνο; Ότι εάν αυτό δεν σου φαίνεται ακόμα αρκετά ηθικό να το πεις, πες ότι δεν θα πράξεις τίποτα, ούτε στην δικαστική σου θητεία, ούτε σε όλη τη διάρκεια της ζωής σου, παρά μόνο για την δική σου ωφέλεια, τίποτα παρά μόνο αυτό που σου αρμόζει, τελικά τίποτα παρά για την αγάπη του εαυτού σου. Ποιες φωνές δεν θα υψωθούν τότε εναντίον σου, και ποια ελπίδα θα σου απομείνει να αποκτήσεις την υπατεία, για την οποία φαίνεται ότι είσαι προορισμένος; Τι! Θα ακολουθήσεις μυστικά, και δεν θα αφήσεις να δουν παρά μόνο οι πιο στενοί σου φίλοι, τα συναισθήματά που δεν θα τολμούσες να μαρτυρήσεις δημόσια; Αντίθετα, έχεις πάντα στο στόμα, όπως οι περιπατητικοί και οι στωικοί, τις λέξεις « για αμεροληψία, για καθήκον, για ευθύτητα και ηθική αξία», λες « ότι δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα που να μην είναι αντάξιο του κράτους, αντάξιο του λαού των ρωμαίων, ότι πρέπει να αψηφήσουμε όλους του κινδύνους για τη δημοκρατία, να πεθάνουμε για την πατρίδα.»

Όταν μιλάς έτσι μέσα στα δικαστήρια, στη σύγκλητο, σε θαυμάζουμε, τόσο βλάκες είμαστε, και συ γελάς μόνος σου : επειδή, σε όλα αυτά, καμιά αναφορά στην ηδονή, ούτε σ’ αυτήν που την ονομάζετε κινητική, και που όλη η πόλη, όλη η ύπαιθρος, όλοι αυτοί που μιλούν την γλώσσα μας, ονομάζουν ηδονή όπως ακριβώς και συ, ούτε σ’ αυτήν που είναι καταστηματική , και που ποτέ κανείς δεν την ονόμασε ηδονή, παρά μόνο εσείς.



Κεφάλαιο 24

Κριτική της επικούρειας φιλίας.-Η ωφέλεια και η φιλία.

Βλέπεις, εάν κάνεις καλά να μιλάς σαν και μας, όταν σκέφτεσαι τόσο διαφορετικά. Θα ήταν ανέντιμο από μέρους σου να διαμορφώσεις το πρόσωπό σου και την συμπεριφορά σου, για να φανείς πιο σοβαρός, και να μην φοβηθείς να παρουσιάσεις τον εαυτό σου κατά τέτοιο τρόπο στις συζητήσεις σου, ώστε να μιλάς κατά ένα τρόπο και να σκέφτεσαι κατά έναν άλλο τρόπο, θα αλλάζεις ακόμα και συναισθήματα όπως τα ρούχα, θα έχεις σπίτι σου κρυφές απόψεις, και θα εξαπατάς τον λαό κρατώντας την αλήθεια για τον εαυτό σου! Ακόμα μια φορά, είναι σωστό αυτό; Για μένα, δεν πιστεύω σε καλές γνώμες παρά μόνο σ’ αυτές που έχουν ποιότητα της ψυχής, που είναι αξιέπαινες, που είναι δοξασμένες, τις οποίες μπορούμε να τις παρουσιάσουμε στη σύγκλητο, στο λαό, σε κάθε είδους συνάθροιση, και που δεν εκθέτουν έναν άνδρα να σκέφτεται χωρίς ντροπή αυτό που ντρέπεται να πει.

Αλλά ποια θέση θα έμενε για την φιλία; Μπορούμε να είμαστε φίλοι με κάποιον άλλον χωρίς να τον αγαπούμε γι’ αυτόν τον ίδιο; Το ρήμα αγαπώ ( amo), από το οποίο προέρχεται η λέξη φιλία (amicitia), είναι άλλο πράγμα από το να θέλουμε κάθε καλό για κάποιον, ακόμα και αν δεν μας ανταποδώσει τίποτα; Δεν θα μου είναι άχρηστο, θα πεις, να είμαι ανιδιοτελής φίλος. Πες καλύτερα ότι φαίνεται να αγαπάς, διότι η φιλία είναι πραγματική ή δεν υπάρχει. Δεν μπορείς να έχεις το ενδιαφέρον ενός φίλου παρά μόνο αν τον έχεις στην καρδία σου, και δεν είναι από υπολογισμό αυτό που σου δίνει τρυφερότητα.

Αλλά δένομαι για την ωφέλεια, θα πεις. Η φιλία σας υφίσταται λοιπόν όταν βρίσκετε σ’ αυτήν ωφέλεια, και αν η ωφέλεια δημιουργεί την σχέση, το μειονέκτημα της ωφέλειας θα φέρει και την διάλυση. Παρόλα αυτά τι θα κάνεις όταν ο φίλος σου, όπως συμβαίνει συχνά, φτάσει να μην μπορεί πια να σου είναι χρήσιμος; Θα τον εγκαταλείψεις αμέσως; Τι φιλία! Θα εξακολουθήσεις να τον αγαπάς; Τότε αυτό θα είναι σύμφωνο με σένα τον ίδιο, με σένα που έχεις υποστηρίξει ότι η φιλία δεν είναι επιθυμητή παρά μόνο για την ωφέλεια που λαμβάνουμε απ’ αυτήν ; «αλλά αν πάψω να είμαι φίλος του, θα έχω να φοβηθώ το μίσος του κόσμου.» Γιατί, εάν δεν είναι διότι το πράγμα είναι από μόνο του αισχρό; Και αν επιμένεις, στη συνέχεια αυτού του φόβου, θα πρέπει, για να αποτινάξεις μια ανώφελη σχέση, να εύχεσαι ο θάνατος να σε ελευθερώσει από τον φίλο σου. Διότι εάν, όχι μόνο δεν θα λάβεις καμία ωφέλεια, αλλά ότι επί πλέον οι υποθέσεις σου θα υποφέρουν, ότι θα έπρεπε να δόσεις μεγάλες λύπες γι’ αυτόν, και ακόμα να εκθέσεις τη ζωή σου, τότε δεν θα σκεφτόσουνα ότι ο καθένας έχει γεννηθεί για τον εαυτό του; Θα έδινες τον εαυτό σου όμηρο σε ένα τύραννο για να σώσεις τη ζωή του φίλου σου, όπως αυτός ο πυθαγόρειος που ξανάπεσε στα χέρια του τυράννου της Σικελίας; Νέε Πυλάδη, θα έλεγες ότι είσαι ο Ορέστης, με σκοπό να πεθάνεις στη θέση του; Ή αν ήσουν ο Ορέστης, θα πρόδιδες τον εαυτό σου για να σώσεις τον Πυλάδη; Και αν δεν μπορούσες να επιτύχεις, θα ζήταγες να πεθάνεις μαζί του;



Κεφάλαιο 25

Κριτική της επικούρειας φιλίας ( συνέχεια).

Οι φίλοι του Επίκουρου.

Ναι, χωρίς αμφιβολία, θα το έκανες, Τορκουάτε, γιατί πιστεύω ότι δεν υπάρχει τίποτα το εγκωμιαστικό και το δοξασμένο παρά ο φόβος της οδύνης ή του θανάτου που θα σε εμπόδιζε να το κάνεις. Αλλά εδώ δε πρόκειται γι’ αυτό που θα έκανες από μεγαλείο ψυχής, εδώ πρόκειται για την γνώμη σου. Αυτή που υποστηρίζεις, και οι διδαχές που εγκρίνεις, ανατρέπουν ολοσχερώς την φιλία, παρόλο που ο δάσκαλός σας δεν παύει να την εξυψώνει μέχρι τον ουρανό. Αλλά λες ότι αυτός ο ίδιος ήταν πολύ σταθερός στις φιλίες του : για ακόμη μια φορά, δεν αρνούμαι ότι δεν υπήρξε έντιμος άνδρας, άνδρας ήπιος και γεμάτος ανθρωπισμό, το θέμα δεν είναι το ήθος του, είναι οι δοξασίες του. Αφήνω στους Έλληνες την παραφορά τους και την τραχύτητα στις λογομαχίες, και τις ύβρεις με τις οποίες ξεφτιλίζουν αυτούς που δεν συμφωνούν μαζί τους. Αλλά εάν είναι αλήθεια ότι ήταν πιστός στις φιλίες του ( διότι δεν επιβεβαιώνω τίποτα εδώ), δεν έκανε παρά ένα κακό σύστημα.

« Αλλά είχε, λες, πολλούς οπαδούς.» Δίκαια, ίσως, αλλά η μαρτυρία του πλήθους είναι επιχείρημα αρκετά αδύναμο, επειδή, σε όλες τις τέχνες, σε όλα τα είδη σπουδών, σε όλα τα είδη της επιστήμης, όπως και ακόμα και στην αρετή, τίποτα δεν είναι πιο σπάνιο από το να διαπρέπεις.

Ακόμα και με αυτό ότι ο Επίκουρος ήταν άνδρας καλός, ότι υπήρχαν πάντα και υπάρχουν ακόμα πολλοί από αυτούς που ακολουθούν τη φιλοσοφία του πιστοί στις φιλίες τους, σοβαροί και σταθεροί στην συμπεριφορά τους, και οδηγούμενοι όχι σύμφωνα με την ηδονή, αλλά σύμφωνα με το καθήκον, αναγνωρίζουμε πόσο η αρετή κυριαρχεί πάνω στις ηδονές. Πράγματι, κάποιοι ζουν με τρόπο που αντικρούουν την άποψη τους με τη ζωή τους. Ενώ πολλοί άλλοι ομιλούν πολύ καλύτερα από αυτά που πράττουν, αυτοί, αντίθετα, πράττουν πολύ καλύτερα από αυτά που λένε.



Κεφάλαιο 26

Κριτική της επικούρειας φιλίας ( συνέχεια).

Οι τρεις επικούρειες θεωρίες για την φιλία.

Αλλά όλα αυτά δεν συμβαδίζουν με το σκοπό μας. Ας σταματήσουμε σ’ αυτό που είπες για την φιλία. Μου φάνηκε ότι δεν αναγνώρισα παρά μία θεμελιώδη αρχή του Επίκουρου : ότι η φιλία ήταν αξεχώριστη από την ηδονή, επειδή, χωρίς την φιλία, δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε με ασφάλεια, ούτε χωρίς φόβο, ούτε με ηδονή. Νομίζω ότι έχω απαντήσει αρκετά σ’ αυτό. Αυτό που είπες στη συνέχεια είναι πιο ηθικό, και δεν είναι του Επίκουρου, απ’ ότι γνωρίζω, αλλά κάποιων νέων επικούρειων : ότι πρώτα αναζητούμε να κάνουμε φίλους για την δική μας ωφέλεια, αλλά ότι, από τη στιγμή που η ωφέλεια εδραιώνεται από τη συνήθεια, τους αγαπάμε για αυτούς τους ίδιους, χωρίς καμία βλέψη ωφέλειας. Παρά το ότι θα μπορούσαμε ακόμα να αποσιωπήσουμε εδώ περισσότερες από μία αντιρρήσεις, εν τούτοις παίρνω αυτό που μου δίνουν. Εάν αυτό δεν είναι αρκετό γι’ αυτούς, είναι αρκετό για μένα. Τους αρμόζει επιτέλους να κάνουν κάτι καλό χωρίς καμία βλέψη ωφέλειας.

Ακόμα είπες ότι άλλοι, ανάμεσά σας, λένε ότι οι συνετοί υποχρεώνονται, από ένα είδος συμφωνίας, να έχουν οι μεν για τους δε τα ίδια συναισθήματα που έχουν για αυτούς τους ίδιους, ότι αυτό μπορεί να γίνει, ότι αυτό γίνεται συχνά, και ότι τίποτα δεν μπορεί να συμβάλει περισσότερο στην ηδονή. Αλλά, εάν μπόρεσαν να κάνουν τη συνθήκη να αγαπιούνται αμοιβαία χωρίς κανένα συμφέρον, γιατί δεν κάνουν αυτό να αγαπούν το ίδιο, χωρίς κανένα συμφέρον, τη δικαιοσύνη, την εγκράτεια και όλες τις άλλες αρετές; Κατά βάθος, εάν δεν συνάπτουν φιλία παρά αποβλέποντας στην ωφέλεια που μπορεί να επιστραφεί, και αν δεν είναι η ίδια η φιλία που επιδιώκουμε με τη φιλία, ποιος αμφιβάλλει ότι με την ευκαιρία δεν καταλήγουμε να προτιμάμε τα αγαθά μας, τα εισοδήματά μας, όλα μας τα συμφέροντα από τους φίλους μας; Θυμήσου ακόμα σ’ αυτό το σημείο, είσαι ο κύριος σ’ αυτά, τα ωραία πράγματα που ο Επίκουρος είπε για να εξυμνήσει την φιλία : δεν ψάχνω αυτό που είπε, αλλά αυτό που μπορεί να πει σύμφωνα με το σύστημα του. « κάνουμε φίλους για την ωφέλεια! » Πιστεύεις λοιπόν ότι ο Τριάριος θα μπορούσε να σου είναι περισσότερο χρήσιμος από τους σιτοβολώνες που έχεις στις Πουζόλες.

Συγκεντρώστε όλοι τις κοινές σας θέσεις. «Οι φίλοι μας προστατεύουν!» Αλλά δεν βρίσκετε αρκετή προστασία σε σας τους ίδιους, στους νόμους, και στους δεσμούς και στις συνήθειες που έχετε εξάλλου; Για την περιφρόνηση, δεν έχετε να την φοβηθείτε. Εύκολα θα ξεφύγετε από το μίσος και φθόνο των συμπολιτών σας : Ο Επίκουρος εδώ ακριβώς δίνει τις συνταγές. Αλλά εσύ που κάνεις τόσο ευγενική χρήση των μεγάλων σου αγαθών, δεν έχεις ανάγκη, για την άμυνά σου, από αυτή τη φιλία του Πυλάδη, η ευμένεια του κοινού, σου χρησιμεύει σαν τείχος προστασίας. « Αλλά δεν χρειάζεται, θα πεις, κάποιος έμπιστος όλων των ευχάριστων ή θλιμμένων ιδεών μας, με μια λέξη των μυστικών μας;» Εμπιστέψου τες στον ίδιο σου τον εαυτό, ή, εάν θέλεις έναν έμπιστο, ένας συνηθισμένος φίλος σου είναι αρκετός. Ας δεχθούμε εντούτοις ότι όλα αυτά μπορούν να είναι χρήσιμα : ποια σύγκριση υπάρχει, για την ωφέλεια, με τόσο μεγάλη περιουσία; Έτσι βλέπεις ότι, εάν θεμελιώσεις την φιλία στην ίδια τη φιλία, δεν υπάρχει πιο εξαιρετικός δεσμός, αλλά αν την στηρίξεις στην ωφέλεια, τα εισοδήματα από τα χωράφια σου υπερέχουν από τους πιο στενούς δεσμούς. Πρέπει να είμαι εγώ ο ίδιος αυτόν που αγαπάς, και όχι ότι είναι δικό μου, για να μπορούμε να είμαστε αληθινοί φίλοι.



ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ


Κεφάλαιο 27

Για την βεβαιότητα και τη διάρκεια της ευτυχίας, σύμφωνα με τον Επίκουρο.

Αλλά έχω επεκταθεί πολύ σε ένα πράγμα πολύ φανερό : διότι, αφού απέδειξα ότι δεν μπορούμε να έχουμε ούτε αρετή ούτε φιλία εάν ανάγουμε τα πάντα στην ηδονή σου, νέες αποδείξεις φαίνονται ανώφελες. Εντούτοις, για να απαντήσω σε όλα, θα εξετάσω με λίγα λόγια το υπόλοιπο της ομιλίας σου. Επειδή ο σκοπός της φιλοσοφίας είναι η ευτυχία, και επειδή γι’ αυτό το λόγο οι άνθρωποι την μελετούν, επειδή, ανάμεσα σε πολλές άλλες απόψεις, η δική σας την τοποθετεί στην ηδονή, όπως τοποθετεί την δυστυχία της ζωής στον πόνο, πρέπει να δούμε πρώτα τι είναι, σύμφωνα με σας, να ζει κανείς ευτυχισμένα.

Θα συμφωνήσεις, πιστεύω, ότι, εάν είναι αλήθεια ότι υπάρχει ευτυχία, πρέπει να εξαρτάται από τον σοφό. Ευτυχία που θα μπορούσαμε να την χάσουμε δεν θα ήταν η πραγματική ευτυχία. Ή, ποιος μπορεί να ελπίζει ότι θα απολαμβάνει πάντα μια φθαρτή και εύθραυστη ευτυχία; Αλλά αυτός που δυσπιστεί για την ισοβιότητα της ευτυχίας του, φοβάται κατ’ ανάγκη ότι θα γίνει δυστυχισμένος χάνοντας την. Ή, δεν μπορούμε να ονομάσουμε ευτυχισμένο κανένα με το φόβο πολύ μεγάλων κακών. Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος.

Πράγματι δεν πρέπει καθόλου να κρίνουμε την ευτυχία, για κάποια περίοδο της ζωής, αλλά για το σύνολο της ζωής. Δεν μπορούμε να ονομάσουμε μια ζωή ευτυχισμένη, εάν δεν είναι εξαιρετικά και απόλυτα ευτυχισμένη, ούτε να πούμε κάποιον ευτυχισμένο τη μία στιγμή, και δυστυχισμένο κάποια άλλη : διότι αυτός που νομίζει ότι μπορεί να γίνει δυστυχής δεν θα είναι ευτυχισμένος. Αλλά εφ’ όσον, με την φρόνηση, κάνει τη ζωή ευτυχισμένη, είναι το ίδιο σταθερή όσο η ίδια φρόνηση της οποίας είναι κατασκεύασμα. Και έτσι δεν υπάρχει πλέον ανάγκη να περιμένουμε το τέλος της ζωής για να κρίνουμε την ευτυχία, όπως ο Σόλων, στον Ηρόδοτο, το διδάσκει στον Κροίσο.

Αλλά, θα έλεγες, ο Επίκουρος υποστηρίζει ότι η χρονική διάρκεια δεν έχει σχέση με την ευτυχία, και ότι η ηδονή την οποία απολαμβάνουμε κάποιες στιγμές δεν είναι κατώτερη αυτή η ίδια από αυτήν που διαρκεί για πάντα.

Περίεργη αντίφαση! Αυτός που τοποθετεί το υπέρτατο αγαθό στην ηδονή, αρνείται ότι η ηδονή μπορεί να είναι μεγαλύτερη σε άπειρο χρόνο παρά σε περιορισμένο χρονικό διάστημα. Γι’ αυτόν που τοποθετεί το υπέρτατο αγαθό στην αρετή, είναι καλά θεμελιωμένο να πει ότι η ζωή είναι εξαιρετικά ευτυχισμένη από τη στιγμή που η ζωή είναι εξαιρετική, και ότι έτσι ο χρόνος δεν προσθέτει τίποτα στο υπέρτατο αγαθό. Αλλά αυτός που πιστεύει ότι αυτό που κάνει τη ζωή ευτυχισμένη, είναι η ηδονή δεν μπορεί λογικά να πει το ίδιο πράγμα : επειδή, εάν η διάρκεια της ηδονής δεν προσθέτει τίποτα στην ηδονή, η διάρκεια του πόνου δεν προσθέτει τίποτα και αυτή στον πόνο, και εάν η διάρκεια του πόνου σου αυξάνει τον πόνο, πρέπει απαραίτητα η διάρκεια της ηδονής να αυξάνει επίσης την ηδονή, και να την καθιστά πιο επιθυμητή.

Γιατί λοιπόν ο Επίκουρος, μιλώντας για τον υπέρτατο Θεό, τον αποκαλεί πάντα μακάριο και αιώνιο ; Διότι εάν η αιωνιότητα της ευτυχίας δεν έχει σχέση με την ευτυχία, ο Δίας δεν είναι πιο ευτυχισμένος από αυτόν, επειδή απολαμβάνουν και οι δύο το ίδιο υπέρτατο αγαθό, που είναι η ηδονή. « Αλλά ο Επίκουρος υπόκειται στον πόνο.» Ο πόνος δεν σημαίνει τίποτα γι’ αυτόν, επειδή υποστηρίζει ότι, ακόμα και να τον έκαιγαν, δεν θα σταματούσε να λέει : Πόσο γλυκό είναι αυτό!

Πού λοιπόν ο Δίας μπορεί να υπερέχει από αυτόν, εάν δεν υπερέχει στην αιωνιότητα; Πόσο λιγότερο καλό μπορεί να έχει στην αιωνιότητα, εάν δεν είναι η απόλαυση μιας υπέρτατης και αιώνιας ηδονής; Αλλά σε τι χρησιμεύει να μιλάμε υπέροχα, όταν αντιφάσκουμε; Η ευτυχία της ζωής, σύμφωνα με σας, συνίσταται στην ηδονή του σώματος, θα πρόσθετα, και ακόμα σ’ αυτή του πνεύματος, αρκεί αυτή να εξαρτάται, όπως υποστηρίζετε, από την άλλη. Χρυσός, αυτή η ηδονή, ποιος μπορεί να την εξασφαλίσει για πάντα στον σοφό; Τα πράγματα που δίνουν ηδονή δεν εξαρτώνται από αυτόν, εφ’ όσον δεν τοποθετείτε την ευτυχία του στη φρόνηση, αλλά σε πράγματα που υποστηρίζετε ότι η φρόνηση πρέπει να αποκτήσει για την ηδονή, και που, εφ’ όσον είναι τελείως ξένα προς την φρόνηση, υπόκεινται στο τυχαίο. Η ευτυχία λοιπόν είναι στα χέρια της τύχης : εντούτοις ο Επίκουρος λέει ότι η τύχη δεν σημαίνει τίποτα για τον σοφό.


Κεφάλαιο 28

Για την πιθανότητα της ευτυχίας, κατά τον Επίκουρο.

Όλα αυτά, θα πεις, δεν είναι σημαντικά. Ο Επίκουρος μας διδάσκει ότι ο σοφός είναι αρκετά πλούσιος μόνο με τα αγαθά της φύσης, που είναι πάντοτε στα χέρια μας. Έστω, και σκέφτομαι όπως αυτός, αλλά να ακόμα μια αντίφαση. Υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει λιγότερη ηδονή το να τρεφόμαστε με τα πιο ευτελή πράγματα, και να μην πίνουμε παρά νερό, από το να απολαμβάνουμε όλη την πολυτέλεια του τραπεζιού. Εάν έλεγε ότι, για να ζούμε ευτυχισμένα, δεν έχει σημασία με τι ζούμε, θα ήμουνα σύμφωνος, και ακόμα θα τον επαινούσα, επειδή ο λόγος του θα ήταν σωστός. Και όταν ο Σωκράτης, που δεν έδινε καμιά σημασία στην ηδονή, έλεγε ότι το καλύτερο καρύκευμα του ποτού και του φαγητού είναι η δίψα και η πείνα, το αποδέχομαι, αλλά δεν αποδέχομαι έναν άνδρα που, ανάγοντας τα πάντα στην ηδονή, μιλά όπως ο Πίσων Φρούγκι και ζει όπως ο Γαλλόνιος, διότι δεν μπορώ να πιστέψω ότι εκφράζει τις πραγματικές του σκέψεις.

Λέει ότι τα αγαθά της φύσης είναι στα χέρια μας, γιατί αυτή ικανοποιείται με τα λίγα. Χωρίς αμφιβολία, εάν δεν αποδίδατε τόσο μεγάλη αξία στην ηδονή. Όταν λέει στη συνέχεια ότι το να τρως τα πιο ευτελή πράγματα δεν δίνουν λιγότερη ευχαρίστηση από τα πιο εξαίσια, όχι μόνο του λείπει η κρίση, αλλά του λείπει και το γούστο. Σ’ αυτούς που επικρίνουν την ηδονή ταιριάζει να πουν ότι δεν προτιμούν έναν οξύρυγχο από μία ρέγκα. Αλλά ένας άνδρας που θέτει, όπως αυτός, το υπέρτατο αγαθό στην ηδονή, δεν πρέπει να κρίνει τα πράγματα με την λογική, αλλά με τις αισθήσεις, και πρέπει να θεωρεί ως το καλύτερο αυτό που τις κολακεύει περισσότερο.

Αλλά θέλω να μπορούμε να έχουμε μεγάλες ηδονές για λίγα, και σχεδόν για το τίποτα, θέλω να μη βρίσκουμε λιγότερη ηδονή στο κάρδαμο που ήταν, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, η τροφή των Περσών, παρά στα τραπέζια των Συρακουσών που τα εδέσματά τους κατακρίνει ο Πλάτων, τελικά θέλω να είναι τόσο εύκολη η απόκτηση της ηδονής όσο σε ευχαριστεί να την υποθέτεις : τι θα πούμε για τον πόνο, που τα βάσανά του είναι πολλές φορές τόσο ανελέητα που, εάν ο πόνος είναι το μεγαλύτερο από τα κακά, είναι αδύνατο η ζωή να είναι ευτυχισμένη, μέσα σε μεγάλους πόνους; Ο Μητρόδωρος, που είναι σχεδόν ένας άλλος Επίκουρος, λέει ότι «να είσαι ευτυχισμένος σημαίνει να βρίσκεσαι σε καλή κατάσταση, και να μπορείς να βεβαιώσεις τον εαυτό σου ότι αυτή θα είναι πάντοτε καλή.», αλλά μπορεί κανείς να διαβεβαιώσει τον εαυτό του ότι θα είναι υγιής δεν λέω για ένα ολόκληρο χρόνο, αλλά για μια ολόκληρη μέρα; Φοβόμαστε λοιπόν το μεγαλύτερο από τα κακά, τον πόνο, ακόμα και όταν απουσιάζει, γιατί μπορεί να φτάσει ανά πάσα στιγμή. Και ποια είναι η συμβατή ευτυχία με τον φόβο για το μεγαλύτερο από τα κακά;

Αλλά ο Επίκουρος έδωσε το μυστικό να μην ανησυχούμε για τον πόνο. Είναι κατ’ αρχήν παραλογισμός να λες ότι πρέπει να μην ανησυχούμε για ένα πολύ μεγάλο κακό : αλλά ποιο είναι, κατά βάθος, το μυστικό που δίνει; «ένας πολύ μεγάλος πόνος διαρκεί λίγο.» Πρώτον, τι εννοείτε με το διαρκεί λίγο; Και κατόπιν, τι με το ένας μεγάλος πόνος; Τι! Ένας πολύ μεγάλος πόνος δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερες μέρες; Πρόσεξε ότι δεν θα μπορούσε να διαρκέσει περισσότερους μήνες, εκτός εάν δεν εννοείς να μιλούν για ένα πόνο που σκοτώνει στο πεδίο. Αλλά ποιος φοβάται έναν τέτοιο πόνο; Ησυχάστε καλύτερα αυτόν τον πόνο που είδα να ανησυχεί έναν από τους φίλους μου τον Κ. Οκτάβιο, γιό του Μάρκου, τον καλύτερο και πιο αγαπητό από τους ανθρώπους. Πόσους πόνους δεν δοκίμασε, όχι μόνο μια φορά και για μικρό χρονικό διάστημα, αλλά με συχνές και μακρές επαναλήψεις! Σε τέτοια παράξενη κατάσταση δεν τον έχω ξαναδεί, καθώς αισθανόταν σε όλο του το σώμα μια φωτιά να τον κατατρώει! Και εντούτοις, καθώς ο πόνος δεν είναι στην πραγματικότητα το υπέρτατο κακό, δεν ήταν δυστυχισμένος, υπέφερε. Η δυστυχία θα ήταν να ζει με ντροπή ανάμεσα σε φιλήδονους και ανήθικους.


Κεφάλαιο 29

Τα φάρμακα εναντίον του πόνου.

Έτσι, όταν λέτε ότι ένας μεγάλος πόνος είναι σύντομος και εκείνος που είναι μακροχρόνιος είναι ελαφρύς, δεν καταλαβαίνω καλά τι σημαίνει αυτό, επειδή έχω δει δυνατούς και μακροχρόνιους πόνους.

Υπάρχει κάτι που τους κάνει πιο ανεκτούς έξω από όλα αυτά που προτείνετε, αλλά που δεν θα ξέρατε να το χρησιμοποιήσετε, εσείς που δεν αγαπάτε καθόλου την αρετή γι’ αυτή την ίδια. Είναι οι διδαχές, και, για να το πω έτσι, οι νόμοι που η ψυχική δύναμη δίνει στους ανθρώπους για να τους εμποδίσει να γίνονται αδύναμοι στον πόνο. Από αυτό μαθαίνουμε ότι είναι ντροπή, όχι να παραπονιόμαστε, γιατί αυτό είναι μερικές φορές απαραίτητο, αλλά να γεμίζουμε με τις φωνές του Φιλοκτήτη τους βράχους της Λήμνου:

Τα παράπονά του, τα αναφιλητά του, τα μεγάλα βογγητά του.

Απαντώντας στους ανέμους τη φρίκη της οδύνης του.

Ας πάει λοιπόν ο Επίκουρος, εάν μπορεί, να του πει τα μαγικά του λόγια. Αφού, αφήνοντας το σώμα του στους πιο οδυνηρούς πόνους,

Το μαύρο δηλητήριο της ύδρας πέρασε μέσα στις φλέβες του.

Ας του μιλήσει έτσι ο Επίκουρος: « Φιλοκτήτη, εάν ο πόνος είναι οξύς, διαρκεί λίγο.» Αλλά ήδη έχουν περάσει δέκα χρόνια που στενάζει στο βάθος του βράχου του. « Εάν είναι μακροχρόνιος είναι ελαφρύς, δίνει διαλύματα ησυχίας. » Αλλά είναι συχνοί; Και μετά, τι είδος παύση, όταν η ανάμνηση των περασμένων πόνων είναι ακόμα τόσο πρόσφατη, και όταν βρισκόμαστε κάθε στιγμή με τον τρόμο να μην επιστρέψουν; « Να πεθάνει! » λέει. Θα ήταν ίσως το καλύτερο, αλλά τι γίνεται αυτή η βασική αρχή, ότι υπάρχει πάντοτε στη ζωή του σοφού περισσότερη ηδονή παρά πόνος; Λοιπόν, δεν κάνετε κακά να τον συμβουλεύετε να πεθάνει; Πέστε του καλύτερα ότι είναι ανέντιμο για έναν άνθρωπο να παραδίδεται στον πόνο, και να υποκύπτει σ’ αυτόν, διότι δεν είναι παρά σκέτη περιττολογία να λες : « εάν είναι μεγάλος είναι βραχύς, εάν είναι μακροχρόνιος είναι ελαφρύς.» Η αρετή, το μεγαλείο της ψυχής, η υπομονή, η ανδρεία, να τα φάρμακα για τον πόνο.


Κεφάλαιο 30

Μια επιστολή του Επίκουρου όταν πέθαινε.

Για να σε πείσω γι’ αυτά, χωρίς να προχωρήσω πιο πέρα, άκου την ομολογία του Επίκουρου όταν πέθαινε, και δες πόσο διαφέρουν οι πράξεις του από τα ίδια του τα δόγματά.

Ο Επίκουρος χαιρετά τον Έρμαρχο. «Ζω την πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου, και συγχρόνως την τελευταία, όταν σου γράφω αυτά. Έχω τόσο αφόρητους πόνους στα σπλάχνα, που δεν μπορούν να είναι μεγαλύτεροι.»

-Σίγουρα να ένας άνδρας δυστυχισμένος, εάν ο πόνος είναι το μεγαλύτερο από όλα τα κακά. Αλλά ας ακούσουμε τον ίδιο:-« Εντούτοις όλα αυτά αντισταθμίζονται από τη χαρά που μου δίνει η ανάμνηση των δογμάτων μου, και των ανακαλύψεων που έχω κάνει. Εσύ, εν τω μεταξύ, σαν σημείο της φιλίας που είχες πάντοτε για μένα από τα νιάτα σου, να θυμάσαι να φροντίζεις τα παιδιά του Μητρόδωρου.» Δεν μου αρέσει καθόλου ένας τέτοιος θάνατος, ούτε αυτός του Λεωνίδα, ούτε αυτός του Επαμεινώνδα. Αυτός εδώ έχοντας νικήσει του Λακεδαιμονίους στην Μαντινεία, και καθώς ένοιωθε να πεθαίνει από σοβαρό τραύμα που είχε δεχθεί, είπε όταν συνήλθε: - Σώθηκε η ασπίδα μου; - Ναι, του απάντησαν οι φίλοι του κλαίγοντας. -Τράπηκαν σε φυγή οι εχθροί;- Ναι του ξαναείπαν. – Ικανοποιημένος από την απάντηση αυτή, έδωσε εντολή να τραβήξουν το ακόντιο που του είχε τρυπήσει το σώμα, και το αίμα ποτάμι που έτρεξε έκανε να ξεψυχήσει αμέσως μέσα στη χαρά και την δόξα. Ο Λεωνίδας, βασιλιάς της Σπάρτης, δεν είχε μαζί του παρά τριακόσιους άνδρες για να υπερασπίσει το πέρασμα των Θερμοπυλών εναντίον του αμέτρητου στρατού των Περσών, το υπερασπίστηκε, και προτίμησε έναν δοξασμένο θάνατο από μια φυγή γεμάτη ντροπή. Ο θάνατος των μεγάλων στρατηγών έχει κάτι πιο λαμπερό από αυτόν των φιλοσόφων, που πεθαίνουν κανονικά στο κρεβάτι τους. Εντούτοις ο Επίκουρος θέλησε να κάνει τον δικό του δοξασμένο : «Οι αφόρητοι πόνοι μου, λέει, αντισταθμίζονται από τη χαρά μου.» Αναγνωρίζω, στον Επίκουρο, τα λόγια ενός φιλοσόφου, αλλά έχεις λησμονήσει αυτό που το δικό σας σύστημά σας υποχρεώνει να λέτε. Εάν τα δόγματα που η ανάμνησή τους σας δίνει χαρά είναι αληθινά, εάν υπάρχει κάποια αλήθεια στις ανακαλύψεις σας και στα κείμενά σας, δεν μπορείτε να έχετε χαρά, επειδή τίποτα σε σας δεν μπορεί πλέον να ανάγεται στην ηδονή του σώματος, και επειδή λέτε πάντοτε ότι ανάγουμε την ηδονή και τον πόνο μόνο στο σώμα,

«Έχω, λέει, την χαρά του παρελθόντος.» Αλλά ποιού παρελθόντος; Εάν πρόκειται για ένα παρελθόν που έχει αναγωγή στο σώμα, αντιλαμβάνομαι ότι οι πόνοι σε σας σας φαίνονται ότι αντισταθμίζονται από τις ανακαλύψεις σας, και όχι από την ανάμνηση των σωματικών σας ηδονών. Εάν πρόκειται για ένα παρελθόν που έχει αναγωγή στο πνεύμα, αντιφάσκετε, διότι πάντοτε αρνείστε ότι μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε ηδονή που να μην ανάγεται στο σώμα. Αλλά γιατί κάνετε σύσταση στη συνέχεια για τα παιδιά του Μητρόδωρου; Και σ’ αυτή την φροντίδα, που την βρίσκω τόσο πιστή και γεμάτη φιλανθρωπία, για ποιο λόγο μπαίνει το σώμα;



Κεφάλαιο 31

Παρέκβαση στην διαθήκη του Επίκουρου.

Γύρισε την απ’ όλες τις πλευρές, Τορκουάτε, δεν θα βρεις τίποτα σ’ αυτήν την ωραία επιστολή του Επίκουρου που να ταιριάζει με την θεωρία του : αντίθετα, διαψεύδει αυτή την ίδια, και είναι μόνο από τη γνώμη που άφησε για την εντιμότητά του και για το ήθος του, που τα κείμενά του ήταν τόσο διδακτικά. Η φροντίδα που συνέστησε για τα μικρά παιδιά, η φιλία που καλλιεργήθηκε μακροχρόνια, και η προσοχή στις υποχρεώσεις της ζωής στο σημείο του θανάτου, δείχνουν σ’ αυτόν φυσική και αφιλοκερδή εντιμότητα, που δεν μπορούσε τότε να εκδηλωθεί ούτε από την ηδονή ούτε από την ελπίδα ανταμοιβής. Έτσι, για να ήμαστε απόλυτα πεπεισμένοι ότι αυτό που είναι δίκαιο και ηθικό είναι επιθυμητό για αυτό το ίδιο, ποια μεγαλύτερη μαρτυρία επιζητούμε από αυτή που μας δίνει με την επιστολή του πεθαίνοντας;

Αλλά όπως, αφού μετέφρασα την επιστολή του σχεδόν κατά λέξη, νομίζω ότι πρέπει να την εγκωμιάσω, αν και δεν είναι σύμφωνη με καμία από τις θεωρίες του. Επίσης βρίσκω ότι η διαθήκη του δεν απέχει μόνο σημαντικά από την βαρύτητα μιας φιλοσοφίας, αλλά επιπλέον είναι πολύ διαφορετική ακόμη και από τα ίδια του τα δόγματα. Πράγματι, συχνά έγραφε πολύ εκτενώς, και πολύ ρητά στο βιβλίο που σου ανέφερα, « Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος, γιατί αυτό που έχει αποσυντεθεί δεν αισθάνεται, και ότι δεν αισθάνεται είναι για μας ένα τίποτα.» Ακόμα και εδώ θα μπορούσε να εκφραστεί καλύτερα, επειδή δεν λέει ξεκάθαρα τι εννοεί με αυτό που βρίσκεται σε ολική αποσύνθεση.

Εντούτοις αντιλαμβάνομαι την σκέψη του. Αλλά, το ρωτάω, επειδή με αυτή την αποσύνθεση, δηλαδή με το θάνατο, κάθε είδος συναισθήματος σβήνει, και τότε δεν μένει πλέον τίποτα που να μας ανήκει, γιατί έχει τέτοια φροντίδα να παραγγείλει «στον Αμυνόμαχο και στον Τιμοκράτη, τους κληρονόμους του, να κάνουν κάθε χρόνο, το μήνα Γαμηλιώνα, ότι χρειάζεται για να εορτάζουν την ημέρα των γενεθλίων του, όπως θα το κανονίσει ο Έρμαρχος; Και κάθε μήνα, κάθε εικοστή της σελήνης, θα κάνουν ότι πρέπει για τη συνάθροιση αυτών με τους οποίους φιλοσοφούσε, και για να τιμήσουν την μνήμη του και αυτή του Μητρόδωρου; »

Δεν μπορώ να αρνηθώ ότι αυτό ταιριάζει πράγματι σε έναν πνευματικό και αξιαγάπητο άνδρα, αλλά αρνούμαι ότι αυτό ταιριάζει σε ένα φιλόσοφο, και κυρίως σε έναν φυσικό φιλόσοφο, όπως ήθελε να λέγεται, να υποθέτει ότι υπάρχει μια μέρα γενεθλίων που θα επανέρχεται κάθε χρόνο. Τι! Η μέρα που πέρασε μπορεί να επανέλθει πολλές φορές;

Σίγουρα όχι. Είναι μια μέρα τελείως όμοια; Καθόλου, παρά μόνο όταν μετά από χιλιάδες χρόνια τα άστρα θα επιστρέψουν ταυτόχρονα στο σημείο από το οποίο ξεκίνησαν. Δεν υπάρχει συνεπώς καθόλου γενέθλια ημέρα. Αλλά είναι το όνομα που της δίνουμε. Δεν το γνώριζα; Υπόθεσε ότι υπήρχε κάποια, πρέπει να την γιορτάζουμε και μετά τον θάνατο; Και αυτό θα πρέπει να παραγγέλλεται με την διαθήκη ενός άνδρα που δήλωνε, σαν είδος χρησμού, ότι μετά τον θάνατο δεν έχουμε πλέον σχέση με τίποτα;

Αναγνωρίζουμε εδώ τον φιλόσοφο που διέσχισε με το πνεύμα μια απειρία κόσμων και αμέτρητων τόπων που δεν έχουν ούτε παραλίες ούτε όρια; Ο Δημόκριτος παράγγειλε ποτέ κάτι τέτοιο; Δεν μιλάω καθόλου για τους άλλους, μιλάω μόνο γι’ αυτόν, γιατί ο Επίκουρος αυτόν κυρίως ακολούθησε.

Εάν ο Επίκουρος έπρεπε να σημειώσει μια μέρα, γιατί περισσότερο αυτή που γεννήθηκε παρά αυτήν όπου έγινε σοφός; Δεν θα γινόταν, θα μου πεις, εάν δεν είχε έλθει στον κόσμο. Ούτε παράλληλα εάν η γιαγιά του δεν είχε έλθει στον κόσμο. Αυτά είναι για τους αδαείς, Τορκουάτε, να θέλουν μετά τον θάνατό τους να γίνονται φαγοπότια για να τιμήσουν τη μνήμη τους. Διάβασε πως αυτά εδώ τα φαγοπότια γίνονται, και σε πόσα αστεία εναντίον σας δεν δίνουν λαβή! Τα ξεπερνώ, γιατί μισώ τις φιλονικίες. Θα σου πω μόνο ότι θα ήταν πολύ καλύτερο οι φίλοι του Επίκουρου από μόνοι τους να γιορτάζουν την γέννησή του, και να μην τους είχε παραγγελθεί με την διαθήκη του.



Κεφάλαιο 32

Η ευδαιμονία και η ανάμνηση των ηδονών κατά τον Επίκουρο.

Αλλά για να επανέλθουμε στο θέμα μας ( επειδή μιλούσαμε για τον πόνο, όταν ξεφύγαμε με την Επιστολή σου του Επίκουρου), αυτός, νομίζω, είναι ο συλλογισμός που μπορούμε να κάνουμε. Αυτός που βρίσκεται στο μεγαλύτερο από τα κακά, δεν μπορεί, στην κατάσταση που είναι, να είναι ευτυχισμένος. Και όμως ο σοφός είναι πάντοτε ευτυχισμένος, και εντούτοις κάποτε βρίσκεται στον πόνο. Επομένως ο πόνος δεν είναι το μεγαλύτερο από τα κακά. Επί τέλους τι είναι αυτή η σκέψη : «Οι ηδονές του παρελθόντος ποτέ δεν φεύγουν για τον σοφό, και ως προς τα κακά, πρέπει να μην τα ξαναθυμάται;» Εξαρτάται λοιπόν από μας να ενθυμούμαστε ή όχι; Ο Θεμιστοκλής κάποια μέρα απάντησε στον Σιμωνίδη ή σε κάποιον άλλον που του υποσχόταν να του διδάξει την τέχνη της μνήμης : «Θα προτιμούσα την τέχνη της λησμονιάς, γιατί ξαναθυμάμαι παρά τη θέλησή μου αυτά που δεν θέλω, και δεν μπορώ να λησμονήσω αυτά που θα ήθελα.»

Η απάντηση του Θεμιστοκλή είναι μεγαλοφυής, και κατά βάθος η ανάμνηση και η λησμονιά εξαρτώνται ελάχιστα από μας, αλλά ακόμη το γεγονός είναι ότι πρόκειται για την πράξη ενός αυταρχικού φιλόσοφου να απαγορεύσει σε έναν άνθρωπο να θυμάται. Να μια εντολή που θυμίζει αυτές του δικού σας του Μάνλιου, ή κάτι ακόμα πιο σκληρό : μπορώ να κάνω το αδύνατο; Αλλά δεν υπάρχει κάποια ηπιότητα στα κακά του παρελθόντος; Οι παροιμίες μας είναι πολύ πιο αληθινές από τα δόγματά του, γιατί λέμε συχνά: « οι πόνοι του παρελθόντος είναι ευχάριστοι.» Ο Ευριπίδης λέει πολύ καλά σε ένα στοίχο του που είναι γνωστός σε όλους, και που θα τον δανειστώ, αν μπορώ :

Είναι γλυκό να σκεφτόμαστε τα κακά που έχουμε υποφέρει.

Όσο για τις αναμνήσεις των ηδονών που είχαμε, εάν προτίθεσαι να μιλήσεις για ηδονές σαν και αυτές που μπορούσαν να παρηγορήσουν τον εξόριστο Μάριο, στερημένο από όλα, και κρυμμένο σε ένα βάλτο, δηλαδή την ανάμνηση των τροπαίων του, θα συμφωνούσα. Γιατί η ζωή ενός σοφού δεν θα μπορούσε να είναι απόλυτα ευτυχισμένη μέχρι το τέλος, εάν έχανε εξ’ ολοκλήρου την ανάμνηση όλων αυτών των εγκωμιαστικών πράξεων που έκανε.

Αλλά εσείς, δεν τοποθετείτε την ευτυχία παρά στην ανάμνηση των ηδονών, και των σωματικών ηδονών : διότι εάν παραδεχόσασταν άλλες, θα ήταν λάθος να υποστηρίζετε ότι το σώμα συμμετέχει πάντα σε όλες τις πνευματικές ηδονές. Διότι εάν μια σωματική ηδονή εξακολουθεί να προξενεί ευχαρίστηση όταν έχει περάσει, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί ο Αριστοτέλης κοροϊδεύει τόσο έντονα την επιγραφή όπου ο Σαρδανάπαλος παινεύεται ότι πήρε μαζί του στον τάφο του όλες τις ηδονές. Πως, λέει, μπόρεσε να αισθανθεί μετά τον θάνατο ηδονές που ακόμα και στην ζωή του δεν μπόρεσε να τις αισθανθεί παρά τη στιγμή που τις απολάμβανε! Συνεπώς οι σωματικές ηδονές είναι περαστικές και φεύγουν στο λεπτό, και συχνά, όπως προσθέτει, αφήνουν μάλλον κάτι για το οποίο μετανιώνουμε παρά κάτι που θυμόμαστε ευχάριστα. Ο Σκιπίων ο Αφρικανός ήταν ευτυχής με πολύ διαφορετικό τρόπο, όταν είπε στην πατρίδα του :

αρκετά Ρώμη, αρκετά ….

Και η συνέχεια που είναι θαυμαστή,

προσθέτει:

Η δόξα σου είναι ο καρπός των πολεμικών μου πράξεων.

Οι πράξεις που είχε υποφέρει του προξενούν χαρά : Θέλετε, εσείς, η ανάμνηση των ηδονών να προξενήσει την δική μας χαρά. Φέρνει στη σκέψη του πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με τις ηδονές του σώματος : το σώμα είναι το παν για σας.



Κεφάλαιο 33

Υπάρχουν ανώτερες ηδονές από τις σωματικές ηδονές και οι οποίες δεν προέρχονται από αυτές.

Όταν διαβεβαιώνετε ότι όλες οι πνευματικές ηδονές και όλοι οι πνευματικοί πόνοι εξαρτώνται από τις ηδονές και τους πόνους του σώματος, πως μπορείτε να το υποστηρίξετε; Τι, Τορκουάτε! επειδή γνωρίζω σε ποιόν μιλώ, δεν παίρνεις ποτέ ηδονή από τίποτα που δεν έχει σχέση με το σώμα, και τίποτα δεν σου προξενεί ευχαρίστηση από μόνο του; Δεν μιλώ καθόλου για τη δόξα, για την τιμή, την ομορφιά , ακόμα και για την αρετή : να πράγματα πολύ πιο ελαφρά. Όταν γράφεις ένα ποίημα ή μια ομιλία, όταν γράφεις, όταν διαβάζεις, όταν διατρέχεις με τον νου τα γεγονότα και τα διάφορα μέρη, τι λέω; Ένα άγαλμα, ένα πίνακα, ένα ωραίο μέρος, μια γιορτή, ένα κυνήγι, το σπίτι της ευχαρίστησης του Λούκουλλου ( γιατί εάν έλεγα το δικό σου, θα υπέκφευγες, θα έλεγες ότι υπάρχει εκεί κάτι το σωματικό), τελικά όλα αυτά, τα ανάγεις αποκλειστικά στο σώμα, και δεν βρίσκεις τίποτα που να σου προξενεί ευχαρίστηση από μόνο του;

Ή είσαι πολύ ισχυρογνώμων, εάν επιμένεις να υποστηρίζεις ότι όλα αυτά που σου ανέφερα ανάγονται στο σώμα, ή, εάν ομολογήσεις ότι όχι, θα πρέπει να εγκαταλείψεις την θεωρία του Επίκουρου για την ηδονή.

Οι πνευματικές ηδονές και οι πνευματικοί πόνοι, εξακολουθείς να λες, είναι πάνω από τις σωματικές ηδονές και τους σωματικούς πόνους, επειδή το πνεύμα αγκαλιάζει το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, και επειδή το σώμα δεν απολαμβάνει παρά το παρόν, αλλά πως μπορείς να μου αποδείξεις ότι ο φίλος που χαίρεται με κάτι καλό που μου συμβαίνει, έχει μεγαλύτερη χαρά από μένα τον ίδιο; Η ηδονή του πνεύματος, λέτε, προέρχεται από την ηδονή του σώματος, και είναι πιο δυνατή, και έτσι σύμφωνα με σας, έχουμε μεγαλύτερη ευχαρίστηση να συμμετέχουμε στη χαρά κάποιου άλλου από την απόλαυση εκείνου του ίδιου. Αλλά, θέλοντας να κάνετε ευτυχισμένο τον σοφό σας με το πλεονέκτημα που του δίνετε να έχει πνευματικές ηδονές πιο δυνατές σε όλα από αυτές του σώματος, δεν λαμβάνετε υπόψη σας ένα πράγμα : ότι με αυτόν τον τρόπο του δίνετε επίσης πνευματικούς πόνους πολύ πιο μεγάλους συχνά από όλους αυτούς του σώματος, και έτσι, κατ’ ανάγκη, κάνετε συχνά πολύ δυστυχισμένο αυτόν που θέλετε να τον κάνετε πάντοτε ευτυχισμένο : αδύνατη ευτυχία, στο βαθμό που θα τα ανάγετε όλα στην ηδονή και στον πόνο.

Πρέπει λοιπόν, Τορκουάτε, να βρείτε κάποιο άλλο υπέρτατο αγαθό για τον άνθρωπο, και να αφήσετε την ηδονή για τα ζώα, των οποίων επικαλείσαι εδώ την μαρτυρία. Η ίδια η φύση, προκαλώντας τα να κάνουν πολλά κοπιαστικά πράγματα, όπως να φέρνουν στον κόσμο και να μεγαλώνουν τα μικρά τους, δεν δείχνει ότι τους έχει προτείνει κάτι άλλο εκτός από μόνο την ηδονή; Κάποια νοιώθουν ευχαρίστηση στο τρέξιμο στα ταξίδια. Υπάρχουν άλλα που πετούν πάντοτε σε σμήνη, και που μιμούνται κατά κάποιο τρόπο τις κοινωνίες μας. Αλλά μας αφήνουν να δούμε ίχνη ευσέβειας, αναγνώρισης, μνήμης, ακόμα και πειθαρχίας . Τα ζώα θα έχουν λοιπόν από μόνα τους εικόνες της ανθρώπινης αρετής, ξεχωριστές από την ηδονή : και δεν θα υπάρχει αρετή στους ανθρώπους παρά για την αγάπη της ηδονής! Και θα πιστέψουμε ότι ο άνθρωπος, ο τόσο ανώτερος από όλα τα υπόλοιπα ζώα, δεν δέχτηκε από τη φύση κανένα πλεονέκτημα που να μην ανήκει παρά μόνο σ’ αυτόν !



ΕΠΙΛΟΓΟΣ



Κεφάλαιο 34

Υπάρχει ανώτερος τελικός σκοπός από την ηδονή, και η ανθρώπινη νόηση οφείλει να τον ακολουθήσει.

Εάν έπρεπε να ανάγουμε αποκλειστικά όλα τα πράγματα στην ηδονή, χωρίς αμφιβολία τα ζώα θα υπερείχαν κατά πολύ από μας, επειδή η φύση, από μόνη της, και χωρίς να τους στοιχίζει τίποτα, τους παρέχει σε αφθονία ότι χρειάζονται για να τραφούν, και εμείς, με πολύ εργασία, έχουμε αυτό που μόλις φτάνει για την τροφή μας. Δεν θα μπορέσω λοιπόν ποτέ να πιστέψω ότι το υπέρτατο αγαθό για τους ανθρώπους και τα ζώα είναι το ίδιο. Εάν δεν χρειάζεται να έχουμε, όπως αυτά, ως μόνο αντικείμενο την ηδονή, ποια είναι η ανάγκη για μακροχρόνιες και ανώτερες σπουδές, και διαγωνισμούς ευγενικών γνώσεων, γι’ αυτή τη συνοδεία αρετών;

Είναι περίπου όπως εάν ο Ξέρξης, αφού συγκέντρωσε τόσα πλοία και τόσο ιππικό και πεζικό, αφού κατασκεύασε γέφυρα με τα πλοία στον Ελλήσποντο και τρύπησε τον Άθω, αφού ταξίδεψε πεζός πάνω στο στόλο και έπλευσε διασχίζοντας τη γη, βρισκόμενος στο μέσο της Ελλάδας εισβάλλοντας από όλες τις πλευρές με τα στρατεύματά του, απάντησε σε κάποιον που τον είχε ρωτήσει για την αιτία μια τόσο μεγάλης εκστρατείας και ενός τόσο φοβερού πολέμου, ότι είχε έλθει για να βρει μέλι από τον Υμηττό.

Δεν θα βρίσκαμε ότι μια τέτοια αιτία δεν θα άξιζε τέτοια πολεμική μηχανή και τόσες προσπάθειες; Και εμείς ακόμα, αφού εργαστήκαμε να κάνουμε τον σοφό να αποκτήσει κάθε είδους γνώσεις και αρετές, όχι για να διασχίσει τη θάλασσα πεζός όπως ο Ξέρξης, ούτε για να ανοίξει ένα βουνό για τα στρατεύματά του, αλλά για να αγκαλιάσει με τη σκέψη του όλο τον ουρανό, όλη τη γη και όλες τις θάλασσες, εάν λέγαμε ότι δεν έχει άλλο σκοπό από την ηδονή, δεν θα λέγαμε ότι δεν έκανε τόσα πολλά παρά για να κατακτήσει λίγο μέλι;

Πίστεψε με, Τορκουάτε, έχουμε γεννηθεί για κάτι πιο ευγενικό και πιο μεγάλο: Εξέτασε όλες τις δυνατότητες της ψυχής, που διατηρούν ανεξίτηλη τη μνήμη πλήθους πραγμάτων, ποιος βλέπει σ’ αυτές την συνέπεια κάποιου είδους μαντείας; Ποιά γνωρίζει να ρυθμίζει τις επιθυμίες της με την ευκοσμία και την αιδώ, ποιά σέβεται την δικαιοσύνη σαν πιστός φύλακας της κοινωνίας των ανθρώπων, και ποιά, στους κόπους και στους κινδύνους, οπλίζεται με σταθερή περιφρόνηση για τους πόνους και το θάνατο. Εξέτασε στη συνέχεια όλη τη δομή του ανθρωπίνου σώματος, και θα δεις ότι όλα σ’ αυτό μοιάζουν να έχουν γίνει για να συντροφεύουν την αρετή, και για να την υπηρετούν. Ότι εάν, σε ότι αφορά το ίδιο το σώμα, υπάρχουν πολλά πράγματα προτιμότερα από την ηδονή, όπως η ομορφιά, η δύναμη, η επιδεξιότητα, η υγεία, κατά μείζονα λόγο μπορούμε να πούμε τόσα για το πνεύμα, για το οποίο οι αρχαίοι πίστευαν ότι υπήρχε κάτι ουράνιο και θείο; Εάν το υπέρτατο αγαθό συνίστατο στην ηδονή, όπως λέτε, θα έπρεπε να ευχόμαστε να μπορούμε να περνάμε τις μέρες και τις νύκτες, χωρίς καμία διακοπή, στην απόλαυση όλων των ηδονών που θα μπορούσαν να σαγηνεύσουν στο έπακρο τις αισθήσεις και να τις μεθύσουν με ηδονές. Αλλά ποιος είναι ο άνθρωπος, αντάξιος αυτού του ονόματος, που θα ήθελε όλη μέρα να απολαμβάνει τέτοια ηδονή; Οι κυρηναϊκοί δεν θα την αρνιόντουσαν. Εσείς είσαστε πιο συγκρατημένοι, αυτοί είναι πιο συνεπείς με τις αρχές τους.

Αλλά, για να μη μιλήσω καθόλου για τις πρώτες γνώμες χωρίς τις οποίες η ανθρώπινη ζωή, όπως έλεγαν οι πρόγονοί μας, ξεπέφτει σε κατάσταση αδράνειας, πιστεύεις ότι αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι, δεν μιλάω για τον Όμηρο τον Αρχίλοχο και τον Πίνδαρο, αλλά τον ίδιο τον Φειδία, τον Πολύκλειτο, τον Ζεύξη, είχαν ποτέ υπόψη τους την ηδονή στην τέχνη τους; Έτσι λοιπόν ένας καλλιτέχνης που θέλει να κατασκευάσει ωραίες μορφές θα έχει ευγενικότερο σκοπό από ένα μεγάλο συμπολίτη του που θα θέλει να κάνει ωραίες πράξεις;

Από πού προέρχεται λάθος τόσο περίεργο και τόσο διαδεδομένο ανάμεσα στους ανθρώπους, εάν δεν είναι από αυτό που αυτός που διακήρυττε ότι το υπέρτατο αγαθό συνίστατο στην ηδονή, δεν συμβουλεύτηκε το τμήμα του νου όπου υπάρχει η λογική και η φρόνηση, αλλά αυτό που είναι βορά στο πάθος, δηλαδή το πιο αδύνατο μέρος της ψυχής; Στο ζητώ, πράγματι : εάν υπάρχουν θεοί ( διότι ο Επίκουρος δέχεται ότι υπάρχουν), πως μπορούν να είναι ευτυχισμένοι, εφ’ όσον δεν απολαμβάνουν καμία σωματική ηδονή; Και αν είναι ευτυχισμένοι χωρίς αυτές, γιατί δεν θέλετε να είναι ευτυχισμένος ο σοφός σας με τον ίδιο τρόπο;



Κεφάλαιο 35

Υπάρχει ανώτερος τελικός σκοπός από την ηδονή, και οι ανθρώπινες πράξεις πρέπει να τον πραγματοποιήσουν.

Διάβασε, Τορκουάτε, όχι τα εγκώμια για τους ήρωες του Ομήρου, όχι τα εγκώμια για τον Κύρο, τον Αγησίλαο, τον Αριστείδη, τον Θεμιστοκλή, τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, διάβασε τα εγκώμια για του Ρωμαίους μας, τα εγκώμια για αυτούς της οικογένειάς σου : Δεν θα δεις κανέναν που να έχει εγκωμιασθεί επειδή ήταν εξαιρετικός μάστορας των ηδονών. Δεν είναι εκεί αυτό που φέρουν οι επιγραφές των μνημείων μας, κοίτα αυτό που έφτιαξαν για τον Καλατίνο στην πύλη Καπένα : ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ Η ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕ ΟΤΙ ΗΤΑΝ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΠΟ ΟΛΟ ΤΟ ΛΑΟ.

Πιστεύεις ότι όλοι αναγνώρισαν τον Καλατίνο ως τον πρώτο πολίτη, επειδή ήταν περισσότερο από κάθε άλλον γνώστης σε ότι αφορά στην ηδονή; Και ποιοι είναι οι νέοι που ο καλός τους χαρακτήρας μας δίνει λαμπρή ελπίδα; Μιλάμε έτσι γι’ αυτούς που μας φαίνονται ότι πρέπει κάποια μέρα να τα θυσιάσουν όλα για την ωφέλεια τους και τις ηδονές τους; Δεν βλέπεις τι αναστάτωση και τι ανατροπή τέτοιες αρχές φέρνουν σε όλη την κοινωνία; Περισσότερη ευεργεσία, περισσότερη αναγνώριση : όλοι οι δεσμοί έχουν κοπεί. Εάν δεν εξυπηρετήσεις παρά μόνο τον εαυτό σου, αυτό δεν είναι ευεργεσία, είναι εμπορία, και δεν οφείλουμε ευγνωμοσύνη σε αυτόν που δεν κάνει τίποτα παρά μόνο για την ωφέλεια του. Πρέπει καθ’ όμοιο τρόπο όλες οι αρετές να ξεπέφτουν στην περιφρόνηση, από τη στιγμή που αναγνωρίζουμε την κυριαρχία της ηδονής. Και από τη στιγμή που θεωρούμε την ποιότητα της ψυχής σαν τίποτα, δεν θα είναι εύκολο να αποδείξουμε ότι αισχρές πράξεις δεν μπορούν να αποδοθούν επικριτικά στον σοφό.

Τέλος, για να μην πω περισσότερα γι’ αυτό ( γιατί ποτέ δεν θα το κάνω), πρέπει η πραγματική αρετή να κλείσει την πόρτα της στην ηδονή. Και για το θέμα αυτό, Τορκουάτε, δεν έχεις τίποτα να περιμένεις από μένα. Ρώτησε την συνείδησή σου, εξέτασε με φροντίδα την ψυχή σου και ρώτησε τον εαυτό σου τι προτιμάς, ή να περάσεις ήσυχα όλη τη ζωή σου με την αίσθηση της ηδονής, χωρίς κανένα πόνο, και, - αυτό που έχετε συνήθεια να προσθέτετε στη σχολή σας, αλλά που δεν είναι δυνατό,- χωρίς κανένα φόβο πόνου, ή αντίθετα να γίνεις χρήσιμος σε όλη τη γη, απλώνοντας τη βοήθειά σου σε όλους αυτούς που την έχουν ανάγκη, οφείλεις να υποφέρεις όλα όσα υπέφερε ο Ηρακλής στους άθλους του. Οι πατεράδες μας δεν χρησιμοποιούσαν αυτόν τον όρο, ακόμα και όταν μιλούσαν για τους θεούς, για να μας διδάξουν ότι η εργασία δεν πρέπει να αποφεύγεται από τους ανθρώπους. Θα απαιτήσω από σένα να μου απαντήσεις, και θα σε υποχρεώσω σ’ αυτό, όσο μου είναι δυνατό, εάν δεν ένοιωθα λύπη να σε ακούσω να λες ότι ο ίδιος ο Ηρακλής όλα αυτά που κατόρθωσε με τόση προσπάθεια για την σωτηρία του λαού, πότε δεν είχε άλλο σκοπό παρά μόνο την ηδονή.

Αφού μίλησα έτσι: - Γνωρίζω σε ποιόν αποδίδεις αυτή τη συζήτηση, μου λέει ο Τορκουάτος, και, αν και θα μπορούσα να σου απαντήσω κάτι σ’ αυτά μόνος μου, προτιμώ εντούτοις να αναθέσω στους φίλους μας, που είναι πιο έτοιμοι από μένα. – Νομίζω, του λέω, εννοείς τον Σύρωνα και τον Φιλόδημο, τους καλύτερους και τους πιο σοφούς ανάμεσα στους ανθρώπους. – Ακριβώς, απάντησε. Τότε καλά! κάνε όπως σου αρέσει, απάντησα, αλλά δεν επρόκειτο να πει κάτι ο Τριάριος πάνω στη φιλονικία μας;- Όχι, όχι, απάντησε χαμογελώντας ο Τριάριος, Εσύ, τουλάχιστον, η επίθεσή σου είναι ήπια, αλλά αυτός, μας κακομεταχειρίζεται με όλη την σκληρότητα των στωικών.- Θα είμαι περισσότερο τολμηρός στο μέλλον, απάντησε ο Τριάριος : επειδή θα είμαι εφοδιασμένος με όλα αυτά που μόλις άκουσα, αλλά θα σου επιτεθώ μόνο όταν είσαι καλά προετοιμασμένος από αυτούς που θέλεις να συμβουλευτείς.- Εδώ τελείωσε και ο περίπατός μας και η συζήτησή μας.



18/04/2012

Απόδοση στα Ελληνικά

Λεωνίδας Α. Αλεξανδρίδης

Πολιτικός Μηχανικός.