*Η παρακάτω δημοσίευση, έχει αναρτηθεί με την άδεια του συγγραφέα


CICERO
DE FINIBUS BONORUM ET MALORUM

ΚΙΚΕΡΩΝ

ΓΙΑ ΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΑ ΑΓΑΘΑ
ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΕΡΤΑΤΑ ΚΑΚΑ


ΒΙΒΛΙΑ I & II

Μετάφραση
Λεωνίδας Α.Αλεξανδρίδης

ΠΡΟΛΟΓΟΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΒΙΒΛΙΟ Ι - ΒΙΒΛΙΟ ΙΙ

Εισαγωγή από τον J.M.Guyau*

*Ζαν-Μαρί Γκυγιώ:Γάλλος φιλόσοφος και ποιητής, θεωρείται ως ο Νίτσε της Γαλλίας. Γιός της Αυγουστίνας Τουϊλερί , συγγραφέως του έργου « Ο γύρος της Γαλλίας από δύο παιδιά» με το ψευδώνυμο G. Bruno, από το όνομα του Τζιορντάνο Μπρούνο , και ξαναπαντρεμένης με τον φιλόσοφο Αλφρέντ Φουϊγέ, υπήρξε από μικρός μεγαλοφυής. Μετέφρασε τον Επίκτητο όταν ήταν σε εφηβική ηλικία, έγγραψε μελέτες για την επικούρεια φιλοσοφία, την στωική και την Ωφελιμιστική λίγο αργότερα. Η διδακτική του καριέρα κόπηκε σύντομα λόγω της κακής του υγείας, αλλά έγγραψε αρκετές σημαντικές εργασίες στη σύντομο χρόνο της ζωής του, στις οποίες περιλαμβάνεται και ένας τόμος ποίησης με τον τίτλο « Στοίχοι ενός φιλοσόφου». Το αριστούργημά του είναι το έργο του 1885 «Esquisse d’ un morale sans obligation ni sanction» ( Σχέδιο μιας ηθικής χωρίς καταναγκασμό ή τιμωρία), που έθετε μια ηθική ελεύθερη από οποιεσδήποτε τεχνητά επιβεβλημένες αντιλήψεις. Ο Νίτσε θαύμαζε το βιβλίο αυτό, αντίτυπο του οποίου το είχε γεμίσει με σημειώσεις.
Ο Γκυγιώ θεωρείται επικούρειος και αντιλαμβανόταν τον Ωφελιμισμό ως την σύγχρονη έκφραση της επικούρειας φιλοσοφίας. Αν και ήταν θερμός θαυμαστής των έργων του Τζέρεμυ Μπένθαμ και του Τζών Στούαρτ Μίλλ, δεν προχώρησε σε λεπτομερή έρευνα της προσέγγισής τους στην ηθική.

Εισαγωγή
Την εποχή του Κικέρωνα , υπήρχαν στη Ρώμη δύο ομάδες στις οποίες είχαν χωριστεί οι άνθρωποι των γραμμάτων: οι μεν, πιστοί στις αρχαίες ρωμαϊκές παραδόσεις, απέρριπταν ως άχρηστες ή περιφρονούσαν ως ανάρμοστες τη φιλοσοφία και όλες τις κερδοσκοπικές επιστήμες. Οι δε, αποκλειστικοί υποστηρικτές των ελληνικών γραμμάτων, ήθελαν να μάθουν φιλοσοφία, αλλά πίστευαν ότι δεν μπορούσαν να τη μάθουν παρά μόνο στην Ελλάδα, και περιφρονούσαν κάθε μετάφραση των πρωτοτύπων ελληνικών έργων στα λατινικά. Σε αυτές τις δύο ομάδες απευθύνεται συγχρόνως ο Κικέρων στην αρκετά μακροσκελή εισαγωγή του: στους μεν, αποδεικνύει γενικά την χρησιμότητα της φιλοσοφίας, και κυρίως της ηθικής. Στους δε, δείχνει ότι μία μετάφραση δεν είναι ποτέ για περιφρόνηση εφ’ όσον είναι πιστή και σωστή : Άλλωστε, προσθέτει, ο ίδιος δεν περιορίζεται να μεταφράζει, αλλά συχνά σκέπτεται και μιλά για λογαριασμό του.
Αφού για λίγο ανέμιξε στο εγκώμιο της φιλοσοφίας αυτό της λατινικής γλώσσας, και τέλος αφού αφελώς κάθε τόσο επανέφερε το εγκώμιο του εαυτού του, ο Κικέρων περνά στο αντικείμενο του βιβλίου, στο διάλογο για τα υπέρτατα αγαθά και τα υπέρτατα κακά. Μας εισάγει στην βίλλα του στην Κούμα, κοντά στην οποία ήδη συνέβησαν οι Ακαδημαϊκές Συζητήσεις. Ο Τορκουάτος και ο Τριάριος, ο ένας επικούρειος, ο άλλος στωικός, πήγαν να τον δουν στη Κούμα. Στην αρχή συζήτησαν για τα γράμματα, που αγαπούσαν και οι δύο με πάθος. «Κατόπιν ο Τορκουάτος μου είπε: Καθώς σε βρίσκουμε εδώ να αναπαύεσαι, θα ήθελα να μάθω από σένα γιατί δεν επιδοκιμάζεις έναν άνδρα, που νομίζω ότι είναι ο μόνος που είδε την αλήθεια.» Με αυτά τα λόγια, ο Κικέρων θέλει να μας δείξει την συνηθισμένη εμπιστοσύνη με την οποία οι επικούρειοι ανέπτυσσαν την φιλοσοφία του δασκάλου τους, οριοθετώντας τις συζητήσεις με ασφάλεια, μιλώντας για όλα σαν τα γνώριζαν όλα, και πιστεύοντας ότι ήταν αρκετό να κάνουν γνωστό το σύστημά τους για να το κάνουν αποδεκτό από τους άλλους.- Αλλά, απαντά ο Κικέρων, εάν δεν αποδέχεται καθόλου τον Επίκουρο, δεν οφείλεται στο ότι δεν γνωρίζει την φιλοσοφία του : την διδάχτηκε στην Αθήνα κοντά στο Φαίδρο και στον Ζήνωνα. Εάν απορρίπτει την επικούρεια φιλοσοφία, το κάνει με σκέψη και γνωρίζοντας την αιτία. - Επιχειρεί λοιπόν μια προσωρινή κριτική στο σύνολο του συστήματος του Επίκουρου, κριτική συχνά επιφανειακή, συχνά άδικη, και χωρίς να έχει στην πραγματικότητα άλλο σκοπό από το να προκαλέσει την απάντηση του Τορκουάτου.

Ι.Έκθεση και προσωρινή κριτική του συστήματος του Επίκουρου.
Οι επικούρειοι διαιρούσαν την φιλοσοφία σε τρία μέρη: η ηθική δείχνει στον άνθρωπο τον τελικό σκοπό του. Η φυσική ή φυσιολογία χρησιμεύει για να επιβεβαιώσει την ηθική, και δείχνει ότι δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο στην εξωτερική φύση που εμποδίζει τον άνθρωπο να πετύχει αυτόν το σκοπό. Το τρίτο μέρος, το λογικό ή το κανονικό, συμπληρώνοντας τη φυσική και την ηθική, διδάσκει να κρίνουμε όλη την αλήθεια με την αλάνθαστη μαρτυρία των αισθήσεων. Έτσι η ηθική δείχνει στον άνθρωπο που είναι η ευδαιμονία, η φυσική διώχνει κατά κάποιο τρόπο όλα τα εξωτερικά εμπόδια που θα μπορούσαν να εμποδίσουν την πραγματοποίηση αυτής της ευδαιμονίας, και τελικά, η λογική, ξεπερνά όλα τα εσωτερικά εμπόδια, ξεπερνώντας την πλάνη και κάνοντας γνωστή σε όλους την αλήθεια.
Ο Κικέρων επιτίθεται κατ’ αρχήν στη φυσική, στην οποία ο Επίκουρος στήριζε την ηθική του. Καταλογίζει στον Επίκουρο ότι δανείστηκε το μεγαλύτερο μέρος της φυσικής του από τον Δημόκριτο, - πράγμα που οι ίδιοι οι επικούρειοι δεν αρνούνταν. - Η κύρια αλλαγή, συμπληρώνει, που έκανε ο Επίκουρος, είναι η θεωρία της παρέκκλισης των ατόμων : «καθαρή φαντασία», την οποία κοροϊδεύει χωρίς να εξετάσει τα ευφυή επιχειρήματα με τα οποία οι επικούρειοι την υπερασπίζονται, και που τα βρίσκουμε να επαναλαμβάνονται στον Λουκρήτιο.
Από τη φυσική, ο Κικέρων περνά, στη λογική, που για τους επικούρειους ήταν το απαραίτητο συμπλήρωμα της. Η επικούρεια λογική, σύμφωνα με τον Κικέρωνα, είναι εντελώς ανεπαρκής. Με καλύτερη διατύπωση, συνίσταται στην ίδια την κατάργηση της λογικής, ως επιστήμης της λογικής και του συλλογισμού : δεν κάνει τις αισθήσεις μοναδικούς κριτές της αλήθειας;
Τέλος έρχεται η σειρά της επικούρειας ηθικής, που εμφάνιζε στην ηδονή τον μοναδικό σκοπό του ανθρώπου : και αυτό ήταν το θεμελιακό σημείο όλου του συστήματος. Και η φυσική και η λογική της επικούρειας φιλοσοφίας δεν είχαν παρά ένα σκοπό, να επιβεβαιώσουν, μέσω την γνώσης της φύσης των πραγμάτων και της γνώσης της φύσης της σκέψης, τη γνώση της φύσης του αγαθού, που βρίσκεται στην ηδονή. Ο Κικέρων καταλογίζει στην επικούρεια ηθική έλλειψη πρωτοτυπίας : είναι οι δοξασίες του Αρίστιππου τροποποιημένες. Όταν ο Αρίστιππος και ο Επίκουρος συμφωνούν να βεβαιώνουν ότι ο καθένας δεν επιδιώκει και δεν πρέπει να επιδιώκει κάτι άλλο πέραν από την ευχαρίστησή του, είναι μια άλλη δήλωση που δεν διστάζει να σχηματίσει την κοινή κατεύθυνση όλων των ανθρώπων : όλοι επιδιώκουν και οφείλουν να επιδιώκουν το υπέρτατο αγαθό στην ηδονή : επ’ αυτού ο Κικέρων αναφέρει διάφορα παραδείγματα ανιδιοτέλειας : οι ήρωες της παλαιάς Ρώμης ασταμάτητα θυσίαζαν την ευχαρίστησή τους στο καθήκον τους. Ασταμάτητα ακόμα, στις ασήμαντες πράξεις της ζωής, ο καθένας μας προτιμάει τις ανιδιοτελείς απολαύσεις της μελέτης και της επιστήμης από τις χυδαίες ηδονές.
Μετά τη σύντομη αυτή έκθεση και την εξ’ ίσου σύντομη κριτική της επικούρειας φιλοσοφίας, ο Κικέρων σταματά : κατά βάθος, δεν είχε άλλο σκοπό, το γνωρίζουμε, από το να προκαλέσει τη συζήτηση και να την οδηγήσει σε ευνοϊκό πεδίο. Εάν ξεπέρασε το μέτρο της κριτικής, είναι για να επιτρέψει στον Τορκουάτο να ξεπεράσει το μέτρο των εγκωμίων, και έτσι να αποκαταστήσει την αλήθεια μέσω μιας μεθόδου αντιστάθμισης και αντίβαρου που θυμίζουν περισσότερο τους συνηγόρους του Forum παρά τις συζητήσεις της Ακαδημίας ή του Λυκείου.
«Φαίνεται ότι έχεις διαγράψει τελείως τον Επίκουρο από την τάξη των φιλοσόφων», παρατήρησε ο Τριάριος. «Εάν το επιθυμείς, λέει με τη σειρά του ο Τορκουάτος, θα είχα να απαντήσω σ’ αυτά που είπες.- Πιστεύεις, λοιπόν, του απάντησα, ότι θα μιλούσα έτσι, εάν δεν ήθελα να σε ακούσω; -Λοιπόν! προτιμάς να εκθέσω όλη τη φιλοσοφία του Επίκουρου ή να μιλήσω μόνο για την ηδονή που είναι τώρα το θέμα μας; - Αυτό είναι στην επιλογή σου. - Λοιπόν, θα μείνω μόνο σ’ αυτό το θέμα, που έχει την μεγαλύτερη σπουδαιότητα». Έτσι η συζήτηση, που φαινόταν να εκτείνεται στο σύνολο του επικούρειου φιλοσοφικού συστήματος, περιορίστηκε στην ηθική : - Είναι η ηδονή το υπέρτατο αγαθό, ο τελικός σκοπός στην οποία πρέπει να ανάγονται όλοι οι δευτερεύοντες σκοποί, και στην οποία τείνουν όλες οι ενέργειες, χωρίς να εξαιρέσουμε ακόμα και αυτές που φαίνεται να απομακρύνονται από αυτήν;

II.Έκθεση και απολογία της ηθικής του Επίκουρου.

1ο Η ηδονή είναι ο μόνος φυσικά επιθυμητός σκοπός.

Οι αισθήσεις αποτελούν την αληθινή φύση τoυ ανθρώπου : γιατί εάν, υποθέσουμε, ότι αφαιρούσαμε τις αισθήσεις από τον άνθρωπο, δεν θα του έμενε τίποτα. Ή, μόνο η φύση μπορεί να κρίνει τι είναι σύμφωνο ή αντίθετο με τη φύση. Μόνο οι αισθήσεις πρέπει λοιπόν να το κρίνουν.
Αλλά οι αισθήσεις μας κάνουν να προτιμάμε την ηδονή, να αποφεύγουμε τον πόνο. Όπως αισθανόμαστε ότι η φωτιά είναι θερμή και ότι το χιόνι είναι λευκό, αισθανόμαστε αμέσως ότι πρέπει να προτιμάμε την ηδονή και ότι πρέπει να αποφεύγουμε τον πόνο, και όλα τα ζώα, από τη γέννησή τους, αγαπούν την πρώτη και μισούν τον δεύτερο.
Συνεπώς η ηδονή είναι σύμφυτη με τη φύση μας, και ο πόνος είναι αντίθετος μ’ αυτήν. Ή, αυτό που είναι σύμφωνο με τη φύση είναι αγαθό, εκείνο που είναι αντίθετο μ’ αυτήν είναι κακό. Η ηδονή είναι λοιπόν το αγαθό, και ο πόνος το κακό. Έτσι, «είναι αρκετό να έχουμε αισθήσεις και σάρκα ώστε η ηδονή να εμφανισθεί ως το αγαθό.»
Στους ανθρώπους, σύμφωνα με τον Επίκουρο, ακόμη και η ψυχή και η νόηση προέρχονται από την αίσθηση και τη σάρκα : σ’ αυτή την νόηση, πολύπλοκο προϊόν της αίσθησης, άραγε, η ηδονή εξακολουθεί να εμφανίζεται ως αγαθό; - Χωρίς αμφιβολία, απαντούν οι επικούρειοι. Η λογική, σύμφωνα με αυτούς, σε αυτό το σημείο είναι ανίκανη να διαφθείρει την μαρτυρία των αισθήσεων. Δεν μπορεί να συλλάβει άλλο αγαθό εκτός από την ηδονή, και από τις διαφορετικές ιδέες που διαμορφώνει για το υπέρτατο αγαθό μπορούμε πάντα να ξαναβρούμε την ιδέα και την αρχική αίσθηση της ηδονής. Κατά βάθος, για τη νόηση, σύμφωνα με τους επικούρειους, ως κύριο προϊόν της αίσθησης και με άλλα λόγια, κατασκευασμένη με ηδονή και πόνο, ο έρωτας της ηδονής, η απέχθεια για τον πόνο είναι γ’ αυτήν φυσικά και έμφυτα.
Οι αισθήσεις και η νόηση λοιπόν συμφωνούν : από τη μία οι αισθήσεις αναγνωρίζουν ότι η ηδονή είναι το αγαθό, από την άλλη μεριά, η νόηση δεν μπορεί αντιληφθεί άλλα αγαθά πέραν από την ηδονή, και έτσι, από την ίδια τη δύναμη της φύσης, όλα τα μέρη της ψυχής μας τείνουν εξ’ ίσου προς την ηδονή σαν σκοπό τους.

2ο Η ηδονή είναι ο μόνος επιθυμητός σκοπός.

Η ηδονή λοιπόν αποτελεί έναν σκοπό επιθυμητό από την φύση. Αλλά είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει άλλος σκοπός ορθολογικά και ηθικά επιθυμητός; Είναι πραγματικά η ηδονή αγαθό, με όλη τη δύναμη της λέξης αυτής, ή, για να βρούμε αυτό που λέγεται αγαθό, δεν πρέπει να υψωθούμε, όπως θα ήθελαν οι στωικοί, πάνω από την σφαίρα της ηδονής και του πόνου, από τα αισθητά « πλεονεκτήματα» και τα «μειονεκτήματα» ;
«Τέλος υπάρχουν και άλλοι, και εγώ σκέφτομαι όπως αυτοί, οι οποίοι βλέποντας ένα μεγάλο αριθμό φιλοσόφων να υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να κατατάξουμε την ηδονή στην τάξη των αγαθών, ούτε τον πόνο στην τάξη των κακών, λένε ότι δεν πρέπει να υπάρχει εφησυχασμός για την επάρκεια των θέσεων μας, αλλά να εξετάσουμε με προσοχή κάθε τι που μπορεί να λεχθεί για την ηδονή και τον πόνο».
Τι είναι λοιπόν η ηδονή για την οποία μιλάει ο Επίκουρος; Είναι ανάγκη να εμβαθύνουμε κατ’ αρχήν στη ίδια τη φύση για να γνωρίσουμε εάν μπορεί να αποτελέσει το μόνο πραγματικά επιθυμητό σκοπό.
Κατά πρώτον, όταν ο Επίκουρος δηλώνει ότι η ηδονή είναι το υπέρτατο αγαθό, δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε από αυτό αυτήν ή την άλλη συγκεκριμένη ηδονή, αλλά την ηδονή στην πιο γενική έννοια της λέξης, ή ακόμα καλύτερα την ευδαιμονία. Ο Επίκουρος, πράγματι, δεν στηρίζεται στην δοξασία του Αρίστιππου, που πρότεινε ως το υπέρτατο αγαθό για τον άνθρωπο την ηδονή της παρούσας στιγμής, και, δεχόταν τόσους «ειδικούς σκοπούς» όσες και ειδικές ηδονές.
Ο Επίκουρος, ο ίδιος, δεν δέχεται παρά μόνο ένα γενικό σκοπό, την ευχαρίστηση ολόκληρης της ζωής και, έτσι συμπληρώνει κυριολεκτικά την δοξασία της ηδονής όπως αποκαλείται, στην οποία σταμάτησε ο Αρίστιππος, με την δοξασία της ωφέλειας ή της ευδαιμονίας. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να επιδιώκει μόνο αυτή ή την άλλη ηδονή, αλλά την μεγαλύτερη ποσότητα ηδονών, που συνιστούν την μέγιστη ηδονή.
Από αυτό συμπεραίνεται ότι ο άνθρωπος μπορεί και πρέπει να αποφεύγει κάποια συγκεκριμένη ηδονή, εάν αυτή η ηδονή έχει σαν συνέπεια τον πόνο και αντίθετα να επιδιώκει τέτοιο πόνο εάν αυτός ο πόνος έχει σαν συνέπεια την ηδονή.
Με αυτή την αρχή ερμηνεύονται όλες οι θυσίες και όλες οι περιπτώσεις αφοσίωσης που αναφέρονται στην ιστορία και που δίνουν τόσο ωραίο πεδίο για συζήτηση. Ακόμα και αν φαίνεται, λοιπόν, σε μια έξαρση ηρωισμού, η επιδίωξη του πόνου, αυτό που επιδιώκουμε στην πραγματικότητα, είναι η ηδονή που θα τον ακολουθήσει. Εδώ οι επικούρειοι προηγούνται στις μεγαλοφυείς αναλύσεις του La Rochefoucauld και της Αγγλικής Σχολής, προσπαθώντας να αποδείξουν ότι οι πλέον αδιάφορες εξωτερικά πράξεις κρύβουν στο εσωτερικό τους την συνεχή επιδίωξη για προσωπικό όφελος. – Γενικός κανόνας: «δεν παραιτείται κάποιος από καμία ηδονή παρά μόνο εν όψει της απόκτησης μιας μεγαλύτερης ηδονής, δεν διαλέγει κάποιος κανένα πόνο, παρά μόνο για να αποφύγει πιο σκληρούς πόνους.»
Η ηδονή στην οποία ο Επίκουρος τοποθετεί το υπέρτατο αγαθό, είναι όπως μόλις είδαμε, η μέγιστη ηδονή, που έχει την μεγαλύτερη δυνατή διάρκεια. Αλλά σε ποιο είδος ηδονής θα βρούμε την μέγιστη ένταση και διάρκεια; Ο Επίκουρος διακρίνει δύο είδη ηδονής: η πρώτη, η μόνη που γνώριζε ο Αρίστιππος, είναι «η ηδονή που γαργαλάει τη φύση με δεν ξέρω ποιά μυστική γλυκύτητα, και που διεγείρει ευχάριστα συναισθήματα» και που συνίσταται, κατ’ ουσία στην κίνηση των οργάνων ( ἐν κινήσει) . Πάνω από αυτό το πρώτο είδος ηδονής, υπάρχει ένα άλλο : είναι η ηδονή που υπάρχει μέσα στη ηρεμία ( ἐν στάσει, καταστηματική) , στο εσωτερικό συναίσθημα της « της απονίας του σώματος και της αταραξίας της ψυχής». Αυτή η ηδονή, η πιο αγνή από όλες γεννιέται μόλις πάψει ο πόνος. Από τη στιγμή που δεν υποφέρουμε, απολαμβάνουμε. Η παντελής έλλειψη πόνου, είναι λοιπόν η μοναδική προϋπόθεση για την υπέρτατη απόλαυση, ο μοναδικός σκοπός που οφείλουμε να επιδιώκουμε.
Εν ολίγοις, η υπέρτατη ηδονή δεν είναι άλλο πράγμα από την συνολική ευτυχία της ζωή, και η ίδια η ευτυχία οδηγεί στην ανάπαυση, στην αταραξία.
Τώρα που γνωρίζουμε την ίδια τη φύση της ηδονής, σύμφωνα με τον Επίκουρο, ας τη θεωρήσουμε σε συσχετισμό με την επιθυμία.
Εν πρώτοις, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ως αντικείμενο επιθυμίας μια κατάσταση ανώτερη από εκείνη ενός ανθρώπου που δεν θα είχε κανένα πόνο, δεν θα δοκίμαζε κανένα φόβο, θα απολάμβανε συγχρόνως τις ηδονές του παρόντος με την αίσθησή του, τις ηδονές του παρελθόντος με την θύμηση του, τις ηδονές του μέλλοντος με την ελπίδα. Αυτή η κατάσταση είναι η πιο επιθυμητή του κόσμου. Είναι συνεπώς το υπέρτατο αγαθό.
Δεύτερον, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ως αντικείμενο απέχθειας μια κατάσταση χειρότερη από αυτή ενός ανθρώπου θλιμμένου ταυτόχρονα με όλους τους πόνους και όλες τις φοβίες. Μια τέτοια κατάσταση είναι αυτή που πρέπει να φοβόμαστε πιο πολύ. Ή αυτό που πρέπει να φοβόμαστε πιο πολύ αποτελεί το υπέρτατο κακό. Συνεπώς ο πόνος είναι το υπέρτατο κακό. Αντίστοιχα η ηδονή μας φαίνεται εκ νέου ως το υπέρτατο αγαθό.
Τέλος, δεν μπορούμε, κατά γενική έννοια, να επιθυμήσουμε τίποτα ούτε να φοβηθούμε τίποτα που δεν μας προσφέρει την εικόνα της ηδονής και του πόνου. Ή, η επιθυμία και ο φόβος είναι οι μόνες δυνάμεις που μας αποσπούν από την ηρεμία. Όλες μας οι κινήσεις και όλες μας οι πράξεις ανάγονται λοιπόν στην ηδονή. Αλλά το υπέρτατο αγαθό είναι αυτό στο οποίο όλα ανάγονται και που αυτό το ίδιο δεν ανάγεται σε τίποτα. Η ηδονή είναι λοιπόν το υπέρτατο αγαθό.

3ο Οι αρετές είναι απλά μέσα σε σχέση με την ηδονή.

«Για τις αρετές σας, που είναι τόσο εξαιρετικές και τόσο ωραίες, ποιος θα μπορούσε να τις βρει ωραίες και επιθυμητές εάν δεν παρείχαν την ηδονή;»
Όπως η ιατρική και όλες οι άλλες τέχνες, η τέχνη της ζωής ή η φρόνηση έχει μοναδικό σκοπό της να προσφέρει στον άνθρωπο την ηδονή. Αντίθετα με την άγνοια που είναι αιτία ταραχής και πόνου, η φρόνηση, ταυτισμένη με την επιστήμη, μετριάζει τα πάθη και τα κάνει να υπηρετούν την πιο μεγάλη ηδονή: αυτή είναι η χρησιμότητά της.
Η ίδια η εγκράτεια, βασική αρετή στην επικούρεια φιλοσοφία, μόνο εχθρός της ηδονής δεν είναι. Δεν την μειώνει κάποτε παρά για να την αυξήσει.
Η ανδρεία, επίσης, δεν μπορεί να έχει την αιτία του στον εαυτό της : απλά πρέπει να μην αφήνει να ταράζεται η εσωτερική μας ευχαρίστηση από καμία ανησυχία και κανένα φόβο που προέρχεται από έξω από μας.
Τέλος, το ίδιο συμβαίνει με την δικαιοσύνη. Οι δίκαιοι είναι τέτοιοι μόνο από συμφέρον,
1ο διότι φοβούνται την εσωτερική ταραχή που η αδικία, με μόνη την παρουσία της (hoc ipso, quod adest), προκαλεί στην ψυχή.
2ο διότι φοβούνται τις επιπτώσεις που απορρέουν από την αδικία. Και διότι δεν θέλουν να υποστούν την τιμωρία της κοινωνίας, αλλά αντίθετα να αποκτήσουν την εκτίμηση και τον έπαινο. Μόνο η δικαιοσύνη δίνει ηρεμία, μόνο η ηρεμία δίνει ευτυχία.
Έτσι οι αρετές δεν παρουσιάζονται, σε σχέση με την ηδονή, παρά σαν απλά μέσα. Αυτό που μας έλκει και μας καλεί, ενώ πιστεύουμε ότι μας έλκει η αρετή, είναι η ηδονή που συνδέεται με αυτήν. Η αρετή, το υποτιθέμενο υπέρτατο αγαθό, πρέπει λοιπόν να παραχωρήσει την θέση της στην ηδονή, και, κάτω από αυτή τη νέα άποψη, η ηδονή μας παρουσιάζεται συνολικά ο μοναδικός και υπέρτατος σκοπός.
Κάθε ηθική αρετή αποκτά έτσι την αξία της από την ηδονή. Επί πλέον, κάθε ηθική ή πνευματική ηδονή έχει την καταγωγή της από τη σωματική ηδονή. «Η χαρά και ο πόνος της ψυχής προέρχονται από το σώμα, και στο σώμα ανάγονται.»
Εξ’ άλλου δεν συνεπάγεται ότι οι σωματικές ηδονές, είναι προτιμητέες, επειδή είναι αρχικές. Πράγματι, οι σωματικές ηδονές περιορίζονται στο παρόν, αυτές της ψυχής αγκαλιάζουν το παρελθόν και το μέλλον, συνεπώς είναι μεγαλύτερες, πρέπει λοιπόν να τις επιδιώκουμε κατά προτίμηση. Με τους πόνους της ψυχής, ο άμυαλος δεν γίνεται να μην είναι δυστυχισμένος. Με τις ηδονές της ψυχής, ο συνετός δεν γίνεται να μην είναι ευτυχισμένος.

4ο Η ευχάριστη ζωή ή η ευτυχία, σκοπός επιθυμητός και ποθητός, δεν μπορεί να αποκτηθεί παρά μέσω της επικούρειας φιλοσοφίας.

«Δρόμε της ευτυχίας που είσαι εύκολος, ευθύς, ανοικτός σε όλους! Εάν η πιο επιθυμητή μοίρα είναι να ζούμε χωρίς πόνο και χωρίς θλίψη, και να απολαμβάνουμε τις μεγαλύτερες ηδονές του σώματος και της ψυχής, μπορούμε άραγε να πούμε ότι δεν έχουμε λησμονήσει τίποτα εδώ από αυτά που μπορούν να κάνουν ευχάριστη τη ζωή και να οδηγήσουν στο υπέρτατο αγαθό που αναζητούμε;»
Το πρώτο μέσο, το αλάνθαστο μέσο για να αποκτήσουμε την ευτυχία, είναι η αρετή. Η αρετή, παρ’ ότι, δεν είναι η ίδια η ευτυχία, εντούτοις δεν ξεχωρίζει από αυτήν.
Επίσης, η επιστήμη ή η φρόνηση του επικούρειου δεν έχει παρά ένα σκοπό, να εξασφαλίσει την ευτυχία του με την άσκηση των διαφόρων αρετών. Πρώτον, ο σοφός θα μετριάσει όλες του τις επιθυμίες, αφού ξεπεράσει όλες εκείνες που γεννιόνται από ψεύτικη γνώμη (κενοδοξία), και αφού δεν προσηλώνεται να ικανοποιήσει παρά τις φυσικές επιθυμίες ( ἐγκράτεια).
Δεύτερον, θα αφαιρέσει από την ψυχή του κάθε φόβο για το μέλλον, για τον θάνατο, για τους θεούς. «ο σοφός θυμάται με ευχαρίστηση τα πράγματα του παρελθόντος, απολαμβάνει τις ηδονές του παρόντος, και μετρά με την σκέψη του την ποσότητά τους και την ποιότητά τους, δεν κρέμεται από τα γεγονότα του μέλλοντος : τα αναμένει με ηρεμία.» (είναι η αρετή της ανδρείας).
Κάθε τι που δεν χρησιμεύει για να αυξήσει την επιστήμη του και την πρακτική του φρόνηση, και με αυτήν να αυξήσει την εγκράτεια του, να σταθεροποιήσει την ανδρεία του, ο επικούρειος το απορρίπτει με περιφρόνηση. Γι’ αυτό ακριβώς ο Επίκουρος δεν θέλει την διαλεκτική και τη λογική, ξερή γνώση, στην οποία εξαντλούνται οι ακαδημαϊκοί και οι στωικοί. Η φυσική του είναι αρκετή, στο βαθμό που χρησιμεύει να επιβεβαιώσει την ηθική της ηδονής από τα συμπεράσματα που βγαίνουν από τη φύση των πραγμάτων και από αυτόν το κανόνα «που φαίνεται να κατέβηκε από τον ουρανό» και που η συνταγή του είναι : - Οι αισθήσεις είναι οι μόνοι κριτές του αγαθού και του αληθινού.
Σε σχέση με τους ομοίους του, ο σοφός δεν θα αρκεσθεί να ασκήσει την αυστηρή δικαιοσύνη : θα δεθεί με αυτούς με αυτή την πλατειά φιλία για την οποία ο Επίκουρος έδωσε πρώτος το παράδειγμα. Πράγματι, «από όλα όσα η φρόνηση μπορεί να αποκτήσει για να κάνει τη ζωή ευτυχισμένη, δεν υπάρχει τίποτα πιο εξαιρετικό, πιο καρποφόρο και πιο πλεονεκτικό από τη φιλία». Αλλά, θα πει κάποιος, σε μια φιλοσοφία που οδηγεί τα πάντα στο ατομικό συμφέρον, πως ερμηνεύεται η φιλία;
Υπάρχουν τρεις επικούρειες θεωρίες σχετικά με την φύση της φιλίας :
1ο Θεωρία του Επίκουρου. Η φιλία είναι ιδιοτελής. Συνδεόμαστε με κάποιον άλλον, πρώτα για την άμεση ηδονή που προκύπτει από την φιλία, κατόπιν για την μελλοντική ωφέλεια που θα προκύψει. Αλλά δεν μπορούμε να διατηρήσουμε την φιλία, εάν δεν συμπεριφερόμαστε έναντι του φίλου μας όπως έναντι ενός άλλου εαυτού μας. Και έτσι η φιλία, αν και στο βάθος ιδιοτελής, είναι αναγκασμένη, για να επιβιώσει, να παίρνει όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα της ανιδιοτέλειας.
2ο Θεωρία των ρωμαίων επικούρειων. Οι δεσμοί φιλίας ξεκινούν από την ωφέλεια, και στην αρχή δεν αγαπάμε τους φίλους μας παρά μόνο για τον εαυτό μας : αλλά, με την πάροδο του χρόνου, η συνήθεια μας δένει με αυτούς όπως μας δένει με τους σκύλους, τα άλογα, και ακόμα με τα μέρη που συχνάζουμε, και έτσι κατορθώνει να τους κάνει αγαπητούς σε μας για αυτούς τους ίδιους.
3ο Θεωρία άλλων επικούρειων. Σχηματίζεται μεταξύ των φίλων ένα είδος ανεκδήλωτης συμφωνίας, με την οποία αγαπιούνται ο ένας με τον άλλο όχι λιγότερο από ότι ο καθένας από αυτούς αγαπά τον εαυτό του.
Έτσι η φιλία δεν λείπει στον επικούρειο σοφό για να συμπληρώσει την ευτυχία του. Η επιδίωξη της ηδονής, που προσέγγισε τους ενάρετους, θα προσεγγίσει επίσης τους μεν με τους δε. Δεν ερμηνεύει την φιλία μόνο η ατομική ωφέλεια, αλλά χωρίς την ωφέλεια πως μπορούμε να την ερμηνεύσουμε; Είναι η κοινή ευχαρίστηση που μόνο αυτή δένει τους ανθρώπους μεταξύ τους.
«Εάν οι αρχές που μόλις σας ανέπτυξα είναι πιο καθαρές και πιο φωτεινές ακόμα και από τον ήλιο, εάν αντλούνται από την πηγή της φύσης, εάν επιβεβαιώνονται από την αλάνθαστη μαρτυρία των αισθήσεων, εάν τα παιδιά, εάν ακόμα και τα ζώα, που η κρίση τους δεν έχει διαφθαρεί ούτε τροποποιηθεί, μας φωνάζουν, με τη φωνή της φύσης, ότι τίποτα δεν μπορεί να φέρει την ευτυχία εκτός από την ηδονή, και τίποτα δεν μπορεί να φέρει την δυστυχία εκτός από τον πόνο, ποιες πράξεις ευγνωμοσύνης δεν χρωστάμε άραγε σ’ αυτόν που, ευαίσθητος σ’ αυτή τη φωνή, άκουσε τόσο καθαρά και αντιλήφθηκε σε βάθος όλα αυτά που η φωνή θέλει να πει, που έβαλε όλους τους συνετούς ανθρώπους στο δρόμο της ευχάριστης και ήρεμης ζωής;»

III.Κριτική της Επικούρειας ηθικής.

1ο Επικούρεια θεωρία της ηδονής. Η υπέρτατη ευχαρίστηση.

Στο δεύτερο βιβλίο, ο Κικέρων παίρνει το λόγο για να διαψεύσει την επικούρεια ηθική. Κατ’ αρχήν προσπαθεί να ξεκινήσει με τον Τορκουάτο, τον υπερασπιστή του Επίκουρου, μια μεθοδευμένη συνομιλία. Αλλά σύντομα, αφού σταμάτησε το διάλογο, όπου αισθανόταν χωρίς αμφιβολία άσχημα, προχώρησε σε μια συνεχή ομιλία, ένα είδος κατηγορητηρίου ενάντια στην επικούρεια φιλοσοφία.
«Σε κάθε κανονική και μεθοδική συζήτηση», λέει ο Κικέρων, «αυτοί που αντιπαρατίθενται, πρέπει πρώτα, σύμφωνα με το παράδειγμα των νομολόγων που καθορίζουν το αντικείμενο της δίκης, να ορίσουν σαφώς το θέμα.» Και απευθυνόμενος στον Τορκουάτο : «Και επειδή δεν απεχθάνεσαι τους ορισμούς, θα επιθυμούσα, αν το θεωρείς σωστό, να μου όριζες επίσης τι είναι η ηδονή για την οποία μιλάμε σήμερα.»
Ο Τορκουάτος που προκλήθηκε με αυτό τον τρόπο να ορίσει την ηδονή, δεν μπορεί να το κάνει. Επειδή, σύμφωνα με τον Κικέρωνα, στην επικούρεια θεωρία βασίλευε παντοτινή αμφισημία στο θέμα της πραγματικής ουσίας της ηδονής. Ο Αρίστιππος έθετε ως υπέρτατο αγαθό την ηδονή, ο Ιερώνυμος την απουσία πόνου : ο Επίκουρος συγχέει τις δύο αυτές ιδέες. Εντούτοις είναι αδύνατο να τις αναγνωρίσει πραγματικά. Η απουσία πόνου δεν είναι η ηδονή, ότι και να λέει ο Επίκουρος, είναι μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ ηδονής και πόνου. Η ύπαρξη τέτοιας κατάστασης μοιάζει ευνόητη στην κοινή αίσθηση.
Ο Επίκουρος δεχόμενος ταυτόχρονα ως τελικό σκοπό και την ηδονή και την απουσία πόνου, θα έπρεπε κατά συνέπεια να δεχθεί ταυτόχρονα δύο τελικούς σκοπούς, ή τουλάχιστον να προσπαθήσει να ενώσει τις δύο τόσο διαφορετικές ιδέες.
Εξάλλου, ο ίδιος ο Επίκουρος, παρά τη θέλησή του, συχνά διαχωρίζει στην πράξη αυτές τις δύο ιδέες. Σε κάποιες από τις δοξασίες του, τολμά να κάνει την απολογία, όχι στην απουσία πόνου, αλλά περισσότερο κυριολεκτικά στην ηδονή. Η θεωρία του δεν δικαιολογεί τις αισθησιακές ηδονές; Εάν ο Επίκουρος επικρίνει τους χυδαίους φιλήδονους, δεν θα μπορούσε παρά να εγκρίνει τους εκλεπτυσμένους φιλήδονους. Βρίσκεται, έτσι, σε αντίθεση και με τον εαυτό του και με την αίσθηση της ηθικής.
Υπάρχει κάτι πιο ευχάριστο από την αυτή την ηδονή του Επίκουρου, είναι η εγκράτεια και η φρόνηση.

2ο Επικούρεια θεωρία των επιθυμιών. Η υπέρτατη επιθυμία.

Εάν ο Επίκουρος τριγυρνάει και αντιφάσκει σε ότι αφορά την φύση της ηδονής, δεν κάνει λιγότερο λάθος στο θέμα της φύσεως και του αντικειμένου της επιθυμίας.
1ο Ο Επίκουρος συγχέει την επιθυμία και το πάθος.
Οι στωικοί δέχονται δύο τελείως διαφορετικά είδη επιθυμιών : Τα πάθη, που είναι άλογα και άμετρα, ( ἐπιθυμία), και την φυσική επιθυμία ( ὄρεξις), που γεννιέται από φυσική ανάγκη που διέπεται από το λογικό. Αυτός, ο Επίκουρος, οδηγώντας το ίδιο το λογικό στις αισθήσεις, εύρισκε την αρχή των πάντων στην αίσθηση, η επιθυμία λοιπόν δεν ξεχώριζε καθόλου γι’ αυτόν από την όρεξιν, και η φρόνηση δεν μπορούσε ως όφειλε να καταργήσει τα πάθη αλλά να τα ελέγξει.
Ο Κικέρων μαζί με τους στωικούς απαντά ότι η ακολασία υφίσταται στο άλογο, και το πάθος, που είναι κατά βάση παράλογο, είναι κατά βάση ακόλαστο. Η αρετή, εάν δεν υφίσταται παρά για να μετριάσει το πάθος, τότε δεν υφίσταται παρά για να μετριάσει την ακολασία! «Διαφορετικά η φιλαργυρία θα είχε το μέτρο της, η ασωτία το μέτρο της. Τι φιλοσοφία είναι αυτή που δεν ασχολείται με την καταστροφή της ακολασίας αλλά μόνο με την ρύθμισή της! »
2ο Η απουσία πόνου δεν είναι αντικείμενο επιθυμίας.
Σύμφωνα με τον Επίκουρο, η υπέρτατη επιθυμία, είναι η ευχαρίστηση της ηρεμίας, που, σε τελευταία ανάλυση, οδηγεί στην απουσία πόνου. Αλλά πως μια κατάσταση καθαρά αρνητική, όπως είναι η απουσία πόνου, μπορεί να διεγείρει την επιθυμία; Είναι προφανές ότι ούτε τα παιδιά ούτε τα ζώα, τα οποία αρέσκεται ο Επίκουρος να φέρνει για παράδειγμα, δεν επιδιώκουν στις πρώτες τους επιθυμίες την απουσία πόνου.
Όχι, θα πεις, επιδιώκουν και επιθυμούν την ηδονή που ορθά ονομάζεται κινητική ηδονή. Αλλά τότε εσείς οι ίδιοι αντιφάσκετε. Ερωτάτε τη φύση ποιος είναι ο τελικός σκοπός που είναι εξ’ αρχής επιθυμητός από μόνος του για να τον καταστήσετε το υπέρτατο αγαθό σας. Σας απαντά ότι είναι η ηδονή στην πιο φανερή της μορφή, η κινητική ηδονή, και στη συνέχεια τοποθετείτε το υπέρτατο αγαθό στην απουσία πόνου! Δημιουργείτε, με αυτό τον τρόπο απόλυτη αντίθεση μεταξύ αυτού που είναι η υπέρτατη επιθυμία και εκείνου που είναι φυσικά επιθυμητό.
3ο Η ίδια η ευχαρίστηση δεν είναι αρχικό αντικείμενο επιθυμίας.
Τέλος, μένει ακόμα να γνωρίσουμε εάν αυτό που η φύση επιδιώκει και επιθυμεί αρχικά, είναι, όπως ισχυρίζεται ο Επίκουρος και ο Αρίστιππος, η ηδονή. Σε τι τείνει η αυθόρμητη δραστηριότητα όλων των όντων, πριν νοιώσουν ηδονή; Δεν είναι απλά να συντηρήσουν την ύπαρξή τους; Και επιδιώκοντας έτσι την συντήρηση της ύπαρξής μας και την απομάκρυνση των αιτίων της καταστροφής, συναντάμε την ηδονή, αλλά δεν την αναζητάμε ευθύς εξ’ αρχής. Το πραγματικό αντικείμενο της ηδονής, ο πραγματικός τελικός σκοπός, είναι η αυτοσυντήρηση, η συντήρηση της φύσης μας, η ζωή σύμφωνα με τη φύση μας.

3ο - Θεωρία της αρετής. Το υπέρτατο αγαθό.

Σε τελευταία ανάλυση, όλη η θεωρία του Επίκουρου, που μέχρι εδώ δεν έχει καθόλου εξεταστεί παρά μόνο στις προθέσεις της, στηρίζεται σ’ αυτή τη βασική αρχή : οι αισθήσεις είναι οι μόνοι κριτές του καλού και του κακού, και αυτό που αναγνωρίζουν ως την υπέρτατη επιθυμία, αυτό που επιδιώκουν ως την υπέρτατη επιθυμία, είναι και το υπέρτατο αγαθό.
Αλλά με το να αναγορεύουμε τις αισθήσεις κριτές του καλού και του κακού, τους αποδίδουμε περισσότερη αρμοδιότητα από αυτή που τους ανήκει. Εάν ανήκει στις αισθήσεις να κρίνουν για το γλυκό ή το πικρό, το λείο ή το τραχύ, το καλό και το κακό είναι πέραν από την ικανότητά τους. Μόνο το λογικό, εδώ, μπορεί να απαγγείλει απόφαση, ή το λογικό έχει την ιδέα ενός υπέρτερου αγαθού πέρα από την ηδονή : της ποιότητας της ψυχής.
1ο Πρέπει να αποκόψουμε από την φιλοσοφία κάθε γνώμη που, όπως αυτή του Αρίστιππου, του Ιερώνυμου, του Καρνεάδη, αποκόπτουν την ποιότητα της ψυχής από το υπέρτατο αγαθό. Ο άνθρωπος, θνητός θεός, είναι γεννημένος για κάτι άλλο πέρα από τις ζωώδεις ηδονές.
2ο Πρέπει επίσης να απορρίψουμε τις θεωρίες εκείνες, όπως αυτές του Καλλιφώνα και του Διόδωρου, που προσθέτουν στην ποιότητα της ψυχής την ηδονή, που αυτή επικρίνει, ή την απουσία πόνου, που δεν είναι αγαθό.
3ο Πρέπει τέλος να απορρίψουμε τα συστήματα, όπως αυτά του Πύρρωνα , του Αρίστωνα και του Ηρίλλου, που δεν δίνουν καμιά αξία στις φυσικές μας ορμές, και δεν μπορούν να συμπεράνουν στην ιδέα τους για το υπέρτατο αγαθό κανέναν πρακτικό κανόνα συμπεριφοράς.
Βάζοντας όλες τις άλλες θεωρίες στην άκρη, ο Κικέρων επιτίθεται σ’ αυτήν του Επίκουρου. «Η αρετή θα φιλονικήσει με την ηδονή.» Πρέπει πρώτα να ορίσουμε την ιδέα της ποιότητας της ψυχής, ώστε να την αντιπαραθέσουμε, την πραγματικότητά της και την αλήθειά της, με τις κατώτερες έννοιες. Η ποιότητα της ψυχής, είναι αυτό που αξίζει την εκτίμηση για αυτό το ίδιο, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άποψη οφέλους. Οι αρετές, δικαιοσύνη, ανδρεία, φρόνηση, εγκράτεια, προκύπτουν από την ποιότητα της ψυχής, και δεν είναι παρά διαφορετικές της μορφές.
Αντίθετα, σύμφωνα με τον Επίκουρο, ή η ποιότητα της ψυχής δεν είναι τίποτα, ή είναι απλά αυτό που υμνεί το πλήθος, δεν επιδιώκουμε την ποιότητα της ψυχής παρά αποβλέποντας στην ηδονή του επαίνου, και, όπως η ίδια η ηδονή, όλες οι αρετές κατευθύνονται σ’ αυτόν τον τελικό σκοπό : την ηδονή.
Για να διαψεύσουμε τον Επίκουρο, πρέπει να εξετάσουμε τις διάφορες αρετές στις αρχές τους και τον τελικό τους σκοπό.
Και πρώτα η φρόνηση δεν έχει ως τελικό της σκοπό αυτή την ίδια, και δεν την αγαπούμε γι’ αυτή την ίδια, όχι γιατί είναι θεραπαινίδα της ηδονής; «Τι φλογερούς έρωτες θα διέγειρε, εάν ήταν ορατή!»
Σε ότι αφορά την δικαιοσύνη, δεν έχει καθόλου ως αρχή την γνώμη των ανθρώπων όπως ισχυρίζεται ο Επίκουρος, αλλά τη φύση των πραγμάτων. Δεν έχει καθόλου ως τελικό σκοπό της τον έρωτα της ηδονής ή το φόβο της τιμωρίας. Εάν ήταν έτσι, η δικαιοσύνη δεν θα υπήρχε πλέον για αυτούς που, έχοντας διαπράξει έγκλημα, γνωρίζουν να αποφεύγουν την τιμωρία. Έτσι έκανε ο Σεξτίλιος Ρούφος, που νόμιμα άδικος και αναγκαστικά ατιμώρητος, μάδησε αυτήν που κηδεμόνευε από την κληρονομιά της. Πάντως όταν ο άδικος συναντούσε την τιμωρία, ο Επίκουρος θα γνώριζε να του διδάξει να την περιφρονήσει, όπως πρέπει να περιφρονούμε κάθε πόνο. Τι να πούμε, εξάλλου, γι’ αυτούς που η ισχύς τους βάζει πάνω από την τιμωρία, όπως ο Κράσσος; Τι να πούμε τέλος γι’ αυτούς που, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν να διαπράξουν άδικες πράξεις εν αγνοία όλων. Επιδέξια αδικία, αδικία ισχύος, κρυμμένη αδικία, είναι λοιπόν δίκαιες για τον επικούρειο, που δεν αναγνωρίζει την άδικη πράξη παρά μόνο στην τιμωρία που την ακολουθεί.
Η εγκράτεια, όπως η δικαιοσύνη, έχει δική της ανεξάρτητη αξία από τις αισθητές της συνέπειες. Υπάρχουν πράγματα που είναι από μόνα τους αισχρά, ενώ παραμένουν κρυφά και ατιμώρητα.
Καθ’ όμοιο τρόπο υπάρχουν πράξεις ανδρείας που δεν μπορούμε να τις εκπληρώσουμε αποβλέποντας στην ηδονή ή την ωφέλεια. Τέτοιες ήταν οι πράξεις αφοσίωσης του Δέκιου.
Ο τύπος ανθρώπου που εκπληρώνει την επικούρεια αρετή, είναι αυτός του Θόριου Μπάλμπου, από το Λανούβιο, που δεν ήταν καθόλου δεισιδαίμονας, δεν φοβόταν καθόλου τον θάνατο, γνώριζε να χορταίνει τις επιθυμίες του, - πλούσιος εξ’ άλλου και γεμάτος υγεία. Εντούτοις, πάνω από αυτήν την υποτιθέμενη αρετή της επικούρειας φιλοσοφίας που πραγματοποιούσε με την συμπεριφορά του, ποιος δεν αισθάνεται ικανός να αναπτύξει την ανώτερη ιδέα της πραγματικής αρετής; Η τύχη του Θόριου Μπάλμπου που έπινε πάνω σε ένα κρεβάτι από τριαντάφυλλα ήταν λιγότερο επιθυμητή από αυτήν του Ρέγκουλου που πέθανε στην Καρθαγένη για την τιμή της πατρίδας του.
Όχι μόνο η υποτιθέμενη αρετή του Επίκουρου δεν είναι η πραγματική αρετή, αλλά είναι απόλυτα αντίθετη με την πραγματική αρετή, και πρέπει οι επικούρειοι είτε να καταδικάσουν τις πράξεις που είναι καθαρά ανιδιοτελείς, είτε να εγκαταλείψουν την θεωρία τους. Αισχρή επιλογή, στην οποία βρίσκεται εγκλωβισμένο το επικούρειο σύστημα, να αρνηθεί τον εαυτό του ή να αρνηθεί την αρετή. Η πιστή εικόνα της επικούρειας θεωρίας , είναι ο πίνακας του Κλεάνθη. Ποιος θα έδειχνε στους ακροατές του την ηδονή καθισμένη σε θρόνο και έχοντας γύρο της τις αρετές ως υπηρέτριές της; Μάταια ο Επίκουρος θέλει να καταστήσει τις ηδονές και την αρετή αχώριστες : δεν μπορεί να το επιτύχει. Οι αρετές, από τη στιγμή που θα γίνουν υπηρέτριες της ηδονής, δεν είναι αρετές. Η υποταγή της ποιότητας της ψυχής στην ηδονή, είναι η ίδια η καταστροφή της ποιότητας της ψυχής.
Κατά βάθος, η επικούρεια αρετή έχει κρυφή αρχή της το ελάττωμα της υποκρισίας. Πράγματι, ο Επίκουρος δεν διακρίνει στην αρετή παρά μόνο τα εξωτερικά της πλεονεκτήματα, ή, αυτά τα πλεονεκτήματα υφίστανται πάντα επειδή, αντί να είναι ενάρετοι, αρκούνται στο να φαίνονται έτσι. Συνεπώς ο Επίκουρος δεν έχει το δικαίωμα να συμβουλεύει τους οπαδούς του για την παρουσία της αρετής. «έλεγε ο Σωκράτης, όχι να φαινόμαστε άνθρωποι του καλού, αλλά να είμαστε.» «Πρέπει να συμπεριφερόμαστε ώστε, θα πει ο Επίκουρος, όχι να είμαστε άνθρωποι του καλού, αλλά να φαινόμαστε.» Από την άποψη της ωφέλειας, πράγματι, η υποκρισία και η αρετή συγχέονται απόλυτα, ή καλύτερα η πρώτη έχει όλα τα πλεονεκτήματα, επειδή στοιχίζει λιγότερο και έτσι αποδίδει.
Ο Κικέρων προχωράει ακόμη περισσότερο, και υποστηρίζει ότι η επικούρεια φιλοσοφία στο σύνολό της στηρίζεται στην υποκρισία. Οι υπερασπιστές της δεν τολμούν να δείξουν παρά μόνο ένα μέρος της, κρύβουν επιμελώς ένα άλλο μέρος της. Ο Τορκουάτος θα τολμούσε να παραδεχθεί δημόσια ότι δεν συμπεριφέρεται παρά μόνο από συμφέρον; Οι επικούρειοι έχουν συνέχεια στο στόμα τους τις λέξεις αμεροληψία, καθήκον, ευθύτητα και ηθική. «Όταν μιλάς έτσι μέσα στα δικαστήρια, στη σύγκλητο, σε θαυμάζουμε, τόσο βλάκες είμαστε, και συ γελάς μόνος σου : επειδή, σε όλα αυτά, καμιά αναφορά στην ηδονή!»
Ο επικούρειος, ανίκανος για την πραγματική αρετή, δεν θα είναι λιγότερο ανίκανος για την πραγματική φιλία. Στις σχέσεις του ανθρώπου με τους ομοίους του, όπως στις σχέσεις του με το ηθικά καλό, η ανικανότητα της επικούρειας θεωρίας είναι το ίδιο αισθητή.
Ποια θέση μένει πραγματικά για την φιλία; Η πραγματική φιλία υποθέτει ότι αγαπάμε τους άλλους για τον εαυτό τους, όχι για μας τους ίδιους. Εάν μόνο η προσωπική ωφέλεια δένει την φιλία, μια μεγαλύτερη ωφέλεια θα την διαλύσει. Είναι αλήθεια, ο Επίκουρος και οι μαθητές του δεν σταματούν να εγκωμιάζουν και να ασκούν την φιλία, αλλά αυτή η πρακτική αντίφαση μπορεί να συγχωρήσει και να δικαιολογήσει την ηθική τους θεωρία;
Το έχουμε διαπιστώσει, οι επικούρειοι διαχωρίζονται στο θέμα της φιλίας, και η θεωρεία του Επίκουρου έδωσε πεδίο σε τρείς ιδιαίτερες θεωρίες, που πρέπει να τις εξετάσουμε κατά σειρά.
1ο Θεωρία του ίδιου του Επίκουρου :- Αγαπάμε τους φίλους μας για τον εαυτό μας.- Αντικρούεται από τα προηγούμενα επιχειρήματα.
2ο Θεωρία των ρωμαίων επικούρειων :- Στο τέλος αγαπάμε τους φίλους μας για αυτούς τους ίδιους.- Είναι μια ασυνέπεια στο σύστημα του Επίκουρου.
3ο Θεωρία άλλων επικούρειων :- Η φιλία γεννιέται από ένα είδος ανεκδήλωτης συμφωνίας με την οποία οι φίλοι δένονται σε μια αμοιβαία ανιδιοτέλεια.- Αυτή η θεωρία, τοποθετώντας πάντα το θεμέλιο της φιλίας στην ωφέλεια, κάνει ώστε, όταν αλλάζει η ωφέλεια, να σταματά η φιλία και να διαλύεται η συμφωνία.
Συνολικά, οι τρείς επικούρειες θεωρίες καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα : αρνούνται εξ’ ίσου την πραγματική φιλία. Η αγάπη του επικούρειου δεν μπορεί να απευθύνεται, στα άλλα όντα όπως στην ίδια την αρετή, παρά μόνο σ’ αυτό που είναι το πιο εξωτερικό, το πιο ανάξιο της αγάπης. «Πρέπει να είμαι εγώ ο ίδιος αυτόν που αγαπάς, και όχι ότι είναι δικό μου, για να μπορούμε να είμαστε αληθινοί φίλοι!»

4ο Επικούρεια θεωρία της ευτυχίας.

Όλη η θεωρία του Επίκουρου στο βάθος δεν έχει άλλο σκοπό από το να δώσει στον άνθρωπο την ευτυχία. Έχει επιτύχει αυτόν τον σκοπό;
Η πραγματική ευτυχία είναι αυτή που εξαρτάται μόνο από μας, ο Επίκουρος τοποθετεί την ευτυχία στην ηδονή, την κάνει να εξαρτάται από εξωτερικά πράγματα, με αυτό τον τρόπο της αφαιρεί τον βασικό της χαρακτήρα : την ανεξαρτησία.- Αλλά, θα πει ο Επίκουρος, αυτό που δεν εξαρτάται από τον σοφό, είναι η διάρκεια της ηδονής : ή η διάρκεια δεν επηρεάζει καθόλου την ηδονή. Η ίδια η ηδονή δεν μειώνεται επειδή η διάρκεια της είναι περιορισμένη.- Και λοιπόν ! απαντά ο Κικέρων η διάρκεια δεν προσθέτει στον πόνο; Θα προσθέτει λοιπόν στην ηδονή, η ηδονή λοιπόν δεν είναι ανεξάρτητη από αυτήν. Αυτό που κάνει την υπεροχή της ευδαιμονίας των θεών από αυτή των ανθρώπων, είναι η αιωνιότητα της. Υπάρχει μόνο ένα πράγμα ανώτερο στο χρόνο, και που δεν του δανείζει τίποτα από την αξία του, είναι η αρετή. Ο Επίκουρος, είναι αλήθεια, προσπαθεί να κάνει κατά κάποιο τρόπο την ευτυχία προσιτή σε όλους. Σύμφωνα με αυτόν, ο σοφός είναι πάντα αρκετά πλούσιος από τα αγαθά της φύσης. Η ηδονή δεν εξαρτάται κατ’ ανάγκη από τα πράγματα που την γεννούν, και «δεν αισθανόμαστε λιγότερη ηδονή για τα πιο ευτελή πράγματα από αυτήν για τα πιο πολύτιμα πράγματα.» - Εδώ απαντά ο Κικέρων, «δεν του λείπει μόνο η κρίση, αλλά του λείπει και το γούστο.» Μπορούμε χωρίς αμφιβολία να απαξιώσουμε την ηδονή, άλλα αυτό γίνεται με το να υψωθούμε πάνω από τις αισθήσεις, και οι επικούρειοι δεν μπορούν να το κάνουν. Εξ’ άλλου, όταν ο επικούρειος απολάμβανε εύκολα τις μεγαλύτερες ηδονές, δεν θα είχε πάντοτε να φοβάται τον πόνο, δηλαδή το μεγαλύτερο από τα κακά; Εάν η ευτυχία δεν συνίσταται παρά, όπως έλεγε ο Μητρόδωρος, «στο αίσθημα και την ελπίδα να βρίσκεσαι σε καλή κατάσταση» ο πόνος ή μόνο ο φόβος του πόνου θα είναι αρκετός να την καταστρέψει. Οι επικούρειοι επικαλούνται ενάντια στον πόνο τα φάρμακα που τους παρέχει ο δάσκαλός τους. «Εάν ο πόνος είναι δυνατός είναι σύντομος, λέει ο Επίκουρος , εάν είναι μακροχρόνιος είναι ελαφρύς.» Δωρεάν διαβεβαιώσεις που κάποια γεγονότα αρκούν για να τις καταστρέψουν. Ότι και να λέει ο Επίκουρος, υπάρχει μόνο ένα φάρμακο ενάντια στον πόνο, είναι αυτό ακριβώς που η θεωρία του απαγορεύει να το χρησιμοποιήσει, είναι η μεγαλοσύνη της ψυχής και το ηθικό σθένος. Άπιστος στην ίδια του τη θεωρία ο Επίκουρος δεν γνώριζε να παραμείνει σταθερός στον πόνο, ήσυχος και γεμάτος με ηθική χαρά στο μέσο των πιο ανελέητων φυσικών πόνων; Είναι τουλάχιστον αυτό που δηλώνει στην τελευταία του επιστολή που έγραψε πριν πεθάνει, σ’ αυτήν ο ίδιος αντιφάσκει.
Ο επικούρειος σοφός, ανίκανος να ανακουφίσει τον πόνο του παρόντος, θα είναι πιο ικανός να λησμονήσει τον πόνο του παρελθόντος, για να κρατήσει στην ψυχή του μόνο την ανάμνηση και την ελπίδα της ηδονής; Θυμόμαστε, ότι ο Επίκουρος τοποθετούσε μεγάλο μέρος της ευτυχίας σ’ αυτή τη λησμονιά των πόνων, σ’ αυτή την ανάμνηση των ηδονών που ανανεώνονται αιωνίως. – Αλλά ούτε η ανάμνηση ούτε η λησμονιά εξαρτώνται από μας. Εξ’ άλλου, εάν εξαρτιόνταν από μας, η ανάμνηση των καθαρά σωματικών ηδονών θα μπορούσε να μας προξενήσει νέα ηδονή; Μακριά από αυτό, οι φυσικές απολαύσεις αφήνουν πίσω τους πολύ συχνά κάτι πικρό.
Εάν η ανάμνηση μας φαίνεται ανίκανη ώστε να θυμηθούμε την ηδονή όταν αυτή περάσει, συγχρόνως φαίνεται ανεπαρκής από αυτή τη θεωρία του Επίκουρου σύμφωνα με την οποία οι πνευματικές ηδονές ή ηθικές ηδονές δεν είναι παρά η ανάμνηση και η ελπίδα φυσικών ηδονών. –Εάν ήταν έτσι, πως οι πνευματικές ηδονές, που προέρχονται από τις σωματικές, θα μπορούσαν, με την ίδια την ομολογία του Επίκουρου, να είναι ανώτερες από εκείνες σε ένταση; Η απόλαυση της ψυχής υπερέχει αυτής των αισθήσεων διότι δεν γεννιέται απ’ αυτές. - Εξ’ άλλου, θα ήταν λοιπόν η ψυχή ανίκανη από μόνη της να τραβήξει αμέσως τις ηδονές της χωρίς να τις δανεισθεί από τα όργανά της; Οι ηθικοί πόνοι και οι ηθικές ηδονές γεννιόνται από την άμεση αναφορά της νόησης στο αντικείμενο της, και δεν υπάρχει ανάγκη, για να ερμηνεύσουμε την ηδονή ή τον πόνο, να εισάγουμε ανάμεσα στη νόηση και στα αντικείμενα της νόησης έναν ενδιάμεσο όρο, το σώμα.

Επίλογος

Στις τελευταίες σελίδες, αναδεικνύεται η σκέψη του Κικέρωνα : μετά από αυτή την κριτική γεμάτη από ισχυρογνωμοσύνη για την θεωρία του Επίκουρου, κριτική συχνά σωστή, κάποιες φορές περιορισμένη, φαίνεται ότι θέλει να την κρίνει από πιο ψηλά, να φτάσει σε συνολική άποψη για όλο του το σύστημα.
Εάν η ηδονή είναι ο τελικός σκοπός του ανθρώπου, θα είναι το τέλος στο οποίο πρέπει να σταματήσουν οι προσπάθειές του. Αλλά αισθανόμαστε μέσα μας μια δύναμη ανίκανη να περιορισθεί σε έναν τέτοιο τελικό σκοπό, δυσανάλογο για ένα τέτοιο τέλος, και που δεν τον φτάνει παρά για να τον ξεπεράσει.
Το χαρακτηριστικό σημείο της θεωρίας του Επίκουρου, είναι ότι δεν έχει καθόλου αντιληφθεί σε μας το πιο ανώτερο μέρος του εαυτού μας, το λογικό. Επίσης δεν απευθύνεται καθόλου στο λογικό, και δεν προτείνει καθόλου ένα τελικό σκοπό αντάξιο του. Δεν έχει δει παρά το κατώτερο μέρος του εαυτού μας, που είναι κοινό με αυτό των ζώων : Από εκείνο προέρχεται χωρίς αμφιβολία το ότι θέλει να κάνει τελικό μας σκοπό την ηδονή των ζώων αντί την ευδαιμονία των θεών.
Πάνω από έναν τέτοιο τελικό σκοπό, ότι και να λέει ο Επίκουρος, η νόησή μας αντιλαμβάνεται έναν άλλο, τελικό σκοπό ανώτερο και αντάξιο για μας. Και, καθώς η ανθρώπινη νόηση τον αντιλαμβάνεται, η βούλησή του πρέπει να τον επιλέξει, να τον πραγματοποιήσει με τις πράξεις του.
Ο Κικέρων φαίνεται να έχει αντιληφθεί ότι, σε όλη αυτή τη συζήτηση που αφορά τις αρχές της ηθικής, καταλήγουμε λογικά σε ένα είδος επιλογής που το ηθικό υποκείμενο πρέπει μόνο του να αποφασίσει. Πρέπει να επιλέξουμε, ανάμεσα στους διάφορους τελικούς σκοπούς που προτείνουν οι ηθικολόγοι, αυτόν που φαίνεται ο πιο αντάξιος μας : αναπόφευκτη επιλογή, που κάθε άτομο οφείλει να κάνει, και που μόνο αυτό πρέπει να κάνει.
Ανάμεσα στον άνθρωπο που υποβιβάζεται ο ίδιος από τη θεωρία της ηδονής, και στον άνθρωπο που εργάζεται με την βούλησή να εξυψώσει τον εαυτό του και να εξυψώσει τους άλλους, ανάμεσα σ’ αυτό το όν που μόλις διακρίνεται από το ζώο, που ο Επίκουρος φαντάζεται, και σε αυτό το όν που είναι φτιαγμένο για να γίνει θεός που οι στωικοί παρίσταναν με την μεγάλη μορφή του Ηρακλή, ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο διαφορετικούς τύπους που αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο λογικό, είναι απαραίτητη η επιλογή, και πρέπει η ηθική βούληση να κάνει ελεύθερα την επιλογή. « Μην την περιμένεις παρά από τον ίδιο σου τον εαυτό», λέει ο Κικέρων στον Τορκουάτο. Διότι, ο καθένας, πράγματι, ορίζει στον εαυτό του τον τελικό σκοπό που πιστεύει άξιο να ακολουθήσει. Διότι καθένας εκτιμάται για την αξία του.
Πρέπει ο ίδιος μας ο εαυτός να δει εάν θέλει στην ίδια του την ψυχή να υποβιβάσει την ανθρωπότητα κάτω από την ηδονή, ή να την εξυψώσει πάνω απ’ αυτήν δίνοντας της για τελικό σκοπό την ηθική.