*Η παρακάτω δημοσίευση, έχει αναρτηθεί με την άδεια του συγγραφέα


CICERO
DE FINIBUS BONORUM ET MALORUM

ΚΙΚΕΡΩΝ

ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΑ ΑΓΑΘΑ
ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΑ ΚΑΚΑ


ΒΙΒΛΙΑ I & II

Μετάφραση
Λεωνίδας Α.Αλεξανδρίδης

ΠΡΟΛΟΓΟΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΒΙΒΛΙΟ Ι - ΒΙΒΛΙΟ ΙΙ



ΒΙΒΛΙΟ I

Προσωρινή έκθεση και κριτική του συστήματος του Επίκουρου και έκθεση της ηθικής διδασκαλίας του.



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Κεφάλαιο 1 Εισαγωγή.

Κεφάλαιο 2 Εισαγωγή (συνέχεια).

Κεφάλαιο 3 Εισαγωγή (συνέχεια).

Κεφάλαιο 4 Εισαγωγή (συνέχεια).

Κεφάλαιο 5 Αρχή του διαλόγου.

Γιατί ο Κικέρων δεν επιδοκιμάζει του Επίκουρο.


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Προσωρινή έκθεση και κριτική του συστήματος του Επίκουρου.


Κεφάλαιο 6 Κριτική στη Φυσική του Επίκουρου.

Δανεισμός του Επίκουρου από τον Δημόκριτο.

Η ατομική θεωρία, η παρέκκλιση των ατόμων.


Κεφάλαιο 7 Κριτική της λογικής του Επίκουρου.

Προσωρινή κριτική της ηθικής του.

Αδυναμία του Επίκουρου στη λογική. Καταργεί τους ορισμούς.

Δεν διδάσκει ούτε την ανάλυση των θεμάτων, ούτε την συναγωγή συμπερασμάτων. Κάνει τις αισθήσεις κριτήριο για κάθε αλήθεια. Στην ηθική επαναλαμβάνει τον Αρίστιππο. Επίκληση παραδειγμάτων του Μάνλιου και του Τορκουάτου κατά της ηθικής του Επίκουρου.


Κεφάλαιο 8 Απάντηση στην κριτική εναντίον του Επίκουρου.

Ο Κικέρων είναι πολύ αυστηρός με τον Επίκουρο. Μία έκθεση του συνολικού συστήματος του Επίκουρου θα ήταν η καλύτερη απάντηση στην κριτική του. Ο Τορκουάτος αναλαμβάνει να εκθέσει μόνο το τμήμα του συστήματος που αναφέρεται στην ηθική.


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Έκθεση της ηθικής διδασκαλίας του Επίκουρου


Κεφάλαιο 9 Το υπέρτατο αγαθό είναι η ηδονή.

Ηθική της ηδονής.

1ο Η πρώτη και σύμφυτη τάση όλων των όντων είναι η επιδίωξη της ηδονής: η ηδονή είναι λοιπόν ο φυσικός τελικός σκοπός των όντων.

2ο Είναι ορθολογική η επιδίωξη της ηδονής και δεν μπορούμε να εννοήσουμε κάποιον άλλον σκοπό επιθυμητό γι αυτόν τον ίδιο.


Κεφάλαιο 10 Ο πόνος μπορεί να είναι μέσο για την απόκτηση της ηδονής.

Ηθική της Ωφέλειας.

Ο Επίκουρος ολοκληρώνει την δοξασία του για την ηδονή, στην οποία σταμάτησε ο Αρίστιππος, με την δοξασία της συνεχούς ωφέλειας ή της ευτυχίας. Ο άνθρωπος δεν επιλέγει μόνο αυτή ή την άλλη ηδονή, αλλά τη μέγιστη ποσότητα ηδονών, που συνιστούν την μέγιστη ευτυχία. Από αυτό συμπεραίνεται ότι ο άνθρωπος μπορεί και πρέπει να αποφεύγει κάποια ειδική ηδονή, εάν αυτή η ηδονή έχει σαν συνέπεια τον πόνο, και αντίθετα να επιλέγει κάποιο ειδικό πόνο, εάν αυτός ο πόνος έχει σαν συνέπεια την ηδονή. Προσπάθεια ψυχολογικής ερμηνείας, με την ιδέα της ωφέλειας, έννοιες του Τορκουάτου και του Μάνλιου που αναφέρθηκαν πιο πάνω από τον Κικέρωνα.


Κεφάλαιο 11 Τι είναι η ηδονή.

Δεν υπάρχει ενδιάμεσο μεταξύ ηδονής και πόνου. Από τη στιγμή που σταματάει ο πόνος, γεννιέται η ηδονή. Η στέρηση του πόνου είναι η ουσία της ηδονής.


Κεφάλαιο 12 Νέα προσπάθεια για λογική απόδειξη ότι η ηδονή είναι το το υπέρτατο αγαθό.

Η ηδονή όπως την εννοεί ο Επίκουρος μια φορά προσδιορισμένη, ο Τορκουάτος προσπαθεί ξανά να αποδείξει ότι αυτή είναι το Το υπέρτατο αγαθό. Πράγματι, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε και να επιθυμήσουμε κατάσταση ανώτερη από εκείνη ενός ανθρώπου που δεν θα είχε κανένα πόνο, δεν θα δοκίμαζε καμιά ανησυχία, θα απολάμβανε συγχρόνως την ευχαρίστηση του παρόντος, του παρελθόντος, του μέλλοντος. Αντίθετα, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε και να φοβηθούμε μια τύχη πιο δυστυχισμένη από αυτή ενός θλιμμένου ανθρώπου που υποφέρει συγχρόνως από όλους τους πόνους του σώματος και όλες τις θλίψεις της ψυχής.


Κεφάλαιο 13 Οι αρετές έχουν σκοπό τους την ηδονή.

Αρετή πρώτη: Η φρόνηση.

Όπως η ιατρική και όλες οι άλλες τέχνες, η τέχνη του ζην ή η φρόνηση έχει μοναδικό σκοπό να προσφέρει στον άνθρωπο την ευχαρίστηση.

Στο βαθμό που η άγνοια είναι αιτία ταραχής και πόνου, η φρόνηση μετριάζει τα πάθη και τα κάνει να υπηρετούν τις μεγαλύτερες ηδονές: Αυτή είναι η χρησιμότητά της.

Διαίρεση των επιθυμιών σε φυσικές και αναγκαίες, φυσικές και μη αναγκαίες , ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες.


Κεφάλαιο 14 Οι αρετές έχουν σκοπό τους την ηδονή.

Αρετή δεύτερη: Η εγκράτεια.

Η εγκράτεια, θεμελιώδης αρετή στην επικούρεια φιλοσοφία, δεν είναι εχθρός της ηδονής. Την μετριάζει κάποτε, με σκοπό να την αυξήσει.


Κεφάλαιο 15 Οι αρετές έχουν σκοπό τους την ηδονή.

Αρετή τρίτη: Η ανδρεία.

Η ανδρεία δεν μπορεί να έχει αιτία αυτήν την ίδια: συνίσταται στο να μην αφήνει να ταράσσεται η εσωτερική ευχαρίστηση από καμία ανησυχία και κανένα φόβο.


Κεφάλαιο 16 Οι αρετές έχουν σκοπό τους την ηδονή.

Αρετή τέταρτη: Η δικαιοσύνη.

Οι δίκαιοι είναι δίκαιοι από συμφέρον: 1ο γιατί δεν θέλουν να τιμωρηθούν από την κοινωνία. 2ο γιατί θέλουν να αποκτήσουν σεβασμό και τιμές.

Ταραχή του ανθρώπου που είναι άδικος.

Ένωση όλων των αρετών στην ηδονή, στον υπέρτατο σκοπό.


Κεφάλαιο 17 Ηδονές της ψυχής και του σώματος.

Οι ηδονές της ψυχής προέρχονται από αυτές του σώματος.

Αλλά είναι μεγαλύτερες και πρέπει να τις επιδιώκουμε κατά προτίμηση.

Οι σωματικές ηδονές περιορίζονται στο παρόν. Οι ψυχικές καλύπτουν το παρελθόν και το μέλλον.

Ο άμυαλος με ψυχικούς πόνους, δεν μπορεί παρά να είναι δυστυχής. Ο συνετός με ψυχικές ηδονές, δεν μπορεί παρά να είναι ευτυχισμένος.


Κεφάλαιο 18 Εγκώμιο στον Επίκουρο.

Ο Επίκουρος άνοιξε για όλους έναν εύκολο και ευθύ δρόμο προς την ευτυχία.

Κατάλογος των αθλιοτήτων της ανθρωπότητας πριν από την εμφάνιση του Επίκουρου.


Κεφάλαιο 19 Ο στωικός σοφός και ο επικούρειος σοφός

Ανώφελη η λογική των στωικών και απαραίτητη η επικούρεια φυσική.

Οι επικούρειοι δεν είναι τόσο μακριά όσο φαίνεται από τους στωικούς. Σημεία σύγκλισης των δύο φιλοσοφιών.

Εάν ο Επίκουρος παραμελούσε την διαλεκτική, στην οποία είναι προσηλωμένοι οι στωικοί1 και οι ακαδημαϊκοί, είναι επειδή έκρινε ότι ήταν ελάχιστα ωφέλιμη για την ευτυχία της ζωής.

Εάν αποδίδει τόση σπουδαιότητα στη φυσική, είναι επειδή θεμελιώνει την ηθική του, αφαιρώντας συγχρόνως τον φόβο για τα καμώματα των θεών και την αναγκαιότητα των πραγμάτων.


Κεφάλαιο 20 Επικούρειες θεωρίες για την φιλία.

Σπουδαιότητα της φιλίας στην επικούρεια φιλοσοφία.

1ο ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ. Η φιλία είναι ιδιοτελής και δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας διαμέσου των άλλων.

2ο ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΩΝ. Η φιλία γίνεται με το χρόνο ανιδιοτελής, και στο τέλος αγαπάμε τον φίλο μας γι’ αυτόν τον ίδιο.

3ο ΘΕΩΡΙΑ ΑΛΛΩΝ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΩΝ. Σχηματίζεται μεταξύ των φίλων ένα είδος ανεκδήλωτης συμφωνίας, με την οποία αγαπιούνται ο ένας με τον άλλο όχι λιγότερο από ότι ο καθένας από αυτούς αγαπά τον εαυτό του.


Κεφάλαιο 21 Επίλογος.

Σαφήνεια της επικούρειας φιλοσοφίας.

Εάν ο Επίκουρος θεωρείται από τον Κικέρωνα ελάχιστα σοφός, τουλάχιστον κατείχε την μόνη πραγματικά χρήσιμη επιστήμη, την επιστήμη της ευτυχίας.





Κεφάλαιο 5.

Αρχή του διαλόγου.

Για να ξεκινήσουμε από το πιο εύκολο, θα εξετάσω τη γνώμη του Επίκουρου, που είναι πολύ γνωστή σε όλο τον κόσμο. Και θα την εκθέσω με τόση φροντίδα και αμεροληψία όση θα μπορούσαν αυτοί που την υποστηρίζουν. Γιατί δεν έχω άλλη φροντίδα από το να ανακαλύψω την αλήθεια και καθόλου να καταπολεμήσω ή να νικήσω έναν αντίπαλο.

Το σύστημα του Επίκουρου για την ηδονή το υπερασπίστηκε κάποια μέρα με επιμέλεια μπροστά μου ο Λούκιος Τορκουάτος , άνδρας με βαθειά μόρφωση. Και του απάντησα παρουσία του Γάιου Τριάριου, ενός φρόνιμου νέου και με πολύ πνεύμα. Όταν είχαν έρθει και οι δύο να με επισκεφτούν στο σπίτι μου κοντά στην Κούμα, η συζήτηση περιστράφηκε στην αρχή γύρο από την λογοτεχνία, που και οι δύο αγαπούσαν με πάθος. Κατόπιν ο Τορκουάτος μου είπε:

- Καθώς σε βρίσκουμε εδώ να αναπαύεσαι, θα ήθελα να μάθω από σένα, όχι γιατί μισείς τον Επίκουρο, όπως συνήθως κάνουν οι ανταγωνιστές του, αλλά γιατί δεν επιδοκιμάζεις έναν άνδρα, που νομίζω ότι είναι ο μόνος που είδε την αλήθεια, έναν φιλόσοφο που απελευθέρωσε το πνεύμα των ανθρώπων από τα μεγαλύτερα λάθη, και που τους έδωσε τις απαραίτητες διδαχές για να ζήσουν μέσα στη σύνεση και την ευτυχία. Εγώ νομίζω, ότι εάν δεν είναι του γούστου σου, είναι επειδή έχει παραμελήσει τη χάρη του λόγου περισσότερο από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Θεόφραστο. Επειδή εξάλλου δεν μπορώ να φαντασθώ, ότι θεωρείς τη γνώμη του λανθασμένη.

- Βλέπεις, Τορκουάτε, πόσο λάθος κάνεις, του απάντησα, το ύφος του Επίκουρου δεν με προσβάλλει καθόλου. Λέει αυτό που θέλει να πει, και το κάνει με τρόπο που ο λόγος του είναι πολύ κατανοητός. Δεν θυμώνω με την ευφράδεια ενός φιλοσόφου, αλλά δεν είναι αυτό που ζητάω. Είναι αποκλειστικά το ίδιο το υλικό της φιλοσοφίας του που δεν με ικανοποιεί και αυτό σε περισσότερα σημεία. Εντούτοις όσοι άνθρωποι, τόσες γνώμες, έτσι μπορεί και να κάνω λάθος .

- Σε τι λοιπόν δεν σε ικανοποιεί; ρώτησε, γιατί, λαμβάνοντας υπόψη ότι έχεις κατανοήσει σωστά ότι έχει πει, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι θα είσαι δίκαιος κριτής.

-Έχω παρακολουθήσει τον Φαίδρο και τον Ζήνωνα, του απάντησα, και στο βαθμό που δεν τους υποψιάζεσαι ότι με έχουν εξαπατήσει, πρέπει να πιστέψεις ότι γνωρίζω τέλεια τις δοξασίες του Επίκουρου. Αυτό που μου άρεσε σε αυτούς ήταν ο ζήλος τους. Τους παρακολουθούσα τακτικά με τον Αττικό, που τους θαύμαζε και τους δύο και που αγαπούσε ιδιαίτερα τον Φαίδρο. Συχνά συζητούσαμε μεταξύ μας αυτά που μας είχαν διδάξει, και ποτέ δεν είχαμε αντιδικήσει για το νόημα των λόγων, αλλά μόνο για τις δοξασίες.


Κεφάλαιο 6.

Κριτική στη Φυσική του Επίκουρου

- Άλλη μια φορά, είπε, σε τι δεν σε ικανοποιεί ο Επίκουρος;

-Καταρχήν, είπα, η φυσική του για την οποία είναι πολύ υπερήφανος, είναι όλη δανεισμένη. Επαναλαμβάνει ότι λέει ο Δημόκριτος, και όταν αλλάζει κάτι, νομίζω ότι, είναι πάντα προς το χειρότερο.

Τα άτομα, σύμφωνα με τον Δημόκριτο (γιατί έτσι αποκαλεί τα μικροσκοπικά σωματίδια που είναι αδιαίρετα λόγω της στερεότητας τους) κινούνται ασταμάτητα με τέτοιο τρόπο στο κενό που έχει άπειρη έκταση, όπου δεν υπάρχει ούτε πάνω, ούτε κάτω, ούτε μέση, που καθώς ενώνονται μεταξύ τους στη συνεχή δίνη τους, σχηματίζουν όλα αυτά που βλέπουμε. Επιπλέον, θέλει αυτή η κίνηση των ατόμων να μην προέρχεται από κάποια αρχή, αλλά να υπάρχει στην αιωνιότητα.

Ο Επίκουρος, εκεί όπου ακολουθεί τον Δημόκριτο, δεν κάνει σχεδόν κανένα λάθος. Αλλά, πέραν από το ότι δεν συμφωνώ ούτε με τον έναν , ούτε με τον άλλο σε πολλά θέματα, διαφωνώ ακόμα περισσότερο με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την φύση. Αν και υπάρχουν στη φύση δύο συστατικά, αφ’ ενός η ύλη από την οποία έχουν όλα κατασκευασθεί, και αφετέρου αυτό που δίνει την μορφή σε κάθε πράγμα, ο Δημόκριτος και ο Επίκουρος έχουν μιλήσει μόνο για την ύλη και δεν έχουν μιλήσει καθόλου για την πραγματική αιτία των πάντων. Να τι παρέλειψαν και ο ένας και ο άλλος: Αλλά να τα λάθη του ίδιου του Επίκουρου.

Ισχυρίζεται ότι τα άτομα κινούνται από μόνα τους κατευθείαν προς τα κάτω, και ότι αυτή είναι η φυσική κίνηση όλων των σωμάτων. Κατόπιν ο επιτήδειος φιλόσοφος σκεπτόμενος ότι, εάν όλα τα άτομα κινούνταν προς τα κάτω σε ευθεία γραμμή, δεν θα συνέβαινε ποτέ κάποιο άτομο να μπορεί να αγγίξει κάποιο άλλο, φαντάστηκε με επιδεξιότητα μια αδιόρατη κίνηση παρέκκλισης, με αποτέλεσμα μόλις τα άτομα συναντήσουν το ένα το άλλο να ενώνονται, να ζευγαρώνουν και να προσκολλώνται μεταξύ τους. Εδώ διακρίνω μια παιδαριώδη φαντασία, και συγχρόνως βλέπω ότι αυτή δεν μπορεί καθόλου να είναι αποτελεσματική για το σύστημά του. Πράγματι, πρόκειται για καθαρή φαντασία, που δίνει στα άτομα μια ελαφρά κίνηση παρέκκλισης, για την οποία δεν επικαλείται καμία αιτία, πράγμα που είναι ντροπή για ένα φυσικό φιλόσοφο, και συγχρόνως, αφαιρεί από τα άτομα, χωρίς καμία αιτία, την ευθύγραμμη κίνηση από πάνω προς τα κάτω, που είχε δεχθεί ως φυσική κίνηση για όλα τα σώματα. Και όμως, παρ’ όλες αυτές τις υποθέσεις που εφευρίσκει, δεν μπορεί να φτάσει στο αποτέλεσμα που ισχυρίζεται. Επειδή, εάν όλα τα άτομα έχουν εξίσου μια κίνηση παρέκκλισης, δεν πρόκειται ποτέ να συμπλεχτούν μεταξύ τους. Ή, εάν κάποια παρεκκλίνουν, ενώ κάποια άλλα κινούνται σε ευθεία γραμμή προς τα κάτω: αλλά η ίδια τους η φυσική τάση, κατά πρώτο λόγο θα είναι ισοδύναμη να καθορίζει στα άτομα τις διαφορετικές λειτουργίες τους, κάποια να κινούνται σε ευθεία γραμμή και κάποια να έχουν πλάγια κίνηση. Και κατά δεύτερο λόγο, (τον ίδιο ψόγο μπορούμε να αποδώσουμε και στο Δημόκριτο), δεν θα ήταν ποτέ λιγότερο απίθανο αυτή η τυχαία συνάντηση των ατόμων να παράγει την τάξη και την ομορφιά στο σύμπαν που γνωρίζουμε. Δεν αρμόζει σε έναν φυσικό φιλόσοφο να πιστεύει σε σώματα τόσο μικροσκοπικά που να είναι αδιαίρετα: ποτέ δεν θα πίστευε κάτι τέτοιο, εάν είχε προτιμήσει να μάθει την γεωμετρία του Πολύαινου του φίλου του, αντί να κάνει τον Πολύαινο να την ξεμάθει.

Ο Δημόκριτος, που ήταν επιδέξιος στη γεωμετρία, πιστεύει ότι ο ήλιος έχει τεράστιο μέγεθος. Ο Επίκουρος του δίνει μέγεθος περίπου δύο πόδια, και υποθέτει ότι είναι περίπου όπως τον βλέπουμε, λίγο μεγαλύτερος ή λίγο μικρότερος. Έτσι όταν ο Επίκουρος παραποιεί τις δοξασίες του Δημόκριτου, τις παραποιεί προς το χειρότερο. Επιπλέον, από τον Δημόκριτο πήρε τα άτομα, το κενό και τις εικόνες που τις ονομάζει « είδωλα» , από τη συνάντηση των οποίων όχι μόνο βλέπουμε αλλά και επίσης σκεφτόμαστε : Από αυτόν πήρε, επίσης, την άπειρη έκταση, που την ονομάζει « απειρία» και αυτή την αναρίθμητη πολλαπλότητα των κόσμων, που δημιουργούνται και χάνονται συνέχεια: Αν και δεν αποδέχομαι καθόλου αυτές τις φαντασίες του Δημόκριτου, δεν μπορώ να υποφέρω, το γεγονός ότι ένας άνδρας που τα πήρε όλα από αυτόν, αρέσκεται, όπως κάνει ο Επίκουρος, να τον κατακρίνει, ενώ πολλοί άλλοι τον επικροτούν.


Κεφάλαιο 7

Κριτική της λογικής του Επίκουρου. Προσωρινή κριτική της ηθικής του.

Σε ότι αφορά στη λογική, που είναι το δεύτερο μέρος της φιλοσοφίας που έχει σκοπό τον σχηματισμό του λογισμού και τη χρήση της ως οδηγού, ο Επίκουρος σας στερείται και αποκόπτεται εξ ολοκλήρου από κάθε τι που μπορεί να του είναι χρήσιμο: αφαιρεί όλους τους ορισμούς, δεν διδάσκει ούτε την διάκριση των θεμάτων, ούτε τη διαίρεση, ούτε την εξαγωγή συμπερασμάτων μέσω της συλλογιστικής, ούτε την επίλυση ενός παγιδευτικού επιχειρήματος, ούτε την ανάπτυξη αυτού που μπορεί να είναι διφορούμενο σε ένα συλλογισμό και τέλος κάνει τις αισθήσεις πραγματικό κριτήριο των πάντων, που νομίζει ότι, αν κάποτε θεωρήσουμε ένα λανθασμένο πράγμα ως ορθό, δεν είναι δυνατό πλέον να εξασφαλίσουμε ότι μπορούμε να κρίνουμε ορθά οτιδήποτε.

Το σημείο στο οποίο επιμένει περισσότερο ο Επίκουρος, είναι το θέμα που η φύση από μόνη της, όπως λέει, φέρνει τη λύση και την απόδειξη, εννοώ την ηδονή και τον πόνο: σε αυτά τα δύο ανάγει κάθε τι που επιδιώκουμε ή αποφεύγουμε. Αυτή η δοξασία ανήκει στον Αρίστιππο, και την υποστηρίζουν καλύτερα και πιο ελεύθερα οι φιλόσοφοι της σχολής του, από ότι ο Επίκουρος. Εντούτοις, τίποτα δεν μοιάζει περισσότερο ανήθικό από έναν άνδρα που έχει τέτοια γνώμη, και νομίζω ότι η φύση μας δημιούργησε για κάτι πιο μεγάλο. Ίσως κάνω λάθος, άλλα παρόλα αυτά δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτός που πήρε πρώτος το όνομα Τορκουάτος, επειδή έβγαλε το περιλαίμιο από τον εχθρό, το έβγαλε επιδιώκοντας το συναίσθημα της ηδονής, ούτε πολέμησε επιδιώκοντας το ίδιο συναίσθημα ενάντια στους Λατίνους στη μάχη του Βέσερις, στην τρίτη του θητεία ως ύπατος. Και όταν αποφάσισε να αποκεφαλίσει τον γιό του, δεν στερήθηκε την γλυκιά και ιδιαίτερη ευχαρίστηση, επειδή προτίμησε με αυτό τον τρόπο, αντί τα πιο δυνατά συναισθήματα της φύσης, αυτό που πίστευε ότι είναι καθήκον του σύμφωνα με την εξουσία και την αξία του αξιώματός του ;

Επίσης, όταν ο Τίτος Τορκουάτος, που ήταν Ύπατος με τον Γνάϊο Οκτάβιο, αντιμετώπισε αυστηρά το γιο του, που είχε χειραφετηθεί για να υιοθετηθεί από τον Δέκιο Σιλανό, όταν τον κάλεσε ενώπιον του να υπερασπισθεί τον εαυτό του ενάντια στις κατηγορίες που απήγγειλε αντιπροσωπία από την Μακεδονία, για δωροληψία την εποχή που ήταν πραίτορας στην επαρχεία αυτή, όταν, αφού άκουσε και τα δύο μέρη, έβγαλε απόφαση ότι βρήκε τον γιό του ένοχο για ανάρμοστη συμπεριφορά σε σχέση με το αξίωμά του προς τους προγόνους του, και του απαγόρευσε να εμφανισθεί μπροστά του δια παντός: Νομίζεις ότι τον ενδιέφερε καθόλου η ευχαρίστησή του; Αλλά, αφήνοντας στην άκρη αυτό που είναι υποχρεωμένος κάθε καλός πολίτης να πράττει για την πατρίδα του, και όχι μόνο τις χαρές που στερείται, αλλά ακόμη τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται, την κούραση και ακόμα τα κακά που υποφέρει, προτιμώντας να τα υποφέρει όλα αυτά παρά να παραβεί το καθήκον του, έρχομαι σε κάτι που είναι λιγότερο σημαντικό, αλλά εξίσου δηλωτικό. Ποιά ευχαρίστηση βρίσκεις, εσύ Τορκουάτε, και ποια ευχαρίστηση βρίσκει ο Τριάριος στη συνεχή μελέτη της λογοτεχνίας, στην έρευνα της ιστορίας, στο ξεφύλλισμα χωρίς σταματημό των έργων των ποιητών και στην αποστήθιση τόσων στοίχων; Και μη μου πείτε ότι βρίσκετε την ευχαρίστηση σας σε αυτά, και ότι το ίδιο συμβαίνει με τις καλές πράξεις των Τορκουάτων. Δεν είναι αυτό που απαντά ο Επίκουρος σε μια τέτοια αντίρρηση. Και ούτε είναι αυτό που πρέπει να απαντήσετε σε αυτά, ούτε εσείς, ούτε κάθε άνθρωπος με καλή αίσθηση που έχει διδαχθεί τις δοξασίες της σχολής σας. Και επιτέλους δεν είναι αυτό που προσελκύει τόσους πολλούς στην επικούρεια φιλοσοφία. Όχι, αυτό που προσελκύει αρχικά το πλήθος, είναι ότι φαντάζεται ότι ο Επίκουρος ισχυρίζεται ότι ένα πράγμα δίκαιο και έντιμο προκαλεί από μόνο του ευχαρίστηση και ηδονή. Αλλά δεν αντιλαμβάνονται ότι εάν ήταν έτσι, όλο το σύστημα του θα ανατρεπόταν. Επειδή, εάν συνέβαινε τα δίκαια και έντιμα πράγματα να ήσαν ευχάριστα από μόνα τους, χωρίς καμία σχέση με το σώμα, το αποτέλεσμα θα ήταν η αρετή και η γνώση να ήσαν επιθυμητές για αυτές τις ίδιες. Και αυτό είναι κάτι για το οποίο ο Επίκουρος δεν είναι καθόλου σύμφωνος. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδεχθώ τον Επίκουρο σε όλα αυτά για τα οποία μόλις σας μίλησα. Εξάλλου θα ήθελα, ή να είχε πιο βαθειά γνώση της επιστήμης, γιατί είσαι υποχρεωμένος να παραδεχτείς ότι δεν διαθέτει καθόλου την γνώση εκείνη που κάνει τους ανθρώπους να ονομάζονται σοφοί, ή ότι δεν προσπάθησε να αποτρέψει άλλους από τη μελέτη. Αν και νομίζω ότι με σας τους δύο δεν κατάφερε να σας αποτρέψει.


Κεφάλαιο 8.

Απάντηση στην κριτική εναντίον του Επίκουρου

Αφού μίλησα κατ’ αυτό τον τρόπο, περισσότερο για να τους κάνω να μιλήσουν οι ίδιοι παρά με άλλο σκοπό, ο Τριάριος είπε χαμογελώντας:

-Φαίνεται ότι έχεις διαγράψει τελείως τον Επίκουρο από την τάξη των φιλοσόφων. Διότι όλη την αξία που του αφήνεις, είναι ότι είναι κατανοητός για σένα, με τον τρόπο που εκθέτει τις δοξασίες του. Σε ότι αφορά τη φυσική του, πήρε από τους άλλους όλα αυτά που λέει. Ακόμα, αυτά που λέει δεν είναι καθόλου του γούστου σου. Και ότι θέλησε να διορθώσει μόνος του, σημείωσε ότι, το έκανε πάντα πολύ άσχημα. Δεν έχει καμία γνώση της διαλεκτικής, και τοποθετώντας το υπέρτατο αγαθό στην ηδονή, πρώτον έκανε τεράστιο λάθος, δεύτερον δεν είπε τίποτα δικό του και τα δανείστηκε όλα από τον Αρίστιππο, που τα είχε διατυπώσει καλύτερα. Τέλος, ισχυρίζεσαι, ότι ήταν αμόρφωτος.

- Είναι αδύνατο, απάντησα , Τριάριε, όταν έχουμε διαφορετική άποψη από κάποιον άλλο, να μην ορίζουμε την αιτία αυτής της διαφοράς. Διότι, ποιός θα με εμπόδιζε να είμαι επικούρειος, εάν αποδεχόμουνα τις δοξασίες του Επίκουρου, που θα μπορούσα να μάθω παίζοντας; Δεν πρέπει, λοιπόν, να θεωρείς κακό ότι αυτοί που διαφωνούν μεταξύ τους μιλούν ο ένας εναντίον του άλλου για να διαψεύδονται. Αλλά πρέπει να αποκλείσουμε από τη συζήτηση την τραχύτητα, τον θυμό, την παραφορά, την ισχυρογνωμοσύνη, που είναι πράγματι ανάξιες της φιλοσοφίας.

- Έχει δίκιο, λέει ο Τορκουάτος. Είναι αδύνατο να διαφωνούμε χωρίς να κατακρίνουμε το συναίσθημα του αντιπάλου μας. Αλλά αυτό που δεν επιτρέπεται, είναι η θέρμη και το πείσμα. Κατά τα άλλα, εάν το επιθυμείς, θα είχα να απαντήσω σ’ αυτά που είπες.

- Πιστεύεις, λοιπόν, του απάντησα, ότι θα μιλούσα έτσι, εάν δεν ήθελα να σε ακούσω;

- Λοιπόν, απάντησε, προτιμάς να εκθέσω όλη μαζί την φιλοσοφία του Επίκουρου ή να μιλήσω μόνο για την ηδονή που είναι τώρα το θέμα μας;

- Αυτό είναι στην επιλογή σου, του απάντησα. - Λοιπόν, λέει, θα μείνω μόνο σ’ αυτό το θέμα, που έχει την μεγαλύτερη σπουδαιότητα. Θα ασχοληθούμε άλλη φορά με τη φυσική. Τότε θα σου αποδείξω την παρέκκλιση των ατόμων, και το μέγεθος του ήλιου όπως το υποθέτει ο Επίκουρος, και θα σου δείξω ότι διόρθωσε και μεταρρύθμισε με μεγάλη σύνεση πολλά πράγματα από το σύστημα του Δημόκριτου. Όσο για τώρα, θα μιλήσω μόνο για την ηδονή, και δεν θα πω τίποτα νέο. Αλλά δεν ελπίζω να σε πείσω.

- Δεν είμαι καθόλου ισχυρογνώμων, του απάντησα, σου υπόσχομαι να σου δώσω τη συναίνεση μου, εάν μπορέσεις να μου αποδείξεις αυτό που ξεκινάς να εκθέτεις.

- Θα το κάνω, απάντησε, εάν διατηρήσεις την ίδια διάθεση που δείχνεις. Αλλά θα προτιμούσα να μιλήσω χωρίς διακοπή, από το να θέτω ερωτήσεις ή να δέχομαι ερωτήσεις.

- Όπως θέλεις, του απάντησα. Να, λοιπόν η ομιλία του.


Κεφάλαιο 9.

Το υπέρτατο αγαθό είναι η ηδονή. Ηθική της ηδονής.

- Θα ξεκινήσω καταρχήν, είπε, ακολουθώντας τη μέθοδο του Επίκουρου, με την οποία εξετάζουμε τις δοξασίες του και θα εκθέσω αυτό που είναι το αντικείμενο της διαφωνίας μας, όχι επειδή νομίζω ότι τις αγνοείς, αλλά για να προχωρήσω συστηματικά.

Ερευνούμε λοιπόν ποιο είναι το μεγαλύτερο από τα αγαθά και σύμφωνα με όλους τους φιλοσόφους, πρέπει να είναι εκείνο στο οποίο όλα τα άλλα αγαθά πρέπει να ανάγονται, και που αυτό δεν ανάγεται σε κανένα άλλο αγαθό. Αυτό λοιπόν το αγαθό, κατά τον Επίκουρο, είναι η ηδονή και ισχυρίζεται ότι είναι το υπέρτατο αγαθό. Και θεωρεί τον πόνο ως το πιο μεγάλο από τα κακά και να ο τρόπος που το αποδεικνύει:

Κάθε ζώο, από τη γέννησή του, αγαπά την ηδονή και την επιδιώκει ως το μεγαλύτερο αγαθό. Μισεί τον πόνο και τον αποφεύγει όσο μπορεί, σαν πολύ μεγάλο κακό. Και όλα αυτά τα κάνει επειδή η φύση του δεν έχει ακόμη καθόλου διαφθαρεί, και μπορεί να κρίνει πιο ορθά. Δεν χρειαζόμαστε, λοιπόν, ούτε επιχειρήματα ούτε αποδείξεις για να καταδείξουμε ότι η ηδονή πρέπει να επιδιώκεται και ο πόνος πρέπει να αποφεύγεται. Αυτό το αισθανόμαστε με τις αισθήσεις μας, όπως αισθανόμαστε ότι η φωτιά καίει, το χιόνι είναι λευκό και το μέλι είναι γλυκό. Και είναι ανώφελο να στηρίζουμε με επιχειρήματα αυτό που γίνεται αισθητό με επάρκεια από μόνο του. Γιατί υπάρχει διαφορά, λέει ο Επίκουρος, ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να αποδειχθεί μόνο με τη δύναμη της λογικής και σε αυτό που ζητά μόνο την απλή παρατήρηση. Τα αφηρημένα πράγματα και όπως είναι καλυμμένα απαιτούν μελέτη για να ξεμπλέξουν και να γίνουν κατανοητά. Τα άλλα, είναι αρκετό να τα δείξει κανείς. Όπως, λοιπόν, αφαιρώντας από τον άνθρωπο τις αισθήσεις, δεν μένει πλέον τίποτα, είναι αναγκαίο η ίδια η φύση του να κρίνει αυτό που είναι σύμφωνο ή αντίθετο με τη φύση: τι μπορεί, συνεπώς, να αντιληφθεί ή να κρίνει η φύση εκτός από την ηδονή και τον πόνο, για να οδηγήσει τις πράξεις της στην επιθυμία ή την αποφυγή;

Υπάρχουν άνθρωποι μεταξύ μας, που προχωρούν το επιχείρημα ακόμα πιο μακριά: δεν είναι μόνο οι αισθήσεις, λένε, με τις οποίες κρίνουμε τι είναι αγαθό, και τι είναι κακό. Αλλά μπορούμε επίσης να γνωρίσουμε, με το πνεύμα και τη λογική, ότι η ηδονή πρέπει να επιλέγεται για αυτή την ίδια και ο πόνος πρέπει να αποφεύγεται για αυτόν το ίδιο: έτσι, λοιπόν, η επιλογή της μιας και η αποφυγή του άλλου είναι φυσικά και σαν σύμφυτα στην ψυχή μας.

Τέλος υπάρχουν και άλλοι, και εγώ σκέφτομαι όπως αυτοί, οι οποίοι βλέποντας ένα μεγάλο αριθμό φιλοσόφων να υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να κατατάξουμε την ηδονή στην τάξη των αγαθών, ούτε τον πόνο στην τάξη των κακών, λένε ότι δεν πρέπει να υπάρχει εφησυχασμός για την επάρκεια των θέσεων μας, αλλά να εξετάσουμε με προσοχή κάθε τι που μπορεί να λεχθεί για την ηδονή και τον πόνο.


Κεφάλαιο 10

Ο πόνος μπορεί να είναι μέσο για την απόκτηση της ηδονής. Ηθική της Ωφέλειας.

Για να σε κάνω να γνωρίσεις καλύτερα από πού προέρχεται το λάθος αυτών που κατακρίνουν την ηδονή και εξυμνούν κατά κάποιο τρόπο τον πόνο, θα προχωρήσω σε πιο αναλυτική ερμηνεία, και θα σου δείξω όλα όσα ελέχθησαν πιο πάνω από αυτόν που ανακάλυψε την αλήθεια, και για να το πω διαφορετικά, από τον αρχιτέκτονα της ευτυχισμένης ζωής. Κανείς, λέει ο Επίκουρος, δεν φοβάται ούτε αποφεύγει την ηδονή επειδή είναι ηδονή, αλλά επειδή φέρνει μεγάλο πόνο σε αυτούς που δεν ξέρουν να την χρησιμοποιήσουν με μετριοπάθεια και λογική, και κανείς δεν αγαπά ούτε επιλέγει τον πόνο επειδή είναι πόνος, αλλά επειδή συμβαίνει κάποτε, από την εργασία και από τον πόνο να κατορθώνει να χαίρεται μεγάλη ηδονή. Πράγματι, για να φτάσουμε μέχρι τα πιο μικρά πράγματα, ποιος από σας δεν κάνει κάποια επώδυνη άσκηση για να έχει κάποιο είδος ωφέλειας; Και ποιος θα μπορούσε δίκαια να κατηγορήσει, ή αυτόν που θα επέλεγε μια ηδονή που δεν θα είχε σαν επακόλουθο κάτι δυσάρεστο, ή αυτόν που θα απέφευγε ένα πόνο από τον οποίο δεν θα μπορούσε να ελπίζει καμία ηδονή. Αντίθετα, κατηγορούμε δικαία και θεωρούμε άξιους περιφρόνησης και μίσους αυτούς που, αφήνοντας τον εαυτό τους να διαφθαρεί από τα θέλγητρα μιας ηδονής του παρόντος, δεν προβλέπουν σε πόσα κακά και στενοχώριες τους εκθέτει ένα τυφλό πάθος. Παρόμοια κατηγορία αξίζει σε αυτούς που, από αδύναμη θέληση, δηλαδή από το φόβο του πόνου και της θλίψης, δεν επιτελούν το καθήκον τους. Και είναι πολύ εύκολο να συμφωνήσεις με τη συνέχεια του λόγου μου. Γατί, επειδή είμαστε εντελώς ελεύθεροι, και τίποτα δεν μας εμποδίζει να πράξουμε αυτό που μπορεί να μας δώσει την μεγαλύτερη ηδονή, μπορούμε να παραδοθούμε ολοκληρωτικά στην ηδονή και να κυνηγήσουμε κάθε είδος πόνου. Αλλά, σε επείγουσες καταστάσεις που οφείλονται στην απαίτηση του καθήκοντος ή στις υποχρεώσεις της δουλειάς, συχνά πρέπει να απαρνηθούμε την ηδονή και να μην αρνηθούμε καθόλου τον πόνο. Ο κανόνας που ακολουθεί στην περίπτωση αυτή ένας συνετός άνθρωπος, είναι να απορρίπτει ήπιες ηδονές για να εξασφαλίσει άλλες μεγαλύτερες, και να μάθει να υποφέρει ήπιους πόνους προκειμένου να αποφύγει εντονότερους πόνους.

Ποιος θα με εμποδίσει, εμένα που ακολουθώ αυτό το σύστημα, να συσχετίσω με αυτές τις αρχές όλα αυτά που είπες για του Τορκουάτους, τους προγόνους μου; Και μη νομίζεις ότι με την αναφορά σου σε αυτούς, όπως ήδη έκανες, με τόσα σημάδια φιλίας προς εμένα, με έχεις γοητεύσει, ούτε ότι θα με κάνεις λιγότερο αποφασιστικό αντίπαλο. Πως, σε παρακαλώ, ερμηνεύεις αυτά που έπραξαν; Τι! Είσαι πεπεισμένος ότι, χωρίς να σκεφθούν την ωφέλεια ή τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν για αυτούς, ρίχτηκαν στη μάχη με τους εχθρούς, και συμπεριφέρθηκαν στα παιδιά τους, το ίδιο τους το αίμα, τόσο σκληρά! Ακόμα και τα ζώα, στην μεγαλύτερή τους μανία, δεν κάνουν τίποτα χωρίς να μπορούν να γνωρίζουν γιατί το κάνουν, και θα πιστέψεις ότι τόσο μεγάλοι άνδρες πράττουν τόσο σπουδαία πράγματα χωρίς κίνητρο!

Θα εξετάσουμε σε λίγο ποιά μπορεί να ήταν η αιτία: εν τω μεταξύ, νομίζω ότι, εάν είχαν κάποιο κίνητρο, η αρετή μόνο δεν είναι σε καμιά περίπτωση η αιτία που τους οδήγησε σε αυτές τις εξαιρετικές πράξεις. Ο πρώτος Τορκουάτος με τόλμη αφαίρεσε το περιλαίμιο από τον εχθρό, αλλά συγχρόνως καλύφθηκε με την ασπίδα του για να μην σκοτωθεί: Εκτέθηκε σε μεγάλο κίνδυνο, αλλά στη θέα όλου του στρατού. Και ποιο ήταν το βραβείο για αυτή του την πράξη; Η δόξα, η αγάπη των συμπολιτών του, τα πιο σίγουρα ενέχυρα για μια ζωή ήρεμη και ήσυχη. Καταδίκασε σε θάνατο τον γιό του: Εάν αυτό έγινε χωρίς κίνητρο, δεν θα ήθελα να είμαι απόγονος ενός άνδρα τόσο σκληρού και απάνθρωπου. Εάν αυτό έγινε για να εμπεδώσει την στρατιωτική πειθαρχία υποτάσσοντας τα φυσικά του συναισθήματα, και για να διατηρήσει τη συνοχή του στρατεύματος, με το παράδειγμα αυτό, σε έναν επικίνδυνο πόλεμο, μερίμνησε με την πράξη του αυτή την ασφάλεια των συμπολιτών του, από την οποία, όπως γνώριζε εξαρτιόταν και η δική του.

Το ίδιο επιχείρημα επεκτείνεται πολύ περισσότερο, επειδή αυτό που συνηθίζει να δίνει ευνοϊκό πεδίο στην ευγλωττία, και κυρίως στη δική σου ευγλωττία, καθώς αναφέρεσαι σε σημαντικές πράξεις διασήμων ανδρών, υποστηρίζεις ότι δεν ωθήθηκαν από κανένα ιδιαίτερο συμφέρον, αλλά μόνο από την αγάπη για την αρετή και τη δόξα, ανατρέπεται εντελώς από την αντίθετη αρχή που μόλις σου παρουσίασα, ή ότι δεν παραιτείται κάποιος από καμία ηδονή παρά μόνο στη θέα μιας μεγαλύτερης ηδονής, ή ότι δεν εκτίθεται κάποιος σε κανένα πόνο, παρά μόνο για να αποφύγει πιο σκληρό πόνο.


Κεφάλαιο 11

Τι είναι η ηδονή

Αλλά αρκετά μιλήσαμε, τώρα, για τις δοξασμένες πράξεις μεγάλων ανδρών: σε λίγο θα δούμε ότι γενικά όλες οι αρετές έχουν σκοπό την ηδονή.

Πρέπει τώρα να ορίσουμε την ηδονή, για να αφαιρέσουμε από τους αμόρφωτους κάθε θέμα για να κάνουν λάθος, και για να αποδείξουμε πως μια Σχολή που θεωρείται εξολοκλήρου αισθησιακή και φιλήδονη, στην πραγματικότητα είναι αυστηρή, σοβαρή και συγκρατημένη. Πράγματι, δεν ψάχνουμε την μοναδική ηδονή που γαργαλάει τη φύση με δεν ξέρω ποιά μυστική γλυκύτητα, και που διεγείρει ευχάριστα συναισθήματα, αλλά θεωρούμε πολύ μεγάλη ηδονή την εξάλειψη του πόνου. Ή καθώς, από τη στιγμή που δεν αισθανόμαστε καθόλου πόνο, νοιώθουμε χαρά, και καθώς κάθε τι που δίνει χαρά είναι ηδονή, έτσι και κάθε τι που πληγώνει είναι πόνος, πολύ ορθά η εξάλειψη κάθε είδους πόνου ονομάζεται ηδονή. Όταν, αφού έχουμε κυνηγήσει την δίψα και την πείνα με το νερό και το φαγητό, είναι μια ηδονή να μην αισθανόμαστε πλέον την ανάγκη, έτσι γενικά η αφαίρεση του πόνου προκαλεί την αντικατάστασή του με την ηδονή. Να γιατί ο Επίκουρος δεν θέλησε να δεχθεί κανένα ενδιάμεσο μεταξύ του πόνου και της ηδονής. Και αυτό που μερικοί θεωρούν ως ενδιάμεσο μεταξύ του ενός και της άλλης, εννοώ την εξάλειψη κάθε πόνου, την θεώρησε, ο ίδιος, όχι μόνο ως ηδονή, αλλά ως την ακραία ηδονή, υποστηρίζοντας ότι η εξάλειψη κάθε πόνου είναι το τελευταίο όριο που είναι δυνατό να φθάσει η ηδονή, η οποία μπορεί να διαφοροποιηθεί με διάφορους τρόπους, αλλά δεν μπορεί ποτέ αυξηθεί και να μεγαλώσει.

Θυμάμαι ότι έχω ακούσει από τον πατέρα μου, που ευχαριστιόταν να κοροϊδεύει τους στωικούς, ότι στην Αθήνα, στον Κεραμικό υπάρχει ένα άγαλμα του Χρύσιππου που κάθεται, ο οποίος προτείνει το χέρι, επειδή συνήθιζε να το προτείνει όταν ήθελε να κάνει κάποια ερώτηση. Το χέρι σου, στην κατάσταση που βρίσκεται, έλεγε ένας στωικός, μήπως θέλει κάτι; Σίγουρα, όχι. Αλλά, εάν η ηδονή ήταν κάτι αγαθό, δεν θα την επιθυμούσε; Το πιστεύω. Η ηδονή, επομένως, δεν είναι κάτι αγαθό. Το άγαλμα, έλεγε ο πατέρας μου, αν μπορούσε να μιλήσει, δεν θα χρησιμοποιούσε αυτό το επιχείρημα. Και αυτό το συμπέρασμα απευθύνεται μόνο εναντίον του Αρίστιππου και των κυρηναϊκών, και καθόλου εναντίον του Επίκουρου. Γιατί, εάν δεν υπήρχε άλλη ηδονή εκτός από αυτήν που γαργαλάει τις αισθήσεις και προκαλεί ένα ευχάριστο συναίσθημα, το χέρι δεν θα ήταν ικανοποιημένο με το να μην αισθάνεται καθόλου πόνο, στο βαθμό που δεν θα υπήρχε και κάποια κίνηση ηδονής. Επειδή, όπως υποστηρίζει ο Επίκουρος, η παντελής απουσία πόνου είναι πολύ μεγάλη ηδονή: καταρχήν, ο Χρύσιππος, είχε δίκαιο λέγοντας ότι το χέρι σου, στην κατάσταση που βρίσκεται, δεν επιθυμεί τίποτα, αλλά στη συνέχεια έκανε λάθος να ισχυρίζεται ότι, εάν η ηδονή ήταν αγαθό, το χέρι θα την επιθυμούσε, γιατί, πως θα μπορούσε να επιθυμήσει κάτι που έχει, εφόσον, μη νοιώθοντας πόνο, ευρίσκεται σε κατάσταση ηδονής;



Κεφάλαιο 12

Νέα προσπάθεια για λογική απόδειξη ότι η ηδονή είναι το υπέρτατο αγαθό.

Μπορούμε εύκολα να αποδείξουμε ότι η ηδονή είναι το υπέρτατο αγαθό. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένας άνθρωπος απολαμβάνει συνεχώς κάθε είδους ηδονές, τόσο σωματικές όσο και πνευματικές, χωρίς κανένας πόνος ούτε στενοχώρια να τον ενοχλεί, θα μπορούσαμε να φανταστούμε μια κατάσταση πιο ευτυχισμένη και πιο επιθυμητή; Διότι, ένας τέτοιος άνθρωπος θα έπρεπε να κατέχει ψυχική δύναμη και δεν θα φοβόταν ούτε τον θάνατο, ούτε τον πόνο: δεν θα φοβόταν καθόλου τον θάνατο, γιατί αυτός είναι η απουσία κάθε αίσθησης. Δεν θα φοβόταν καθόλου τον πόνο, γιατί, εάν διαρκεί πολύ, είναι ελαφρύς και αν είναι οξύς, διαρκεί λίγο. Και έτσι η έξαρση ισοφαρίζεται από τη μικρή διάρκεια και η μεγάλη διάρκεια από τον ελαφρύ πόνο. Επί πλέον, εάν συμφωνείς, ότι ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάμε δεν έχει καθόλου αγωνία από τον φόβο των θεών και ότι γνωρίζει ακόμα να απολαμβάνει τις ηδονές του παρελθόντος επαναφέροντάς τες συνεχώς στη θύμησή του, επαναλαμβάνω ακόμα μια φορά, τι θα μπορούσε να προστεθεί σε μια κατάσταση τόσης ευτυχίας;

Ας υποθέσουμε, αντίθετα, έναν άνθρωπο φορτωμένο με κάθε είδους σωματικούς και ψυχικούς πόνους, χωρίς να ελπίζει ότι αυτοί θα μπορούσαν ποτέ να μειωθούν, χωρίς να έχει ποτέ γευθεί καμιά ευχαρίστηση και χωρίς να περιμένει ότι θα έχει ποτέ κάποια ευχαρίστηση: Μπορούμε ποτέ να φανταστούμε πιο άθλια κατάσταση; Εάν υπάρχει κάτι να φοβόμαστε περισσότερο είναι μια ζωή γεμάτη πόνο, και χωρίς αμφιβολία το μεγαλύτερο από τα κακά είναι να περάσουμε τη ζωή μας μέσα στον πόνο. Και, για τον ίδιο λόγο, το μεγαλύτερο από τα αγαθά είναι να ζούμε μέσα στην ηδονή. Ο νους μας δεν κατέχει κάτι άλλο στο οποίο θα μπορούσε να σταθεί σαν σκοπό του, εκτός από την ηδονή. Και όλοι οι φόβοι μας και οι στενοχώριες μας ανάγονται στον πόνο, χωρίς να μπορούμε από τη φύση, να ζητάμε τίποτα άλλο εκτός από την ηδονή, ούτε να αποφεύγουμε τίποτα άλλο εκτός από τον πόνο.

Τέλος, η πηγή των επιθυμιών μας και των φόβων μας βρίσκεται στην ηδονή ή στον πόνο. Και, σύμφωνα με αυτή την αρχή, είναι προφανές πως κάθε σωστή και τίμια πράξη γίνεται σε σχέση με την ηδονή. Όπως, λοιπόν, σύμφωνα με όλους του φιλοσόφους, το μεγαλύτερο αγαθό είναι αυτό που δεν είναι μέσο για κανένα άλλο πράγμα και του οποίου όλα τα άλλα πράγματα αποτελούν μέσο έχοντας το ως τελικό σκοπό τους, έτσι πρέπει κατ’ ανάγκη να δεχθούμε ότι το υπέρτατο αγαθό είναι να ζούμε με ηδονή.


Κεφάλαιο 13

Οι αρετές έχουν σκοπό τους την ηδονή.

Αρετή πρώτη: Η φρόνηση.

Αυτοί που αντιλαμβάνονται το υπέρτατο αγαθό στην αρετή, και που, γοητευμένοι μόνο από τη λάμψη της λέξης, δεν αντιλαμβάνονται αυτό που απαιτεί η φύση, θα είχαν απελευθερωθεί από μεγάλη πλάνη εάν ήθελαν να πιστέψουν τον Επίκουρο. Για τις αρετές σας, που είναι τόσο εξαιρετικές και τόσο ωραίες, ποιος θα μπορούσε να τις βρει ωραίες και επιθυμητές εάν δεν παρείχαν την ηδονή; Δεν εκτιμούμε καθόλου την ιατρική επιστήμη εξ’ αιτίας της ίδιας της επιστήμης, αλλά εξ’ αιτίας της υγείας που μας προσφέρει. Και, σε ένα πλοηγό, δεν εκτιμούμε καθόλου την τέχνη της πλοήγησης, αλλά την ωφέλεια που μας προσφέρει: Το ίδιο συμβαίνει και με την φρόνηση, που είναι η τέχνη της ζωής. Εάν δεν ήταν καλή σε τίποτα, δεν θα την θέλαμε. Την θέλουμε επειδή μας παρέχει το απόκτημα και την απόλαυση της ηδονής. Βλέπεις ποια είναι η φύση της ηδονής, για την οποία ακούω εδώ να μιλούν, έτσι ώστε να μην μειώσεις τον λόγο μου εξ’ αιτίας της κακής έννοιας που αποδίδεται συχνά στη λέξη.

Η άγνοια για το τι είναι καλό ή κακό είναι το κύριο μειονέκτημα της ζωής. Και καθώς η πλάνη στην οποία βρίσκεται κάποιος στερεί συχνά από τους ανθρώπους τις μεγαλύτερες ηδονές και επίσης τους παραδίδει σε αδιανόητους πόνους, δεν υπάρχει παρά μόνο η φρόνηση που, απαλλάσσοντας μας από κάθε είδους κακές δοξασίες και κακές επιθυμίες, και αφαιρώντας τις παρωπίδες των λανθασμένων πεποιθήσεων, μπορεί σίγουρα να μας οδηγήσει στην ηδονή. Δεν υπάρχει παρά η φρόνηση που αφαιρεί την λύπη από το νου μας, που μας εμποδίζει να εγκαταλειφθούμε στον τρόμο και που, σβήνοντας από μέσα μας με τις διδαχές της την σφοδρότητα των επιθυμιών, μπορεί να μας κάνει να περάσουμε ήσυχη ζωή: γιατί οι επιθυμίες είναι ακόρεστες, και δεν καταστρέφουν μόνο τα άτομα, αλλά συχνά καταστρέφουν ολόκληρες οικογένειες, ακόμα και πολιτείες.

Από αυτές προέρχονται τα μίση, οι διαφωνίες, οι διχόνοιες, οι στάσεις, οι πόλεμοι. Και οι ακόρεστες επιθυμίες που ενεργούν με τυφλή σφοδρότητα καθόλου δεν βρίσκονται μόνο εκτός μας. Μάχονται μεταξύ τους μέσα σ’ εμάς τους ίδιους, και δεν συμφωνούν ποτέ. Καθώς λοιπόν με αυτό το τρόπο θα ήταν αδύνατο να μην γίνεται πικρή η ζωή, μόνο ο μυαλωμένος άνθρωπος, περικόπτοντας από τον εαυτό του κάθε είδους κούφιου φόβου και πλάνης, και περιοριζόμενος στα όρια που θέτει η φύση, μπορεί να περάσει μια ζωή απαλλαγμένη από φόβο και πόνο.

Πράγματι, τι πιο χρήσιμο και πιο σωστό που οδηγεί σε μια ευτυχισμένη ζωή, από τη διαίρεση που έκανε ο Επίκουρος για τις επιθυμίες: άλλες φυσικές και αναγκαίες, άλλες φυσικές αλλά όχι αναγκαίες, και οι άλλες ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες; Ικανοποιούμε τις αναγκαίες χωρίς κόπο και χωρίς μεγάλη προσπάθεια. Οι φυσικές επίσης δεν απαιτούν μεγάλη προσπάθεια, γιατί τα πράγματα που ικανοποιεί η φύση, αποκτώνται εύκολα, και έχουν όρια, αλλά η ανώφελη πλεονεξία δεν έχει κανένα όριο.


Κεφάλαιο 14

Αρετή δεύτερη: Η εγκράτεια.

Εάν όλη η ζωή των ανθρώπων ταράζεται από την πλάνη και την άγνοια, και εάν μόνο η φρόνηση μπορεί να μας απαλλάξει από τον πόλεμο των παθών, να μας απελευθερώσει από κάθε είδους τρόμο, να μας μάθει να υπομένουμε την ύβρη της τύχης, και να μας διδάξει όλους τους δρόμους που οδηγούν στην ανάπαυση και την ηρεμία, γιατί δυσκολευόμαστε να πούμε ότι πρέπει να αναζητήσουμε την φρόνηση εξ’ αιτίας της ηδονής, και ότι πρέπει να αποφύγουμε την άγνοια και την ανοησία εξ’ αιτίας των κακών που τις ακολουθούν;

Θα πω ότι για τον ίδιο λόγο δεν πρέπει καθόλου να επιδιώκουμε την εγκράτεια για αυτή την ίδια, αλλά για την ηρεμία που φέρνει στα πνεύματα, θέτοντας τα σε γλυκιά και ήρεμη κατάσταση: γιατί ονομάζω εγκράτεια την αρετή εκείνη που μας προειδοποιεί ότι πρέπει να ακολουθούμε την λογική για τα πράγματα που επιλέγουμε ή αποφεύγουμε. Και δεν είναι αρκετό το ότι μας κάνει να κρίνουμε τι πρέπει να πράττουμε και τι όχι. Πρέπει, επιπλέον να γνωρίζουμε να τηρούμε αυτό που έχουμε κρίνει.

Αλλά πόσοι άνθρωποι υπάρχουν που, μη μπορώντας να παραμείνουν σταθεροί σε κάποια απόφαση, και γοητευμένοι από κάποια εμφάνιση ηδονής, ρίχνονται με τέτοιο τρόπο στα πάθη τους, που αφήνονται να παρασυρθούν χωρίς να φυλαχτούν από αυτό που μπορεί να τους συμβεί! Και από αυτό βγαίνει το συμπέρασμα ότι, για μια μέτρια ηδονή, λίγο αναγκαία, και την οποία θα μπορούσαν να την ξεπεράσουν εύκολα, όχι μόνο πέφτουν σε σοβαρές ασθένειες, στην δυστυχία και στο όνειδος, αλλά επιπλέον συχνά τιμωρούνται από τους νόμους. Αλλά αυτοί που θέλουν την ηδονή μέχρις το σημείο που δεν προκαλεί ολέθριες συνέπειες, και που είναι αρκετά σταθεροί στα συναισθήματά τους, ώστε να μην αφήνονται να παρασυρθούν στις ηδονές των πραγμάτων που έχουν κρίνει ότι πρέπει να αποφύγουν, αυτοί ακριβώς βρίσκουν μεγάλη ηδονή περιφρονώντας την ίδια την ηδονή. Γνωρίζουν επίσης να υποφέρουν κάποτε ένα μέτριο πόνο, ώστε να αποφύγουν ένα μεγαλύτερο πόνο. Από αυτό συμπεραίνουμε ότι δεν πρέπει να αποφεύγουμε την εγκράτεια για αυτή την ίδια, και επίσης ότι, όταν επιθυμούμε την εγκράτεια, δεν σημαίνει καθόλου ότι είμαστε εχθροί των ηδονών, αλλά ότι αναμένουμε μεγαλύτερες ηδονές από αυτές που στερούμαστε.


Κεφάλαιο 15

Αρετή τρίτη: Η ανδρεία.

Θα πω περίπου τα ίδια για την δύναμη της ψυχής. Διότι ούτε την άσκηση της εργασίας, ούτε την οδύνη των πόνων επιδιώκουμε για αυτές τις ίδιες, και ακόμα ούτε και την υπομονή, ούτε τις φροντίδες ούτε τις αγρύπνιες, ούτε ακόμα την ενεργητική αρετή, αντικείμενο εγκωμίων, ούτε τελικά την ανδρεία. Αλλά όλα αυτά τα αντιμετωπίζουμε άφοβα για να ζήσουμε στη συνέχεια χωρίς ανησυχία και χωρίς φόβο, και για να λυτρώσουμε, όσο είναι δυνατό, το σώμα και τον νου από κάθε τι που μπορεί να προκαλέσει πόνο. Και πως ο φόβος του θανάτου ταράζει την ηρεμία μας. Πως είναι θλιβερή κατάσταση να υποκύπτουμε στον πόνο, ή να τον υπομένουμε με αδυναμία. Πως, από παρόμοια δειλία, πολλοί έχουν εγκαταλείψει τους γονείς τους, τους φίλους τους, την πατρίδα τους, και τελικά έχουν χάσει τον εαυτό τους: έτσι, εντελώς αντίθετα, ένας νους σταθερός και εξυψωμένος, απελευθερώνεται από κάθε ιδέα που προκαλεί λύπη καθώς περιφρονεί τον θάνατο που επαναφέρει όλους τους ανθρώπους στην κατάσταση που ήταν πριν γεννηθούν. Καθώς είναι προετοιμασμένος για τον πόνο, γνωρίζοντας ότι οι οξείς πόνοι τελειώνουν σύντομα με το θάνατο, και όταν είναι ήπιοι, φέρνουν πολλά διαστήματα χαλάρωσης, και ότι, για τους άλλους πόνους, ανάλογα αν τους βρίσκουμε ανεκτούς ή όχι, είμαστε κύριοι, είτε να τους υποφέρουμε, ή να απαλλαγούμε από αυτούς φεύγοντας από τη ζωή όπως από ένα θέατρο. Δεν πιστεύουμε καθόλου λοιπόν ότι κατακρίνουμε την δειλία και την αδυναμία, ή ότι υμνούμε την αφοβία και την δύναμη, για αυτές τις ίδιες. Απορρίπτουμε τις μεν γιατί είναι αχώριστές με τον πόνο, εκτιμούμε τις δε γιατί τις ακολουθεί η ηδονή.


Κεφάλαιο 16

Αρετή τέταρτη: Η δικαιοσύνη

Μένει να μιλήσω για την δικαιοσύνη, και θα έχουμε μιλήσει για όλες τις αρετές. Αλλά αυτό που ειπώθηκε για τις άλλες τρείς ταιριάζει ακόμη και σ’ αυτήν. Και αυτό που ήδη έχω αποδείξει για την φρόνηση, την εγκράτεια και την δύναμη της ψυχής, ότι είναι τόσο πολύ συνδεδεμένες με την ηδονή, που δεν μπορούμε να τις ξεχωρίσουμε, πρέπει να το εφαρμόσουμε και για την δικαιοσύνη, που όχι μόνο δεν βλάπτει κανένα, αλλά που δίνει πάντοτε εμπιστοσύνη και ηρεμεί το πνεύμα, και από αυτή την ίδια, και από την ελπίδα ότι δεν θα απολέσουμε κανένα πράγμα από αυτά που μια αδιάφθορη φύση μπορεί να επιθυμήσει. Όπως η απερισκεψία, η παθιασμένη επιθυμία και η δειλία βασανίζουν συνεχώς την ψυχή, συνεχώς την ταράσσουν και φέρνουν την σύγχυση, έτσι και η αδικία, αφού εγκατασταθεί στον νου, φέρνει την ταραχή με μόνη την παρουσία της. Και εάν, επιπλέον, κάνει κάποια άδικη πράξη, την έχει εκτελέσει μυστικά, δεν μπορεί να την εκμυστηρευθεί και να πιστεύει ότι το πράγμα θα μείνει πάντα κρυφό. Ο κακός δεν μπορεί να κρύψει τις πράξεις του: τον κυνηγούν η υποψία, η κοινή γνώμη, η φήμη. Μετά έρχεται ο κατήγορος, ο δικαστής. Πολλοί τελικά, όπως συνέβη κατά την υπατεία σου, κατήγγειλαν τον εαυτό τους. Εάν υπάρχουν άνθρωποι πολύ δυνατοί ώστε να βρίσκονται σε κατάσταση ώστε να μην φοβούνται καθόλου την τιμωρία των νόμων, δεν παύουν γι’ αυτό να φοβούνται τους θεούς. Και τις έγνοιες που τους κατατρώγουν, τις ανησυχίες που τους ξεσκίζουν μέρα και νύχτα, τις θεωρούν μαρτύριο που οι αθάνατοι θεοί τους στέλνουν.

Αυτό λοιπόν που θα μπορούσαμε να βγάλουμε σε ωφέλεια ή ευχαρίστηση από μια κακή πράξη, μπορεί να μειώσει τόσο τις κακίες και τους πόνους της ζωής, που η κακή πράξη μεγαλώνει, είτε από τις επικρίσεις που δεχόμαστε, είτε από την τιμωρία των νόμων που φοβόμαστε, είτε από το μίσος που δημιουργούμε στον κόσμο; Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν άνθρωποι που, στο αποκορύφωμα των αγαθών, των τιμών και των αξιωμάτων, περιτριγυρισμένοι από ηδονές, μπορούν να ικανοποιούν χωρίς όριο τις επιθυμίες τους με τρόπο άδικο, τις αισθάνονται αντίθετα να ανάβουν κάθε μέρα περισσότερο. Αλλά αυτοί χρειάζεται περισσότερο να φυλακίζονται παρά να εκπαιδεύονται.

Η πραγματική λογική προσκαλεί λοιπόν, όλους τους ανθρώπους που είναι πνευματικά υγιείς, στην δικαιοσύνη, στην ισότητα και στην πίστη. Και ότι αυτοί που δεν έχουν ούτε εξυπνάδα ούτε πόρους δεν πιστεύουν ότι θα βρουν ωφέλεια στην αδικία. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν επιτυχίες γι’ αυτούς, ή τουλάχιστον διαρκείς επιτυχίες. Όσο γι’ αυτούς που έχουν εξυπνάδα ή περιουσία, το συμφέρον τους είναι να κάνουν το καλό: από αυτό γεννιέται η εκτίμηση του κόσμου, και, αυτό που συμβάλει περισσότερο στην ηρεμία της ζωής, η αγάπη των ομοίων μας. Για ποιο λόγο, λοιπόν, τέτοιοι άνθρωποι θα ήταν άδικοι;

Οι φυσικές επιθυμίες εύκολα ικανοποιούνται, χωρίς να προκαλούν βλάβη σε κανένα, και δεν πρέπει να αφεθούμε να παρασυρθούμε από τις άλλες, που δεν προσφέρουν τίποτα πραγματικά επιθυμητό, επειδή δεν γνωρίζουμε ότι κάνοντας άδικες πράξεις χάνουμε για το λόγο αυτό περισσότερο από ότι κερδίζουμε. Η δικαιοσύνη πρέπει να επιδιώκεται, λοιπόν, όχι γι’ αυτή την ίδια, αλλά μόνο για τα πλεονεκτήματα που παίρνουμε από αυτήν. Είναι ευχάριστο να σε αγαπούν και να σε εκτιμούν όλοι, επειδή η ζωή τότε είναι πιο σίγουρη και πιο γλυκιά. Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι πρέπει να απαγορεύσουμε την αδικία όχι μόνο για να αποφύγουμε τα μειονεκτήματα του περιβάλλοντος, αλλά κυρίως επειδή αυτή δεν αφήνει ποτέ να αναπνεύσουν με ηρεμία αυτούς που την δέχονται στην καρδιά τους.

Εάν ακόμα και οι αρετές, τις οποίες οι άλλοι φιλόσοφοι συνηθίζουν να εξυμνούν τόσο πολύ, δεν έχουν άλλο σκοπό τους εκτός από την ηδονή, και αν η ηδονή είναι η μόνη που μας καλεί και μας προσελκύει σ’ αυτήν από τη φύση της, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η ηδονή είναι το μέγιστο από τα αγαθά, και κατά συνέπεια, δεν μπορούμε να ζούμε ευτυχισμένοι εκτός αν ζούμε μέσα στην ηδονή.


Κεφάλαιο 17

Ηδονές της ψυχής και του σώματος

Θα ερμηνεύσω με λίγα λόγια αυτό που είναι αχώριστο από αυτή την τόσο σωστή και αληθινή δοξασία.

Δεν κάνουμε καθόλου λάθος, όταν θεωρούμε την ηδονή ως το μεγαλύτερο αγαθό και τον πόνο ως το μεγαλύτερο κακό. Το λάθος είναι όταν αγνοούμε ποια πράγματα μπορούν πραγματικά να μας προσφέρουν ηδονή, ή να προκαλέσουν πόνο. Υποστηρίζω, όμως, ότι οι ηδονές και οι πόνοι της ψυχής προέρχονται από ηδονές και πόνους του σώματος, και συμφωνώ με αυτά που είπες πρωτύτερα, ότι αυτοί μεταξύ μας που σκέπτονται διαφορετικά, και είναι πολλοί αυτοί, δεν μπορούν ποτέ να υποστηρίξουν τη γνώμη τους. Είναι αλήθεια ότι η ψυχική ηδονή δίνει χαρά, και η θλίψη της ψυχής φέρνει πόνο. Αλλά προέρχονται από το σώμα και σχετίζονται με το σώμα: πράγμα που δεν με εμποδίζει να παραδεχθώ ότι οι ηδονές και οι πόνοι της ψυχής είναι μεγαλύτερες από αυτές του σώματος. Με το σώμα, στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να έχουμε αίσθηση παρά μόνο για τα πράγματα του παρόντος. Με την ψυχή αισθανόμαστε αυτά που δεν υπάρχουν πλέον και αυτά που θα έρθουν στο μέλλον. Αν και υποφέρουμε εξ’ ίσου στην ψυχή όταν υποφέρει το σώμα, όμως αυτό ίσως φέρνει μεγάλη αύξηση του πόνου, εάν σκεφτόμαστε, για παράδειγμα, ότι ένα ατελείωτο και αιώνιο κακό μας απειλεί. Και αυτά που λέω για τον πόνο, μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε και για την ηδονή. Έχει πολύ μεγαλύτερη γοητεία όταν η ψυχή δεν φοβάται καθόλου το τέλος της. Και αυτή είναι μια προφανής απόδειξη ότι μια ακραία ηδονή ή ένας ακραίος πόνος της ψυχής συμβάλλει ακόμη περισσότερο στο να κάνει τη ζωή ευτυχισμένη ή δυστυχισμένη, από τις ίδιες εντυπώσεις, εάν αυτές δεν ήταν παρά μόνο σωματικές.

Δεν ισχυριζόμαστε, εξ’ άλλου ότι, μόλις πάψουμε να έχουμε πλέον ηδονή, έρχεται αμέσως η θλίψη, εκτός εάν η ηδονή κατά τύχη αντικατασταθεί από τον πόνο. Αντίθετα, θεωρούμε την απουσία του πόνου ως αίτιο της χαράς, ακόμα και όταν η απουσία αυτή δεν συνοδεύεται από καμία αισθητή ηδονή. Και από αυτό μπορούμε να κρίνουμε πόσο μεγάλη ηδονή είναι να μην αισθανόμαστε κανένα πόνο.

Αλλά, όπως η προσμονή των αγαθών που ελπίζουμε ότι θα μας δώσουν χαρά, η ανάμνηση αυτών που απολαύσαμε, δεν μας κάνει λιγότερο ευτυχισμένους. Οι ανόητοι βασανίζονται από κακά που δεν υπάρχουν πλέον. Οι φρόνιμοι, χάρις στις αναμνήσεις τους, αισθάνονται νέες ηδονές από τις ηδονές τους του παρελθόντος. Ή, δεν εξαρτάται παρά από μας να θάψουμε κατά κάποιο τρόπο στην αιώνια λήθη τα δυσάρεστα πράγματα, και να θυμόμαστε διαρκώς ευχάριστες αναμνήσεις. Η ψυχή μας, προσκολλημένη με προσοχή στο παρελθόν, μπορεί να μας ξαναφέρει τον πόνο ή τη χαρά.


Κεφάλαιο 18

Εγκώμιο στον Επίκουρο

Δρόμε της ευτυχίας που είσαι εύκολος, ευθύς, ανοικτός σε όλους! Εάν η πιο επιθυμητή μοίρα είναι να ζούμε χωρίς πόνο και χωρίς θλίψη, και να απολαμβάνουμε τις μεγαλύτερες ηδονές του σώματος και της ψυχής, μπορούμε άραγε να πούμε ότι δεν έχουμε λησμονήσει τίποτα εδώ από αυτά που μπορούν να κάνουν ευχάριστη τη ζωή και να οδηγήσουν στο υπέρτατο αγαθό που αναζητούμε; Αυτός ο άνθρωπος που λες ότι είναι σκλάβος της ηδονής, ο Επίκουρος, σου φωνάζει ότι δεν υπάρχει καθόλου ευτυχία χωρίς φρόνηση, ομορφιά, δικαιοσύνη. Ούτε φρόνηση, ομορφιά, δικαιοσύνη, χωρίς ευτυχία.

Πράγματι, επειδή δεν μπορεί να υπάρξει ηρεμία στην πόλη που βρίσκεται σε στάση, ούτε σε σπίτι όπου οι κύριοί του είναι διχασμένοι, πως μια ψυχή που δεν βρίσκεται σε συμφωνία με τον εαυτό της μπορεί να απολαύσει μια αγνή ηδονή; Όσο θα είναι ταραγμένη από διάφορα συναισθήματα, είναι αδύνατο να γευτεί την ηρεμία και την ανάπαυση.

Εάν οι σωματικές ασθένειες είναι εμπόδιο για την ευχαρίστηση στη ζωή, κατά μείζονα λόγο δεν είναι μαρτύριο οι ασθένειες της ψυχής; Εννοώ με αυτό τις αχαλίνωτες και ακόρεστες επιθυμίες του πλουτισμού, της κυριαρχίας και των αισθησιακών ηδονών. Πρόσθεσε σ’ αυτά τις στενοχώριες και τα βάσανα που αφήνουν συνεχώς να τους κατατρώγουν αυτοί που δεν θέλουν να αντιληφθούν ότι δεν πρέπει ποτέ να τυραννιούνται από αυτό που δεν είναι καθόλου πραγματικός σωματικός πόνος, ή από αυτό που δεν σέρνει από πίσω του καθόλου αλάθευτα ένα πόνο : και υπολόγισε τον μικρό αριθμό εκείνων που δεν τους πλήττει κάποια από αυτές τις ασθένειες, και που δεν τους κάνει απαραίτητα δυστυχείς.

Στη συνέχεια έρχεται ο θάνατος, που οι άνθρωποι τον βλέπουν σαν το βράχο του Ταντάλου, πάντοτε να κρέμεται από πάνω τους. Μετά η δεισιδαιμονία, που δεν αφήνει ποτέ σε ησυχία αυτούς που είναι προκατειλημμένοι. Δεν γνωρίζουν ούτε να ξαναφέρνουν στη μνήμη τους με ευχαρίστηση τα αγαθά που είχαν, ούτε να χαίρονται όπως πρέπει αυτά που έχουν. Και τρέμουν συνεχώς μέσα στην ανησυχία για το μέλλον που η αβεβαιότητα του τους κρατά συνεχώς σε άγχος. Κυρίως όταν αντιληφθούν ότι εργάστηκαν μάταια για να αποκτήσουν πλούτη, δύναμη, εξουσία και δόξα, και ότι όλες οι ηδονές που επιθυμούσαν να απολαύσουν, και που τους στοίχισαν τόσους πόνους, τους ξεφεύγουν χωρίς επιστροφή, τότε αφήνονται σε ολοκληρωτική θλίψη. Βλέπουμε άλλους με πνεύμα μικρόψυχο και στενό, που πάντα είναι απαισιόδοξοι για όλα, ή που είναι μοχθηροί, ζηλότυποι, δύσκολοι στη ζωή, κακολόγοι, δύσμορφοι, άλλους, πάντα βορά σε κούφιους έρωτες, άλλους, ζωηρούς, θρασείς, άδικους, παράφορους, και συγχρόνως επιπόλαιους και μη εγκρατείς, που το μυαλό τους δεν είναι ποτέ στην ίδια κατάσταση. Τέτοιοι άνθρωποι δεν σταματούν καθόλου να υποφέρουν. Όπως, ανάμεσα σε τόσους ανόητους, δεν υπάρχει κανένας να γνωρίζει την ευτυχία, έτσι επίσης δεν υπάρχει κανένας συνετός που να μην είναι ευτυχισμένος. Και έχουμε καλύτερες βάσεις από τους στωικούς για να το υποστηρίξουμε. Διότι δεν υπάρχει, λένε, πραγματικό αγαθό από δεν γνωρίζω ποια σκιά που την ονομάζουν ηθική αξία, όνομα πιο όμορφο παρά στέρεο. Και ισχυρίζονται ότι η αρετή, με αυτό το στήριγμα, δεν ζητά κανένα άλλο αγαθό, και ότι αρκείται σ’ αυτή την ίδια για να είναι ευτυχισμένη.


Κεφάλαιο 19

Ο στωικός σοφός και ο επικούρειος σοφός

Ανώφελη η λογική των στωικών και απαραίτητη η επικούρεια φυσική.

Οι στωικοί θα μπορούσαν να προωθήσουν μια παρόμοια δοξασία, όχι μόνο χωρίς να τους αντικρούουμε, αλλά ακόμη και με την έγκρισή μας: γιατί, να ποιος είναι ο σοφός, σύμφωνα με τον Επίκουρο. Ο σοφός θέτει όρια στις ηδονές του, περιφρονεί τον θάνατο, πιστεύει για τους αθάνατους θεούς ότι πρέπει να πιστεύει κανείς γι’ αυτούς, αλλά χωρίς κανένα τρόμο, και αν πρέπει να φύγει από τη ζωή, δεν διστάζει. Με αυτό τον τρόπο είναι πάντα στην ηδονή, διότι δεν υπάρχει καμιά στιγμή όπου οι πόνοι υπερκαλύπτουν τις ηδονές. Θυμάται με ευχαρίστηση τα πράγματα του παρελθόντος, απολαμβάνει τις ηδονές του παρόντος, και μετρά με την σκέψη του την ποσότητά τους και την ποιότητά τους, δεν κρέμεται από τα γεγονότα του μέλλοντος: τα αναμένει με ηρεμία, καθώς είναι πολύ μακριά από όλα τα ελαττώματα και όλα τα λάθη για τα οποία μιλήσαμε προ ολίγου, αισθάνεται μεγάλη ηδονή όταν συγκρίνει τη ζωή του με αυτή των ανόητων, και όταν θυμάται τους πόνους, γνωρίζει να τους αντισταθμίζει, και βρίσκει ότι ποτέ δεν είναι τόσο μεγάλοι και η απόλαυση είναι πάντα μεγαλύτερη από τον πόνο. Ο Επίκουρος λέει επίσης πολύ σωστά ότι η τύχη λίγο επηρεάζει τη ζωή του σοφού, και ότι δεν υπάρχουν τόσο σοβαρές υποθέσεις, που να μην μπορεί να τις ελέγχει με τη λογική σκέψη και τη φρόνηση, και ότι δεν μπορούμε να δοκιμάσουμε ηδονή μεγαλύτερη στον άπειρο χρόνο από αυτή του σοφού στο χρόνο που ορίζει η ζωή.

Σε ότι αφορά τη διαλεκτική σας, θεωρεί ότι δεν χρησιμεύει ούτε για να ζούμε πιο ευχάριστα ούτε να συλλογιζόμαστε καλύτερα, αλλά έδωσε μεγάλη αξία στη φυσική. Με την επιστήμη αυτή, πράγματι, μπορούμε να γνωρίσουμε την έννοια των λέξεων, τη φύση του λόγου, τις πραγματικές ή λανθασμένες συνέπειες, και αφ’ ετέρου, διδαγμένοι για τη φύση όλων των πραγμάτων, έχουμε απαλλαγεί από κάθε δεισιδαιμονία, έχουμε αποβάλλει τον φόβο του θανάτου, δεν μας ταράζει καθόλου αυτή η άγνοια από την οποία γεννιέται συχνά φρικτός τρόμος. Η ίδια η ηθική δεν μπορεί παρά να κερδίσει από τη γνώση αυτών που η φύση απαιτεί. Τότε, οδηγούμενοι από αυτό τον κανόνα που φαίνεται να κατέβηκε από τον ουρανό και ανάγοντας σ’ αυτόν κάθε μας κρίση, καμιά άλλη γλώσσα δεν θα μπορέσει να μας πείσει. Αντίθετα, εάν δεν έχουμε γνώση της φύσης, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να υπερασπίσουμε τις κρίσεις των αισθήσεων. Ή, κάθε τι που αντιλαμβανόμαστε με την ψυχή έχει την ρίζα του στις αισθήσεις. Εάν η αναφορά τους είναι πιστή, όπως διδάσκει ο Επίκουρος, μπορούμε να έχουμε πραγματική αντίληψη των πραγμάτων. Αντίθετα αυτοί που λένε ότι, με τις αισθήσεις, δεν μπορούμε να έχουμε πραγματική αντίληψη, και που τις θεωρούν αναξιόπιστους κριτές, είναι ανίκανοι, από τη στιγμή που οι αισθήσεις μπαίνουν στο περιθώριο, να ερμηνεύσουν ακόμη και αυτό που θέλουν να πουν. Τέλος, χωρίς την σπουδή της επιστήμης των πραγμάτων της φύσης, δεν θα υπήρχε τίποτα στο οποίο θα μπορούσαμε να στηρίξουμε την συμπεριφορά μας στη ζωή. Από αυτή αποκτούμε την πνευματική σταθερότητα ενάντια στον φόβο του θανάτου και ενάντια στην δεισιδαιμονία: εισχωρώντας στα μυστικά της φύσης, κατορθώνουμε να έχουμε ήρεμο πνεύμα, εμβαθύνοντας πολύ στο τι είναι τα πάθη, γινόμαστε μετριοπαθείς: Τελικά, όπως μόλις απέδειξα, επιτυγχάνουμε να κατέχουμε τον κανόνα της γνώσης που δίνει την ορθότητα στην κρίση και διδάσκει να ξεχωρίζουμε το πραγματικό από το ψεύτικο.


Κεφάλαιο 20

Επικούρειες θεωρίες για την φιλία

Μένει τώρα να μιλήσω για ένα αντικείμενο που ανήκει κατ’ ανάγκη στο θέμα που συζητάμε, είναι η φιλία, που, για τη Σχολή σας, εκμηδενίζεται, εάν είναι αλήθεια ότι η ηδονή είναι το μεγαλύτερο αγαθό.

Αλλά, απέχει πολύ από την πραγματικότητα ότι ο Επίκουρος δεν δίνει σημασία στη φιλία, αντίθετα λέει ότι «από όλα όσα η φρόνηση μπορεί να αποκτήσει για να κάνει τη ζωή ευτυχισμένη, δεν υπάρχει τίποτα πιο εξαιρετικό, πιο καρποφόρο και πιο πλεονεκτικό από τη φιλία». Αυτό που δίδαξε με τα μαθήματά του, το επιβεβαίωσε με τη ζωή του και τη συμπεριφορά του και θα αντιληφθούμε καλύτερα αυτή την αξία, εάν θυμηθούμε τους αρχαίους μύθους, όπου ξεκινώντας από τον Ορέστη και μέχρι τον Θησέα, βρίσκουμε μόλις τρία ζευγάρια φίλων. Τι πολυάριθμο στρατό φίλων, στενά συνδεδεμένων ο ένας με τον άλλο, δεν είχε συγκεντρώσει ο Επίκουρος σ’ ένα μόνο σπίτι μικρό σε επιφάνεια! Όλοι οι επικούρειοι δεν ακολουθούν ακόμη το παράδειγμά του; Αλλά ας επανέλθουμε στο θέμα μας, δεν είναι καθόλου οι άνθρωποι για τους οποίους πρέπει να μιλήσουμε.

Στη συζήτηση για τη φιλία, βρίσκω τρείς διαφορετικές απόψεις, ανάμεσα στους δικούς μας. Μερικοί αρνούνται ότι πρέπει να επιδιώκουμε τις ηδονές που αφορούν τους φίλους μας για αυτές τις ίδιες, όπως αυτές που αφορούν εμάς. Η φιλία φαίνεται να κλονίζεται λίγο από αυτό το σύστημα, αλλά μπορούμε να υποστηρίξουμε αυτή την άποψη, και, κατ’ εμέ, η απάντηση είναι εύκολη. Η φιλία, λένε, ακριβώς όπως και οι αρετές, είναι αχώριστη από την ηδονή. Η ζωή ενός μοναχικού ανθρώπου και χωρίς φίλους εκτεθειμένη σε κινδύνους, σε συνεχείς συναγερμούς, αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που μας οδηγεί να κάνουμε φίλους. Και όταν κατορθώσουμε να τους αποκτήσουμε, το πνεύμα ήρεμο και καθησυχασμένο δεν μπορεί να εγκαταλείψει πλέον την ελπίδα να αποσπάσει κάποια ηδονή.

Ή, όπως τα σημάδια της περιφρόνησης είναι εξ’ ολοκλήρου αντίθετα με την ηδονή, έτσι τίποτα δεν είναι πιο κατάλληλο να προκαλέσει την ηδονή και να την διατηρήσει, από μια αμοιβαία φιλία, που δεν είναι μόνο μια απολαυστική υπόθεση στο ίδιο το παρόν, άλλα που μας δίνει επίσης υπόσχεση για μεγάλη βοήθεια στο μέλλον. Όπως, λοιπόν είναι αδύνατο να ζήσουμε μια ζωή πραγματικά ευτυχισμένη χωρίς τη φιλία, και να διατηρήσουμε για μεγάλο χρονικό διάστημα τη φιλία εάν δεν αγαπάμε τους φίλους μας όπως τον εαυτό μας, έτσι συμβαίνει να αγαπάμε τους φίλους μας με τέτοιο τρόπο, και καθώς η φιλία συνδέεται έτσι με την ηδονή, δεν αισθανόμαστε λιγότερη χαρά ή πόνο από τον φίλο μας για αυτά που του συμβαίνουν ευχάριστα ή ενοχλητικά.

Έτσι, ένας άνθρωπος συνετός θα έχει πάντα τα ίδια συναισθήματα για τα συμφέροντα των φίλων του όπως ακριβώς με τα δικά του, και κάθε τι που κάνει για να προκαλέσει στον εαυτό του ευχαρίστηση, θα το κάνει με χαρά για να προκαλέσει ηδονή στο φίλο του. Να πως αυτά που είπαμε, ότι η ηδονή είναι αχώριστη με την αρετή, πρέπει να λεχθεί και για τη φιλία, και «η ίδια γνώση, λέει ο Επίκουρος, που μας έχει κάνει δυνατούς ενάντια στο φόβο ενός κακού με απροσδιόριστη διάρκεια ή με μεγάλη διάρκεια, μας έδειξε ότι, στον περιορισμένο χρόνο της ζωής, η φιλία είναι το πιο σίγουρο καταφύγιο που θα μπορούμε να κατέχουμε.»

Υπάρχουν άλλοι επικούρειοι που, φοβούμενοι πολύ την προσέγγισή της Σχολής σας, και επειδή φοβούνται ότι αυτό θα θίξει την φιλία, να πουν, δηλαδή, ότι πρέπει να την επιδιώκουμε μόνο λόγω της ηδονής, κάνουν μια μεγαλοφυή διάκριση. Παραμένουν και αυτοί απόλυτα σύμφωνοι με την άποψη ότι η ηδονή δημιουργεί τους πρώτους δεσμούς της φιλίας: αλλά, λένε, όταν η χρήση της τους έχει κάνει πιο στενούς και πιο οικείους, μόνο η φιλία ενεργεί και γίνεται αισθητή. Τότε, ανεξάρτητα από κάθε είδους ωφέλεια, αγαπάμε τους φίλους μας μόνο γι’ αυτούς τους ίδιους. Πράγματι, εάν τα σπίτια, οι ναοί, οι πόλεις, τα γυμναστήρια, η εξοχή, οι σκύλοι, τα άλογα, οι ψυχαγωγίες, μας γίνονται αγαπητά από την συνήθεια που αποκτούμε με την άσκηση ή το κυνήγι, πόσο πιο εύκολα και πιο σωστά η συνήθεια θα προκαλέσει το ίδιο αποτέλεσμα ως προς τους ανθρώπους!

Τέλος, το τρίτο συναίσθημα κάποιων από μας για την φιλία, είναι ότι σχηματίζεται μεταξύ των συνετών ανθρώπων ένα είδος συμφωνίας που τους εμπλέκει να μην αγαπούν τους φίλους τους λιγότερο από ότι τον εαυτό τους. Αυτό που αντιλαμβανόμαστε εύκολα, επειδή είναι εύκολο πεισθούμε, από πολυάριθμα παραδείγματα, είναι ότι κατά βάθος τίποτα δεν είναι πιο κατάλληλο να κάνουμε τη ζωή ευχάριστη από ένα δεσμό φιλίας.

Για πολλούς λόγους. Μπορούμε να κρίνουμε ότι, απέχοντας πολύ από το να καταστρέψουμε την φιλία θέτοντας το υπέρτατο αγαθό στην ηδονή, θα ήταν το ίδιο αδύνατο, χωρίς αυτήν να δημιουργήσουμε οποιοδήποτε δεσμό φιλίας μεταξύ των ανθρώπων.


Κεφάλαιο 21

Επίλογος

Εάν οι αρχές που μόλις σας ανέπτυξα είναι πιο καθαρές και πιο φωτεινές ακόμα και από τον ήλιο, εάν αντλούνται από την πηγή της φύσης, εάν επιβεβαιώνονται από την αλάνθαστη μαρτυρία των αισθήσεων, εάν τα παιδιά, εάν ακόμα και τα ζώα, που η κρίση τους δεν έχει διαφθαρεί ούτε τροποποιηθεί, μας φωνάζουν, με τη φωνή της φύσης, ότι τίποτα δεν μπορεί να φέρει την ευτυχία εκτός από την ηδονή, και τίποτα δεν μπορεί να φέρει την δυστυχία εκτός από τον πόνο, ποιες πράξεις ευγνωμοσύνης δεν χρωστάμε άραγε σ’ αυτόν που, ευαίσθητος σ’ αυτή τη φωνή, άκουσε τόσο καθαρά και αντιλήφθηκε σε βάθος όλα αυτά που η φωνή θέλει να πει, που έβαλε όλους τους συνετούς ανθρώπους στο δρόμο της ευχάριστης και ήρεμης ζωής; Ακόμα και αν ο Επίκουρος σου φαίνεται ελάχιστα σοφός, είναι αυτός που θεωρούσε ότι δεν υπάρχει επιστήμη χρήσιμη εκτός από αυτή που διδάσκει να μπορούμε να ζούμε ευτυχισμένα.

Θα ήθελε άραγε να χρησιμοποιήσει το χρόνο όπως κάναμε εμείς, ο Τριάριος και εγώ, με τη συμβουλή σου, και να φυλλομετρά τους ποιητές, στους οποίους δεν βρίσκουμε παρά διασκέδαση των παιδιών και τίποτα το στέρεο; Ή άραγε, θα εξαντλούσε τον εαυτό του, όπως ο Πλάτωνας, να μελετά μουσική, γεωμετρία, αριθμητική, και την κίνηση των άστρων, επιστήμες που, θεμελιωμένες εξ’ ολοκλήρου σε λανθασμένες αρχές, δεν μπορούν ποτέ να μας οδηγήσουν στην αλήθεια, και που, αν παρ’ όλα αυτά μας οδηγούσαν στην αλήθεια, δεν θα μπορούσαν να κάνουν τη ζωή ούτε καλύτερη ούτε πιο ευχάριστη; Θα ήταν άραγε, προσκολλημένος σε όλες αυτές τις τέχνες, για να εγκαταλείψει την τέχνη της ζωής, τέχνη τόσο μεγάλη, τόσο επίπονη, τόσο καρποφόρα; Όχι, ο Επίκουρος δεν ήταν καθόλου αμόρφωτος, αλλά αμόρφωτοι είναι αυτοί που πιστεύουν ότι πρέπει να διδάσκονται μέχρι τα γεράματά τους πράγματα για τα οποία τα παιδιά ντρέπονται όταν δεν τα έχουν μάθει.

Μόλις, λέει ο Τορκουάτος τελειώνοντας, παρουσίασα την άποψη μου, και δεν είχα άλλη πρόθεση από το να προκαλέσω την κρίση σου. Ποτέ, μέχρι τώρα, δεν είχα βρει ευκαιρία να μιλήσω γι’ αυτό το θέμα με τόση ελευθερία.


ΤΕΛΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ Ι

1 Οι επικούρειοι στο Γαλλικό κείμενο.