*Η παρακάτω δημοσίευση, έχει αναρτηθεί με την άδεια του συγγραφέα


MARCUS TULLIUS CICERO

DE NATURA DEORUM

ΚΙΚΕΡΩΝ

Για τη φύση των θεών

ΠΡΟΛΟΓΟΣ



Στο έργο De Natura Deorum ( Για τη Φύση των Θεών ) ο Κικέρων παρουσιάζει τις θεολογικές απόψεις των τριών βασικών φιλοσοφικών Σχολών της εποχής του αλλά και των προηγούμενων δύο αιώνων, της Επικούρειας της Στωικής και της Ακαδημαϊκής.

Ο Κικέρων έγραψε την πραγματεία του Για τη Φύση των Θεών το θέρος του 75 π.χ. ενώ την ίδια εποχή ασχολήθηκε με το έργο του Τουσκουλανές Διατριβές το οποίο και δημοσίευσε πρώτο.

Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κικέρων δημοσίευσε ποτέ το έργο D.N.D. Αν και μιλά γι αυτό ως «τελειωμένο» είναι σαφές ότι του λείπουν οι τελικές επεμβάσεις. Ο Διάλογος είναι μια συνεχής συζήτηση, που τελειώνει την νύχτα, αλλά υπάρχουν σημεία που δείχνουν ότι πρώτα υπήρχε σχεδιασμός για τρείς συζητήσεις που έλαβαν χώρα σε τρεις συνεχόμενες μέρες, και κάθε βιβλίο περιελάμβανε μια από αυτές.

Το D.N.D. ξεκινά με εισαγωγή όπου ο Κικέρων απευθύνει το βιβλίο του στον φίλο του Βρούτο. Ο Κικέρων εξηγεί πως η φιλοσοφία καλύπτει την απόσυρσή του από τα κοινά και τον παρηγορεί από την οδύνη για τον θάνατο της κόρης του. Και πως η μη δογματική θέση της Ακαδημαϊκής Σχολής, την οποία ακολουθούσε, ασχολείτο ειδικά με το θέμα της θεολογίας. Η σκηνή του διαλόγου προχωρεί και εισάγονται τα πρόσωπα που συμμετέχουν. Πρώτα εξετάζεται η θεολογία του Επίκουρου, την οποία παρουσιάζει ο Βελλήϊος, που ξεκινά την έκθεση του με επίθεση στην θεολογία και την κοσμολογία του Πλάτωνα και των Στωικών, και την διάψευση της θεολογίας άλλων σχολών και φιλοσόφων από τον Θαλή και μετά. Στον Βελλήϊο απαντά ο ακαδημαϊκός Κόττα, που αντικρούει την επικούρεια θεολογία, και καταλήγει ότι η επικούρεια θεολογία είναι στην πραγματικότητα ολέθρια για τη θρησκεία.

Στο βιβλίο II αναπτύσσεται από τον Μπάλμπο η στωική φιλοσοφία για το θέμα των θεών. Ο Κόττα απαντά εκ νέου στο Βιβλίο ΙΙΙ αναπτύσσοντας την κριτική της Ακαδημίας στην στωική θεολογία.

Η φανταστική σκηνή του Διαλόγου μπορεί να τοποθετηθεί το 77 ή το 76 π.χ.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να προσπαθήσουμε να καταλήξουμε στις πηγές από τις οποίες ο Κικέρων άντλησε το υλικό του για την πραγματεία. Στην επικούρεια κριτική των παλαιοτέρων φιλοσόφων ( Ι. 25-41) υπάρχουν αναφορές στα έργα τους και πιο κάτω υπάρχουν νύξεις για τα έργα του Επίκουρου ( Περί Κριτηρίου ή Κανών , «θεϊκό βιβλίο» όπως το χαρακτηρίζει και Κύριαι Δόξαι ). Αλλά δεν υπάρχει απόδειξη, ότι ο Κικέρων είχε διαβάσει τα αυθεντικά αυτά κείμενα και είναι πιθανότερο ότι ακολούθησε την συνηθισμένη του μέθοδο να υιοθετεί δηλαδή την έκθεση κάθε τμήματος της πραγματείας του από έναν σύγχρονό του συγγραφέα. Για την έκθεση της επικούρειας φιλοσοφίας που αποτελεί το πρώτο μισό του Βιβλίου Ι, πιθανόν να έχει υιοθετήσει το βιβλίο του δασκάλου του Ζήνωνα. Αυτή η άποψη στηρίζεται σε ένα περίεργο συμβάν. Ανάμεσα στους παπύρους του Ερκολάνεουμ που αποκαλύφθηκαν το 1752 υπάρχει μια επικούρεια πραγματεία (η οποία δημοσιεύτηκε σε τόμο Herculanesia το 1862). Υπάρχει λόγος να την αποδώσουμε στον μαθητή του Ζήνωνα τον Φιλόδημο και τα αποσπάσματα της είναι αρκετά να δείξουν σημαντική συμφωνία με το D.N.D. Η επικούρεια προσέγγιση στο D.N.D. Ι έχει τρία μέρη : μια γενική επίθεση στην πλατωνική και τη στωική κοσμολογία, μια περίληψη των παλαιοτέρων φιλοσόφων και έκθεση της επικούρειας θεολογίας. Στους παπύρους, το πρώτο μέρος έχει χαθεί, αλλά περιλαμβάνονται τα δύο επόμενα και ταιριάζουν πολύ με το D.N.D., παρά τις διαφορές που υπάρχουν. Τα δύο βιβλία συμφωνούν ακόμα στα αναφερόμενα από τον Ξενοφάνη, τον Αντισθένη, τον Αριστοτέλη, τον Χρύσιππο, τον Διογένη τον Βαβυλώνιο. Ερευνητές θεωρούν ότι και τα δύο βιβλία έχουν αντλήσει τα θέματά τους και τα επιχειρήματά τους από τον Ζήνωνα, τον δάσκαλο και των δύο συγγραφέων και καθώς η ιστορική κριτική και στα δυο βιβλία σταματά στα μέσα του 2ου αιώνα π.χ., η εργασία του Ζήνωνα να είχε βασισθεί με τη σειρά της στον προγενέστερό του Απολλόδωρο.

Σε ότι αφορά την κριτική του ακαδημαϊκού Κόττα εναντίον της επικούρειας φιλοσοφίας στο δεύτερο μισό του Βιβλίου Ι , ο στωικός Ποσειδώνιος αναφέρεται ως « κοινός μας φίλος» και το έργο του Περί Φύσεως αναφέρεται ως πηγή για μέρος των επιχειρημάτων του, και ίσως είναι η πηγή για το σύνολο. Υπάρχουν στωικές απόψεις σε όλο το κείμενο. Αλλά η στωική προέλευση του κειμένου αμφισβητείται από κάποιους μελετητές, και έχει πράγματι ακαδημαϊκή χροιά. Πιθανόν να προέρχεται, όπως το βιβλίο ΙΙΙ, από τον Κλειτόμαχο, τον εκδότη του Καρνεάδη, αν και ο Καρνεάδης δεν αναφέρεται εδώ πουθενά , όπως στο βιβλίο ΙΙΙ.

Η ελληνική μετάφραση του Πρώτου Βιβλίου του έργου του Κικέρωνα Για τη Φύση των Θεών ( De Natura Deorum ) στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στη γαλλική μετάφραση από το βιβλίο :

Cicéron De la Nature des Dieux

Traduction: Charles APPUHN - PARIS GARNIER 1935.

Kαι έλαβε υπόψη και την αγγλική μετάφραση από το Βιβλίο :

The Loeb Classical Library

Cicero in twenty-eight volumes. XIX De Natura Deorum

( with English translation by H. RACKMAN ).

Και την γαλλική μετάφραση από το βιβλίο :

OEVRES COMPLETES DE CICERON

Avec la traduction en français Publiées sous la direction de

M. NISARD,de l’ Academie.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΔΗΣ







MARCUS TULLIUS CICERO

DE NATURA DEORUM



ΚΙΚΕΡΩΝ

Για τη φύση των θεών

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ

1.Υπάρχουν στη φιλοσοφία, το αγνοείς, Βρούτε, λιγότερο από οποιονδήποτε, πολλά προβλήματα που δεν έχουν επιλυθεί ακόμη, αλλά εάν υπάρχει έρευνα ιδιαίτερα δύσκολή, αυτή είναι εκείνη που ασχολείται με την φύση των θεών, που είναι τελείως καλυμμένη από σκοτάδι. Και εντούτοις τίποτα δεν φαίνεται πιο αναγκαίο, τόσο για να ικανοποιήσουμε την επιθυμία μας για γνώση, όσο για να ρυθμίσουμε την λατρεία. Η ποικιλία, η αντίθεση των δοξασιών που διδάσκονται γι’ αυτό το θέμα από τους πιο σοφούς δείχνουν με δύναμη που είναι αδύνατο να την αγνοήσεις ότι η αιτία, δηλαδή η πρώτη προέλευση της φιλοσοφίας είναι η αδυναμία της βέβαιης επιστήμης και ότι οι ακαδημαϊκοί φέρονται συνετά αναβάλλοντας την κρίση τους σε περιπτώσεις αβεβαιότητας.

Τι πιο θρασύ από έναν μη συνετό ισχυρισμό; Και τι πιο μη συνετό, πιο ανάξιο για ένα σοφό με σταθερό πνεύμα, αποφασισμένο να μείνει συνεπής με τον εαυτό του, από το να υιοθετήσει λανθασμένη ιδέα ή, για θέμα που δεν έχει διερευνηθεί με επάρκεια, που είναι ελάχιστα γνωστό, να υποστηρίζει βέβαιη άποψη; Έτσι, σε ότι αφορά τους θεούς, ενώ οι περισσότεροι φιλόσοφοι επιβεβαιώνουν την ύπαρξή τους, θέση λογική και στην οποία μας οδηγεί η φύση, ο Πρωταγόρας την θεωρεί αμφίβολη, ο Διαγόρας ο Μήλιος και ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος την αρνούνται χωρίς επιφύλαξη. Μεταξύ αυτών που αποφαίνονται υπέρ της ύπαρξης τους, υπάρχουν τόσες διαφορετικές και αντίθετες απόψεις που θα ήταν δύσκολη προσπάθεια να τις απαριθμήσουμε. Βρίσκουμε μακρές συζητήσεις για την εξωτερική εμφάνιση των θεών, για τον τόπο της διαμονής τους, για τον τρόπο που ζουν. Για όλα αυτά τα σημεία, οι φιλόσοφοι συζητούν και απέχουν όσο πιο πολύ γίνεται από το να συμφωνήσουν. Αλλά το μεγάλο ζήτημα σ’ αυτή τη συζήτηση είναι να γνωρίζουμε εάν οι θεοί είναι απόλυτα αδρανείς, δεν αναμιγνύονται σε τίποτα, δεν έχουν καμία ανησυχία για τον κόσμο και δεν τον κυβερνούν ή εάν, αντίθετα, είναι οι αρχιτέκτονες και οι ρυθμιστές των πάντων, εάν η θέλησή τους είναι αυτή που τα κινεί και τα διευθύνει. Κανένα θέμα δεν είναι πιο αμφιλεγόμενο και εντούτοις, εκτός εάν φτάσουμε σε μια απόφαση για το θέμα αυτό, οι άνθρωποι θα βρίσκονται κατ’ ανάγκη στη χειρότερη αβεβαιότητα και στην άγνοια των μεγαλύτερων αληθειών.



2.Υπήρχαν, υπάρχουν ακόμα φιλόσοφοι που υποστηρίζουν ότι οι θεοί δεν κοπιάζουν καθόλου για τις ανθρώπινες υποθέσεις. Εάν αυτή η γνώμη είναι η ορθή, τι θα απογίνουν η ευσέβεια, ο φόβος των θεών, η θρησκεία; Έχουμε να εκπληρώσουμε πολλές ιεροτελεστίες απέναντι στους θεούς και η αγνότητα, η ειλικρίνεια της καρδιάς είναι απαραίτητες, εάν είναι αλήθεια ότι οι αθάνατοι μας προσέχουν και εάν, από την πλευρά τους, κάνουν κάτι για το ανθρώπινο γένος.

Εάν, αντίθετα, δεν μπορούν ούτε θέλουν να μας βοηθήσουν, εάν δεν έχουν για μας καμιά ανησυχία και εάν ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε τους είναι αδιάφορος, εάν δεν υπάρχει τίποτα στη ζωή μας που βεβαιώνει την επιρροή τους, γιατί θα ήταν αυτοί αντικείμενο λατρείας από την πλευρά μας, σε τι θα χρησίμευε να τους τιμούμε, να προσευχόμαστε σ’ αυτούς;

Όπως και με τις άλλες αρετές, η ευσέβεια δεν μπορεί να συνίσταται σε μια δήθεν ματαιότητα και, όταν η ευσέβεια χαθεί, ο φόβος των θεών, η θρησκεία χάνονται κατ’ ανάγκη μαζί της, η ζωή μας ανατρέπεται, βασιλεύει η αταξία. Δεν γνωρίζω εάν πράγματι, όταν λείψει η ευσέβεια, θα μπορούσε να υπάρξει η καλή πίστη, εάν δεν θα ακολουθούσε ακόμα και η διάλυση των κοινωνικών δεσμών, εάν η δικαιοσύνη, δηλαδή η ανώτερη από τις αρετές, δεν θα καταλυόταν, ακόμα και αυτή.

Άλλοι φιλόσοφοι, απεναντίας, μεγάλοι και με την πιο υψηλή ποιότητα, πιστεύουν ότι η νόηση και η λογική των θεών κυβερνούν τον κόσμο και ρυθμίζουν το πεπρωμένο, και ότι πάνω απ’ όλα η ανθρώπινη ζωή είναι το αντικείμενο της φροντίδας τους, των πράξεων της πρόνοιάς τους. Σύμφωνα με αυτούς, ο σπόρος που τρέφει και όλα τα προϊόντα της γης, οι μεταβολές της θερμοκρασίας, η κανονική διαδοχή των εποχών, η κίνηση των ουρανίων σωμάτων, που κάνουν ώστε να αναπτύσσονται οι καρποί της γης και να ωριμάζουν, διακηρύσσουν την πρόθεση των αθανάτων θεών να καταστήσουν αυτό τον κόσμο κατοικήσιμο για το ανθρώπινο γένος. Αυτοί οι φιλόσοφοι παρουσιάζουν μεγάλο αριθμό παραδειγμάτων που θα αναφέρω σ’ αυτό μου το έργο τέτοια που μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο κόσμος έγινε αποκλειστικά για να τον χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος.

Εντούτοις, ο Καρνεάδης, προέβαλλε πολλές αντιρρήσεις ενάντια σ’ αυτήν τη δοξασία, και ξύπνησε στη ψυχή αυτών από μας που έχουν το θάρρος να σκεφθούν την ανάγκη για την αναζήτηση της αλήθειας.

Κανένα άλλο θέμα δεν αποτελεί περισσότερο αντικείμενο συζήτησης τόσο για τους αδαείς όσο και για τους σοφούς και, ανάμεσα σε τόσες διαφορετικές και αντικρουόμενες απόψεις, είναι δυνατόν να μην είναι καμία αληθινή, είναι αδύνατο να είναι αληθινές περισσότερες από μία.



3.Θα μπορούσα, καθώς πραγματεύομαι το θέμα αυτό, να καθησυχάσω τις ανησυχίες που εμπνέει η ευμένεια και να μπερδέψω την εχθρότητα των συκοφαντών μου. Θα κάνω να μετανοήσουν αυτοί εδώ για τις επιθέσεις τους, θα δώσω σ’ εκείνους εκεί τη χαρά να διδαχθούν : οφείλουμε πράγματι να διαφωτίσουμε τους φίλους που μας προειδοποιούν αλλά να απαντήσουμε με αυστηρότητα στους εχθρούς μας. Έχουν διαδοθεί, το γνωρίζω, πολλά λόγια για το θέμα των πολυάριθμων έργων πού έχω εκδώσει σε σύντομο χρονικό διάστημα, δεν αγνοώ ότι εκφράστηκαν γι’ αυτά ποικίλες κρίσεις, άλλες μεν να διερωτώνται με έκπληξη από πού μου προέκυψε αυτή η αιφνίδια διάθεση για φιλοσοφία, άλλες δε θέλοντας να μάθουν τι υποστηρίζω ως αληθινό για κάθε θέμα. Υπάρχουν και άλλοι που εξεπλάγησαν επειδή προτιμώ φιλοσοφική θεωρία που, αντί να σκορπίζει το φως σε όλα τα θέματα, τα καλύπτει κατά κάποιο τρόπο στο σκοτάδι : ανέλαβα, σύμφωνα με αυτούς, με τρόπο ανέλπιστο, την υπεράσπιση μιας σχολής που έχει σταματήσει να συγκεντρώνει οπαδούς, που από πολύ καιρό έχει εγκαταλειφθεί.

Εντούτοις δεν είναι μια ξαφνική φωτιά αυτή η διάθεση μου για τη φιλοσοφία: από την πρώτη μου νεότητα ασχολήθηκα με ζήλο και χρησιμοποίησα σ’ αυτήν την σπουδή πολλές από τις δυνάμεις μου. Μάλιστα σε καιρούς που με θεωρούσαν πολύ απομακρυσμένο από αυτήν, είχα επιδοθεί αποκλειστικά σ’ αυτήν περισσότερο από ποτέ. Το πιστοποιούν οι ομιλίες μου που είναι γεμάτες σκέψεις δανεισμένες από φιλοσόφους, το δέσιμό μου με τους πιο σοφούς άνδρες, που πάντοτε μου έκαναν την τιμή να συγκεντρώνονται στην κατοικία μου.

Θα θυμηθώ τους μεγάλους δασκάλους που διαμόρφωσαν την σκέψη μου, τον Διόδοτο, τον Φίλωνα, τον Αντίοχο, τον Ποσειδώνιο. Και εάν είναι αλήθεια ότι όλα τα διδάγματα της φιλοσοφίας ασχολούνται με την συμπεριφορά μας στη ζωή, νομίζω ότι μπορώ να πω ότι, στην δημόσια υπηρεσία μου και στις ιδιωτικές μου υποθέσεις, εμφανίζομαι πάντοτε όπως ακριβώς ορίζει μια ηθική δοξασία που θεμελιώνεται στην λογική.



4.Εάν με ρωτήσουν τώρα γιατί άργησα τόσο πολύ να γράψω γι’ αυτά τα θέματα, μου είναι πολύ εύκολο να απαντήσω. Μαραζωμένος στην αδράνεια, αναγκασμένος να υποχωρώ μπροστά σε μια κατάσταση πραγμάτων που αφήνει σε έναν μόνο άνδρα την φροντίδα της διακυβέρνησης του Κράτους, πίστεψα, γιά το ίδιο το συμφέρον των δημοσίων πραγμάτων, ότι έπρεπε να δώσω στους συμπολίτες μου σαφείς θέσεις για την φιλοσοφία και ότι αφορούσαν τα μέγιστα στην τιμή και στο γόητρο της πόλης μας, και ότι θέματα τόσο ωραία και με τέτοια βαρύτητα έπρεπε να τα πραγματευόμαστε στα λατινικά. Λυπάμαι ελάχιστα που έχω εργασθεί σ’ αυτό το εγχείρημα επειδή, έχω τη γνώμη, ότι έχω ήδη ξεσηκώσει σε περισσότερους την επιθυμία όχι μόνο να διδαχθούν αλλά ακόμη και να γράψουν.

Πολλοί άνθρωποι βυθισμένοι στις δοξασίες που δημιούργησαν οι Έλληνες δεν μπορούσαν να διαδώσουν τις γνώσεις τους στους συμπολίτες τους διότι είχαν το φόβο ότι δεν μπορούσαν να εκφράσουν στα λατινικά τις ιδέες που προέρχονταν από την Ελλάδα. Εντούτοις, όπως νομίζω, έκανα ως προς αυτό τέτοιες προόδους στη γλώσσα μας που οι Έλληνες δεν υπερέχουν πλέον από μας, ακόμα και στο θέμα που αφορά τον πλούτο του λεξιλογίου.

Με παρακίνησαν σ’ αυτό το εγχείρημα η θλίψη που ένοιωθα και τα οδυνηρά και άδικα κτυπήματα που μου έδωσε η μοίρα. Εάν είχα καταφέρει να βρω πιο αποτελεσματική παρηγοριά γι’ αυτά τα κακά, δεν θα γύρευα άσυλο στην φιλοσοφία. Αλλά, για να πάρω από αυτήν το καλύτερο μέρος, δεν μπορούσα να ικανοποιηθώ με το διάβασμα αυτών που έχουν γράψει οι άλλοι, θα έπρεπε να έχω μαζί της τέτοια επαφή, που θα μου επέτρεπε να την αγκαλιάσω στο σύνολό της και το πιο εύκολο μέσο για να την γνωρίσω σε όλα της τα μέρη, που τα παρομοιάζω με τα μέλη ενός σώματος, είναι να ασχοληθώ συγγράφοντας με όλα τα θέματα που περιλαμβάνει η έρευνα της φιλοσοφικής αλήθειας. Αποτελούν, πράγματι, συνέχεια μιας θαυμάσιας αλληλουχίας, συμπλέκονται με τέτοιο τρόπο ώστε τα πάντα μοιάζουν συνδεδεμένα μεταξύ τους και κατάλληλα να σχηματίσουν ένα σύνολο καλά τακτοποιημένο.



5.Γι αυτούς που η μοναδική τους έννοια είναι να μάθουν ποια είναι η άποψη μου για κάθε θέμα, περιμένουν από μένα περισσότερα από αυτά που είναι αναγκαία. Δεν πρέπει να μετράει η αυθεντία σε μια συζήτηση, αλλά πρέπει να πειθόμαστε από τα λογικά επιχειρήματα. Η αυθεντία αυτών που είναι δάσκαλοι, θα έλεγα μάλιστα, ότι βλάπτει τους μαθητές : παύουν να χρησιμοποιούν την δική τους κρίση, παίρνουν για καθιερωμένο αυτό που τους διαβεβαιώνει ο άνθρωπος που γνωρίζει να τους εμπνέει εμπιστοσύνη.

Σίγουρα, ποτέ δεν ενέκρινα τον τρόπο που λένε ότι ήταν ο τρόπος των Πυθαγορείων: όταν τους ρωτούσαν σε ποιό θεμέλιο στήριζαν τους ισχυρισμούς τους, « ο ίδιος ο δάσκαλος το είπε», απαντούσαν. Ο δάσκαλος ήταν ο Πυθαγόρας. Εξ’ αρχής ήταν δεδομένο μεταξύ τους ότι το κύρος αντικαθιστούσε τη λογική. Όσο γι’ αυτούς που τους εκπλήσσει η επιλογή της σχολής στην οποία ανήκω, νομίζω ότι τους έχω απαντήσει ικανοποιητικά στα τέσσερα Ακαδημαϊκά μου Βιβλία.

Δεν είναι αλήθεια ότι η αιτία για την οποία κάνω τον δικηγόρο δεν έχει υποστηριχτές, εγκαταλελειμμένη από όλους. Οι γνώμες των ανθρώπων καθόλου δεν πεθαίνουν μαζί τους, μπορεί να τους λείπει κατάλληλος υπερασπιστής για να τους δώσει λούστρο και αυτό είναι που συμβαίνει σ’ αυτόν τον τρόπο φιλοσοφίας που συνίσταται στο να τα θέτουμε όλα προς συζήτηση χωρίς να αποφασίσουμε ανοικτά για κανένα σημείο. Γεννημένος αυτός ο τρόπος από τον Σωκράτη, ανανεωμένος από τον Αρκεσίλαο, εδραιωμένος από τον Καρνεάδη έχει μείνει ζωντανός μέχρι σήμερα. Γνωρίζω ότι ακόμη και στην Ελλάδα δεν έχει πλέον σχεδόν καθόλου οπαδούς, αλλά αυτό δεν οφείλεται σε σφάλμα συνυφασμένο με την Ακαδημία, προέρχεται από το ότι οι άνθρωποι δεν έχουν πλέον ενεργητικό πνεύμα.

Εάν, πράγματι, είναι ήδη σημαντικό να αντιλαμβανόμαστε καλά μια συγκεκριμένη δοξασία, πόσο πιο δύσκολο είναι να γνωρίζουμε τα πάντα. Και όμως αυτό είναι που πρέπει να κάνουμε όταν μας προτείνουν, για να φτάσουμε στην γνώση της αλήθειας, να ερευνούμε αυτό που μπορεί να λεχθεί υπέρ και κατά όλων των φιλοσόφων. Δεν ισχυρίζομαι ότι έχω φτάσει στο τέλος μιας προσπάθειας τόσο μεγάλης και δύσκολης, τουλάχιστον προσπαθώ γι’ αυτό. Εντούτοις δεν είναι δυνατόν αυτοί που ακολουθούν αυτή τη μέθοδο να μην ακολουθούν καμιά αρχή. Έχω αναπτύξει αλλού αυτό το θέμα, αλλά καθώς υπάρχουν άνθρωποι που είναι ιδιαίτερα δύσκολο να πειστούν με την πρώτη λόγω περιορισμένης ευφυΐας, αξίζει να επανέλθουμε στην προσπάθεια.

Η θέση μας λοιπόν δεν είναι ότι δεν υπάρχει καμία αλήθεια, υποστηρίζουμε ότι σε κάθε αλήθεια το λάθος αναμιγνύεται και της μοιάζει ώστε δεν υπάρχει βέβαιο σημείο που επιτρέπει να το αναγνωρίσουμε. Από αυτό προκύπτει ότι υπάρχουν πολλές γνώμες που αξίζουν να γίνουν αποδεκτές, και, παρ’ ότι τα πράγματα δεν είναι γνωστά με βεβαιότητα, καθώς συνδέονται με μια ιδέα που φαίνεται ξεκάθαρη, μ’ αυτές τις πιθανές γνώμες ο σοφός πρέπει να ρυθμίσει τη ζωή του.



6.Για να ξεφύγω από κάθε επίκριση, θα εκθέσω εξ’ άλλου τις γνώμες των φιλοσόφων για την φύση των θεών. Νομίζω ότι πρέπει να τους συγκεντρώσουμε όλους εδώ και να τους ξαναβάλουμε να αποφασίσουν ποια είναι η αληθινή. Εάν καταλήξουν να συμφωνήσουν ή αν βρεθεί ένας που έχει ανακαλύψει την οριστική αλήθεια, θα συγκατατεθώ να αναγνωρίσω ότι η Ακαδημία επιμένει άδικα. Τότε θα μπορούσα να φωνάξω όπως αυτός ο ήρωας των Συνεφήβων : «Ενώπιον των Θεών απευθύνομαι σε όλο το λαό, σε όλους τους νέους, και τους ζητώ να με πιστέψουν, τους παρακαλώ, τους ικετεύω γονατιστός, τους εκλιπαρώ γι’ αυτό το σκοπό.»

Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που του φαινόταν τόσο πρωτάκουστο; « συμβαίνουν, έλεγε, σ’ αυτή την πόλη πρωτοφανή πράγματα : κάποια που πουλάει έρωτα αρνείται από φιλιά να πάρει χρήματα από τον εραστή της.» Εδώ δεν πρόκειται για κανένα αστείο : καλώ τους φιλοσόφους να διδάξουν ένα τελείως διαφορετικό θέμα : να εξετάσουν τι πρέπει να σκεφτόμαστε για την θρησκεία, για την ευσέβεια, για τον φόβο των θεών, για τις τελετές, για την πίστη, για τον όρκο, για τους ναούς, για τα ιερά, για τις επίσημες θυσίες, ακόμα και για τους οιωνούς στη λήψη των οποίων προεδρεύω.

Όλα αυτά περιλαμβάνονται σ’ αυτή την έρευνα σχετικά με τους αθάνατους θεούς. Το ότι υπάρχει για ένα θέμα με τέτοια σημασία, τόση ασυμφωνία ανάμεσα στους άνδρες τους πιο σοφούς, υπάρχει, θα το δούμε, αυτό που εξαναγκάζει σε αμφιβολία ακόμα και αυτούς που πιστεύουν ότι κατέχουν μια βεβαιότητα.

Έκανα πολύ συχνά αυτή την παρατήρηση, αλλά ποτέ δεν με είχε απορροφήσει τόσο παρά ύστερα από μια πυκνή και σε βάθος συζήτηση για τους αθάνατους θεούς, στο σπίτι του φίλου μου του Κόττα.

Μετά από επείγουσα πρόσκληση φτάνοντας σπίτι του στη γιορτή των Λατίνων, τον βρήκα καθισμένο κάτω από τη στοά του να συζητά με τον Κ. Βελλήϊο τον οποίο οι επικούρειοι θεωρούσαν τότε ως τον μεγαλύτερο τους δάσκαλο. Ήταν παρών επίσης ο Κ. Λουκίλιος Μπάλμπος, τόσο απορροφημένος στη στωική φιλοσοφία, που τον συνέκριναν ως προς αυτό με τους πιο αξιόλογους από τους Έλληνες.



7.Μόλις με είδε ο Κόττα : «Καλά που ήρθες έγκαιρα, μου είπε. Μόλις ξεκίνησε μεγάλη συζήτηση ανάμεσα στον Κ. Βελλήϊο και σε μένα για ένα μεγάλο θέμα, και καθώς επιδίδεσαι με ζήλο στη φιλοσοφία, δεν μπορεί να μην ενδιαφέρεσαι.» - « Σίγουρα, απάντησα, νομίζω πράγματι ότι ήρθα πολύ έγκαιρα. Βλέπω σε σας τους τρεις που είσαστε συγκεντρωμένοι εδώ τους κύριους εκπρόσωπους τριών φιλοσοφιών. Εάν ήταν εδώ ο Πίσων , όλες οι σχολές, όλες αυτές τουλάχιστον που μετράνε, θα είχαν εκπρόσωπο.» Τότε ο Κόττα απάντησε: «Εάν το βιβλίο του φίλου μας του Αντίοχου λέει αλήθεια, είναι το βιβλίο που έστειλε πρόσφατα στον Μπάλμπο, δεν έχεις λόγο να λυπάσαι την απουσία του Πίσωνα. Σύμφωνα με τον Αντίοχο, πράγματι, οι στωικοί συμφωνούν με τους περιπατητικούς στην ουσία των πραγμάτων, διαφέρουν μόνο στην έκφραση. Θα είμαι ευτυχής, Μπάλμπο, να μάθω τη γνώμη σου γι’ αυτό το βιβλίο.»

-« Θα το κάνω, απάντησε ο Βελλήϊος, και όμως δεν είμαι εγώ που θα έχω τον Κικέρωνα σύμμαχο, αλλά εσύ. Έχετε διδαχθεί και οι δύο σας, συνέχισε γελώντας, από τον ίδιο τον Φίλωνα, να μην γνωρίζετε τίποτα.»- Τότε απάντησα: «Να δει ο Κόττα τι μπορέσαμε να διδαχθούμε. Αλλά εάν πιστεύεις ότι είμαι εδώ για να του χρησιμεύσω για βοηθός διαμαρτύρομαι, ήρθα σαν ακροατής και μάλιστα δίκαιος ακροατής, και έχω ελεύθερο πνεύμα, απολύτως τίποτα δεν με υποχρεώνει να υποστηρίξω, θέλοντας και μη, μια συγκεκριμένη γνώμη.»



8.Ο Βελλήϊος τότε, με αυτοπεποίθηση, καλού επικούρειου που δεν φοβάται τίποτα ώστε να φαίνεται ότι έχει αμφιβολία σε οποιοσδήποτε σημείο, μίλησε σαν να έφτασε κατ’ ευθείαν από τη συνάθροιση των θεών στα μετακόσμια του δασκάλου του. « Αυτά που θα ακούσετε, λέει, δεν είναι ονειροπολήσεις του αέρα, κενές εικασίες, δεν είναι θέμα ενός θεού κατασκευαστή και αρχιτέκτονα του κόσμου όπως αυτός του Πλάτωνα στον Τίμαιο, ούτε αυτής της Πρόνοιας των στωικών, που στα λατινικά ονομάζεται Providentia και που μας κάνει να σκεφτόμαστε μια γριά που καυχιέται ότι γνωρίζει το μέλλον. Ούτε θα περιγράψω έναν κόσμο που έχει ψυχή και αισθήσεις, ένα θεό με σφαιρική μορφή που περιστρέφεται, ζωντανή φωτιά, στον εαυτό του, όλα τερατώδεις φαντασίες άξιες των ονειροπόλων, περισσότερο παρά υλικό για ανάπτυξη ιδεών από τους φιλοσόφους.

Πραγματικά με ποια μάτια ο δικός σας ο Πλάτων μπόρεσε να δει επί τόπου, για την οικοδόμηση τέτοιας κατασκευής, αυτόν τον θεό που τον κάνει τον ρυθμιστή του, τον κτίστη του κόσμου; Πως αυτός ο θεός το χειρίστηκε ; Ποια ήταν τα εργαλεία του, ποια είναι τα μεταφορικά μέσα που χρησιμοποίησε, ποιες μηχανές, ποιούς εργάτες είχε στη διάθεσή του για να φέρει σε πέρας τέτοια δουλειά ; Με ποιο τρόπο ανάγκαζε σε υπακοή τον αέρα, τη φωτιά, το νερό, τη γη; Από πού προέρχονται, τα πέντε γεωμετρικά στερεά, που βρίσκονται στη βάση αυτών των στοιχείων και τόσο καλά κατασκευασμένα ώστε να επηρεάσουν την ψυχή και να δημιουργήσουν τις αισθήσεις; Όλα αυτά καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση στο σύστημα του Πλάτωνα και μοιάζουν πολύ περισσότερο αυθαίρετες επινοήσεις παρά ανακαλύψεις με μεθοδικό τρόπο.

Αλλά υπάρχει μια επινόηση που χρειάζεται βραβείο: αφού μας έδειξε την γέννηση του κόσμου, αφού μας τον παρουσίασε, ή σχεδόν, κατασκευασμένο από χέρι εργάτη, ο Πλάτων διακηρύσσει ότι αυτός ο ίδιος κόσμος είναι άφθαρτος. Πιστεύεις ότι θα άγγιζε την επιστήμη της φύσεως, ότι θα είχε μόνο πρόγευση, ο συγγραφέας που σκέπτεται ότι μπορεί να αποδώσει την αθανασία σε ένα όν που δεν έχει υπάρξει για πάντα; ποιός συνδυασμός στοιχείων είναι λοιπόν αδιάλυτος; Ποιο αντικείμενο, αφού έχει αρχή, θα μπορούσε να μην έχει τέλος;

Όσον αφορά την Πρόνοιά σας, Μπάλμπο, ταυτίζεται με τον θεό του Πλάτωνα; Ζητάω λοιπόν, όπως ζητούσα προηγουμένως, να μου πείτε ποιοι ήταν οι εργάτες της, τα μηχανήματά της, να με πληροφορήσετε για την σύλληψη και την εκτέλεση όλου του έργου. Εάν διαφέρει, γιατί, αντίθετα με αυτόν, δημιούργησε ένα φθαρτό κόσμο;



9.Αλλά υπάρχει μια ερώτηση που απευθύνω και στις δυο σχολές : γιατί οι αρχιτέκτονες του κόσμου εμφανίσθηκαν απότομα μετά από ύπνο που καλύπτει αμέτρητους αιώνες; Μην πείτε ότι, εφ’ όσον δεν υπήρχε κόσμος, δεν υπήρχαν ούτε αιώνες. Αυτούς για τους οποίους μιλώ δεν είναι αυτοί που σχηματίζουν τα έτη που αποτελούνται τα ίδια από σταθερό αριθμό ημερών που τις διαδέχονται οι νύχτες : αυτοί εκεί, αναγνωρίζω ότι δεν γίνονται αντιληπτοί χωρίς ένα κόσμο που διαγράφει κανονικό κύκλο.

Αλλά υπήρχε από απροσδιόριστο χρόνο μια αιωνιότητα που δεν μετρούσε διαστήματα ορισμένου χρόνου. Αυτό που ήταν αυτή η αιωνιότητα, μπορούμε όμως να την παραστήσουμε κατ’ αναλογία με το χώρο, επειδή δεν μπορούμε να φανταστούμε καθόλου ότι ένα χρονικό διάστημα θα μπορούσε να υπάρχει χωρίς κάποιο άλλο να έχει προηγηθεί. Ερωτώ λοιπόν, Μπάλμπο, γιατί η Πρόνοιά σας έμεινε ανενεργή σ’ αυτή την αιωνιότητα;

Ο κόπος δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί για ένα θεό στη βούληση του οποίου υπακούουν ο ουρανός, τα διάπυρα σώματα, οι ήπειροι και οι θάλασσες. Τι ήταν αυτό που μπόρεσε να εμπνεύσει στο θεό αυτό την επιθυμία να διακοσμήσει και να φωτίσει τον κόσμο όπως θα έκανε ένας αγορανόμος ; Για να έχει ο ίδιος ωραιότερη κατοικία; Είχε ζήσει συνεπώς για άπειρο χρόνο στο σκοτάδι, σε ένα είδος σκοτεινής καλύβας; Θα πούμε ότι έκτοτε η ποικιλία των αντικειμένων που βλέπουμε να στολίζουν τον ουρανό και τη γη του προκαλούν ευχαρίστηση; Ποια ευχαρίστηση μπορεί να λάβει ένας θεός από αυτό το θέαμα; Εάν πραγματικά τον ευχαριστούσε, δεν θα μπορούσε να το στερηθεί για τόσο πολύ χρόνο. Διευθέτησε έτσι τα πράγματα, όπως λέτε σχεδόν πάντα, λόγω των ανθρώπων; Ποιών ανθρώπων; Των σοφών; Θα ανελάμβανε ένα τόσο μεγάλο έργο, για ένα τόσο μικρό αριθμό ανθρώπων. Των άμυαλων; Αλλά κατ’ αρχήν δεν αντιλαμβανόμαστε γιατί θα ήθελε να κάνει αυτό το έργο για τους ανέντιμους και επιπλέον τι αποτέλεσμα πέτυχε; Όλοι οι άμυαλοι δεν είναι πολύ άθλιοι και ακριβώς επειδή είναι άμυαλοι; Ποια αθλιότητα μπορούμε να θεωρήσουμε μεγαλύτερη από τη δική τους; Και πρέπει να προσθέσουμε ότι η ζωή είναι πλούσια σε δυσάρεστες καταστάσεις και ότι, εάν οι σοφοί μπορούν να καταπραΰνουν και να εξισορροπήσουν το κακό με το καλό, οι άμυαλοι είναι το ίδιο ανίκανοι να αποφύγουν τους μελλοντικούς πόνους και να αντέξουν αυτούς του παρόντος.



10.Αυτοί που, στις ομιλίες τους, προίκισαν τον κόσμο με ψυχή που έχει λογική, αγνοούν πλήρως σε ποια μορφή ζωντανού όντος μπορούμε να συναντήσουμε την ενεργή σκέψη, θα επανέλθω σ’ αυτό λίγο αργότερα. Προς το παρόν θα περιορισθώ να πω την κατάπληξη που μου προξενεί η χοντροκοπιά του πνεύματος αυτών των ανθρώπων : θέλουν ένα ζωντανό όν να είναι άφθαρτο, να απολαμβάνει την τέλεια ευτυχία και συγχρόνως να λαμβάνει τη μορφή σφαίρας διότι, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, είναι η πιο ωραία.

Και εάν, για μένα το σχήμα του κυλίνδρου, του τετραγώνου, του κώνου, της πυραμίδας έχει μεγαλύτερη ομορφιά; Εξάλλου ποια μορφή ζωής δίνετε στο σφαιρικό θεό σας; Θέλετε να κινείται με ταχύτητα που όμοιά της δεν μπορούμε να φανταστούμε. Δεν αντιλαμβάνομαι, που θα μπορούσε, μια ψυχή σταθερή και που απολαμβάνει τέλεια ευτυχία, να βρει θέση σε ένα κόσμο που έχει αφεθεί έτσι στο σύμπαν. Εάν, σε ένα μέρος, ακόμα και το πιο μικρό στο σώμα μας, το δάγκωμα του κρύου ή αυτό της φωτιάς θα γινόταν αισθητό, θα ήταν επώδυνο για μας, γιατί να μην ήταν επώδυνο για έναν θεό;

Και όμως η γη, επειδή είναι μέρος του κόσμου, είναι μέρος του θεού και πολύ μεγάλες περιοχές ξηράς είναι, το βλέπουμε, ακατοίκητες και ακαλλιέργητες, άλλες επειδή ο ήλιος είναι πολύ δυνατός και τις καίει, άλλες διότι, πολύ μακριά από τον ήλιο, είναι καλυμμένες με χιόνια και παραδομένες στο κρύο. Θα πρέπει λοιπόν να πούμε, επειδή ανήκουν στο κόσμο, ότι ο θεός υποφέρει σε ένα μέρος του σώματος του από υπερβολική ζέστη, παγώνει σε ένα άλλο μέρος. Αυτές είναι σε γενικές γραμμές, Λουκίλιε, οι γνώμες που κυκλοφορούν στην σχολή σου, όσο για τις άλλες θα τις αναφέρω αρχίζοντας πρώτα κατά χρονολογική σειρά από τους αρχαίους φιλοσόφους.

Ο Θαλής ο Μιλήσιος, που άνοιξε την παρέλαση των ερευνών γι’ αυτή τη φύση, έκανε το νερό την αρχή όλων των πραγμάτων, ο θεός του ήταν η νόηση που από αυτό το στοιχείο τα κατασκευάζει. Εάν παραδεχθούμε την ύπαρξη των θεών που δεν έχουν ούτε ψυχή, ούτε συναίσθημα προς τι να προσθέσουμε στο νερό πνεύμα και αν το πνεύμα μπορεί να υπάρξει μόνο του όταν απουσιάζει κάθε σώμα, γιατί πρέπει να του προσθέσουμε το νερό;

Η γνώμη του Αναξίμανδρου είναι ότι οι θεοί γεννιόνται, ότι έρχονται στον κόσμο σε μεγάλα χρονικά διαστήματα, ότι κατόπιν πεθαίνουν και ότι υπάρχουν αμέτρητοι κόσμοι. Αλλά πως αντιλαμβανόμαστε ένα θεό που δεν είναι αθάνατος; Μετά από αυτόν ο Αναξιμένης αποφάσισε ότι ο αέρας είναι Θεός, ότι έχει δημιουργηθεί, ότι είναι αναρίθμητος και χωρίς όριο, πάντα σε κίνηση, έτσι, στερημένος από κάθε μορφή, ο αέρας πως θα μπορούσε να είναι θεός, υπόθεση τόσο λιγότερο αποδεχτή καθόσον ένας θεός πρέπει να έχει πολύ ωραία μορφή και επειδή, κάθε πράγμα που έχει γεννηθεί, πρέπει να πούμε ότι είναι θνητό.



11.Ο Αναξαγόρας, που ήταν μαθητής του Αναξιμένη, υποστήριξε πρώτος ότι μια νόηση, με την άπειρη δύναμη της και τη λογική της, είχε διατάξει με μια συγκεκριμένη τάξη όλα τα μέρη του σύμπαντος και το έκανε έτσι όπως είναι. Αυτός ο φιλόσοφος δεν είχε αντιληφθεί ότι δεν μπορούσε να έχει σε ένα άπειρο ον κίνηση του συνόλου ούτε αίσθηση, δεν έχει αντιληφθεί ότι, κατά γενικό τρόπο, η αίσθηση δεν είναι δυνατή παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι το όν που αισθάνεται υφίσταται την επίδραση μιας αίσθησης. Να προσθέσουμε ότι εάν αυτή η νόηση για την οποία μιλάει ο Αναξαγόρας είναι, κατά κάποιο τρόπο, όπως το ισχυρίζεται, ζωντανό όν, πρέπει να υπάρχει σ’ αυτό το όν μια εσωτερική αρχή που να δικαιολογεί τη χρήση του όρου ζωντανό; Αλλά τι υπάρχει πιο εσωτερικό από το πνεύμα; Θα πρέπει λοιπόν η νόηση αυτή να ενδυθεί ένα εξωτερικό σώμα. Αυτό δεν ταιριάζει καθόλου στον Αναξαγόρα, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ένα καθαρό πνεύμα χωρίς την προσθήκη οποιουδήποτε οργάνου που να του επιτρέπει να δέχεται ερεθίσματα, είναι μια αντίληψη που ξεπερνάει την δύναμη της νόησης μας και την γνώση για την οποία είναι ικανή.

Ο Αλκμαίων από τον Κρότωνα αποδίδει θεϊκό χαρακτήρα στον ήλιο, στη σελήνη και στα άλλα αστέρια καθώς και στην ψυχή δεν αντιλαμβάνεται ότι έτσι αποδίδει αθανασία σε θνητά όντα.

Ο Πυθαγόρας πίστευε ότι μέσα στη φύση περιλαμβανόταν μια ψυχή και κυκλοφορούσε σ’ αυτήν, ότι οι δικές μας οι ψυχές ήταν αποσπασμένα κομμάτια της. Δεν είχε αντιληφθεί λοιπόν ότι με αυτό τον τρόπο ο θεός είναι σχισμένος, κομματιασμένος, όταν οι ψυχές των ανθρώπους χωρίζονται από αυτόν. Και, όταν είναι δυστυχισμένες, που συμβαίνει για τις περισσότερες, πρέπει συνεπώς ένα μέρος του θεού να είναι βορά στη δυστυχία.

Γιατί, από την άλλη μεριά, η ανθρώπινη ψυχή θα αγνοούσε ποια ήταν, εάν ήταν θεός; Πως τελικά ο θεός του Πυθαγόρα, εάν δεν ήταν παρά ψυχή, μπόρεσε να φυτρώσει ή να διαδοθεί στη φύση;

Ο Ξενοφάνης, στη συνέχεια, θέλει σε όλα τα πράγματα, δηλαδή σε ένα άπειρο όν, να προσθέσει επιπλέον ένα πνεύμα και να κάνει από όλα ένα θεό. Κάνει στο θέμα του πνεύματος το ίδιο λάθος με τους άλλους, αλλά, σε ότι αφορά το άπειρο, κάνει σοβαρότερο λάθος επειδή δεν μπορεί να υπάρξει αίσθηση σε ένα άπειρο ον και τίποτα δεν μπορεί να έλθει να ενωθεί μ’ αυτό.

Ο Παρμενίδης φαντάζεται δεν ξέρω τι που μοιάζει με στεφάνι (το ονομάζει στεφάνι) : ένας φωτεινός κύκλος που ζώνει τον ουρανό, να ο θεός του. Δεν μπορούμε να υποθέσουμε σ’ αυτό τον κύκλο μια θεία μορφή ούτε καμία αίσθηση. Υπάρχουν πολλές τερατώδεις φαντασίες σ’ αυτόν το φιλόσοφο: δίνει θεϊκό χαρακτήρα στον πόλεμο, στην αταξία, στην αχαλίνωτη επιθυμία και σε πολλές άλλες θεομηνίες που καταλύουν την αρρώστια, τον ύπνο, την λησμονιά, τον χρόνο. Βρίσκει επίσης κάτι θεϊκό στα άστρα. Δεν θα επαναλάβω τις αντιρρήσεις που προέβαλα εναντίον κάποιου άλλου γι’ αυτό το θέμα.



12. Ο Εμπεδοκλής, που έχει πολλές λανθασμένες ιδέες, επιδεικνύει ιδιαίτερα αξιοθρήνητη αδυναμία όταν εκφράζει τις απόψεις του για τους θεούς. Παραδέχεται πράγματι την ύπαρξη τεσσάρων βασικών φύσεων ή αρχών από τις οποίες σχηματίζονται όλα τα πράγματα και κάνει από αυτά θεούς. Εντούτοις είναι φανερό ότι αυτά τα στοιχεία γεννιούνται και πεθαίνουν και στερούνται από κάθε αίσθηση.

Ο Πρωταγόρας φαίνεται να μην έχει την παραμικρή υποψία για την φύση των θεών, επειδή διακηρύσσει ότι είναι ανίκανος να πει οτιδήποτε γι’ αυτούς που να αξίζει, να αποφασίσει εάν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν ή τι πράγμα είναι αυτοί.

Να μιλήσουμε για τον Δημόκριτο; Περιλαμβάνει στον αριθμό των θεών τα είδωλα, που πιστεύει ότι περιπλανώνται θεϊκά στο χώρο, και επίσης τα όντα που διασπείρουν ή εκπέμπουν τα είδωλα αυτά και, επί πλέον, την ανθρώπινη γνώση και νόηση. Δεν πέφτει μ’ αυτά στο πιο μεγάλο λάθος; Στη συνέχεια αρνείται ότι θα μπορούσε να έχει τίποτα το άφθαρτο, επειδή κανένα πράγμα δεν παραμένει στην ίδια κατάσταση. Δεν καταργεί έτσι την θεότητα με ριζικό τρόπο, ενάντια σε όλες τις ιδέες που μπορούν να υπάρξουν γι’ αυτήν;

Και επί πλέον; Ο αέρας είναι ο θεός που αναγνωρίζει ο Διογένης ο Απολλωνιάτης. Τι γνώμη μπορεί να έχει και ποια μορφή που να αρμόζει σε έναν θεό; Θα χρειαζόταν μεγάλη συζήτηση εάν θέλαμε να δείξουμε πόσες διακυμάνσεις υπάρχουν στον Πλάτωνα. Στον Τίμαιο, διακηρύσσει ότι δεν μπορούμε να ορίσουμε με κανένα όνομα τον πατέρα αυτού του κόσμου και, στα βιβλία που πραγματεύεται τους Νόμους, έχει την άποψη ότι δεν πρέπει να ψάχνουμε να μάθουμε τι είναι Θεός. Όταν ισχυρίζεται ότι ο Θεός είναι χωρίς σώμα, ἀσώματος όπως λένε οι Έλληνες, είναι αδύνατο να αντιληφθούμε τι θέλει να πει.

Κατ’ ανάγκη ένα όν χωρίς σώμα δεν θα μπορούσε να έχει ούτε αίσθηση ούτε πνεύμα συμπεριφοράς, δεν θα μπορούσε να δοκιμάσει ηδονή και όμως όλα αυτά περιλαμβάνονται στην ιδέα που έχουμε για τους θεούς.

Ο ίδιος ο Πλάτων βεβαιώνει επίσης στον Τίμαιο και στους Νόμους ότι ο κόσμος είναι θεός και λέει το ίδιο για τον ουρανό, τα άστρα, τη γη, τις ψυχές και για τις θεότητες που εγκατάστησαν οι πρόγονοί μας. Βλέπουμε εύκολα ότι αυτές οι γνώμες, ψεύτικες από μόνες τους, είναι επιπλέον βίαια αντιφατικές.

Ο Ξενοφών, λιγότερο άφθονος σε λόγια, πέφτει περίπου στα ίδια λάθη. Στα Απομνημονεύματά του, μας δείχνει τον Σωκράτη να δηλώνει, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης, ότι δεν πρέπει να επιδιώκουμε να μάθουμε ποια είναι η μορφή του Θεού. Κάνει επίσης θεούς τον ήλιο και την ψυχή, πότε αναφέρεται σε μοναδικό Θεό, πότε σε πλειάδα θεών. Είναι σχεδόν τα ίδια λάθη που παρατήρησα στον Πλάτωνα.



13.Ο Αντισθένης, στο βιβλίο που του έδωσε τον τίτλο Φυσική, αντιτάσσοντας στους πολυάριθμους θεούς που αναγνωρίζουν τα έθνη ένα μοναδικό Θεό, αφαιρεί από την έννοια της θεότητας τη δύναμη και το περιεχόμενο της. Ο Σπεύσιππος δεν προσπαθεί καθόλου λιγότερο να καταστρέψει στις ψυχές την γνώση των θεών, αυτός που, στη συνέχεια του θείου του Πλάτωνα, μιλά για μια συγκεκριμένη δύναμη που κυβερνά όλα τα πράγματα και την κάνει ζωντανό όν.

Επίσης ο Αριστοτέλης, στο τρίτο του βιβλίο της Φιλοσοφίας, συγχέει πάρα πολλά πράγματα, δεν διαφέρει σ’ αυτό από το δάσκαλο του τον Πλάτωνα. Άλλοτε θεωρεί ότι η νόηση συγκεντρώνει στον εαυτό της όλα αυτά που μπορεί να έχει το θείο, άλλοτε λέει ότι ο ίδιος ο κόσμος είναι ένας θεός, αλλού τον υπάγει σε ένα ξεχωριστό ον που λειτουργεί για να κανονίζει και να διατηρεί την κίνηση του κόσμου με ένα είδος οπισθοδρομικής κίνησης, μετά θα πει ότι ο ουράνιος αιθέρας είναι θεός, σαν να αγνοούσε ότι ο ουρανός είναι μέρος του κόσμου αυτού στον οποίο έχει ήδη απονείμει αυτή την ιδιότητα.

Πως άλλωστε, σε τόσο ταχεία κίνηση, ο ουρανός θα μπορούσε να διατηρήσει το βασικό αίσθημα της θεότητας; Και, αν ο ίδιος ο ουρανός είναι θεός, ποια κατοικία θα αποδώσουμε σε τόσους άλλους θεούς; Όταν ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται ότι ένας θεός δεν έχει καθόλου σώμα, του αφαιρεί την αίσθηση και επίσης τη νόηση. Εξάλλου πως θα μπορούσε να κινείται εάν δεν έχει σώμα και πως, εάν βρίσκεται σε αέναη κίνηση, θα μπορούσε να είναι ήρεμος και ευτυχισμένος;

Ο Ξενοκράτης, μαθητής του ίδιου δασκάλου, δεν είναι περισσότερο λογικός από αυτόν στο θέμα αυτό. Στα βιβλία του για τη φύση των θεών, δεν περιγράφει καμία θεϊκή μορφή, λέει, αντίθετα, ότι υπάρχουν οκτώ θεοί: οι πλανήτες κάνουν πέντε, όλα τα σταθερά άστρα κάνουν μόνο έναν, είναι τα διασκορπισμένα μέλη ενός μοναδικού όντος, ο ήλιος πρέπει να θεωρείται ως ο έβδομος, η σελήνη ως η όγδοη θεότητα. Κατά ποια έννοια οι θεοί αυτοί μπορούν να είναι ευτυχισμένοι, δεν μπορώ να το αντιληφθώ.

Ο Ηρακλείδης από τον Πόντο, από την ίδια πλατωνική σχολή, έγραψε βιβλία γεμάτα με παιδαριώδεις ιστορίες : άλλοτε είναι ο κόσμος που είναι θεϊκός, άλλοτε είναι το πνεύμα. Αποδίδει επίσης θεϊκό χαρακτήρα στους πλανήτες, αφαιρεί από τον θεό του την αίσθηση και θέλει να είναι η μορφή του μεταβαλλόμενη. Τελικά, πάντα στο ίδιο έργο, κατατάσσει στον αριθμό των θεών τον ουρανό και τη γη.

Ο Θεόφραστος δείχνει εξίσου ανυπόφορη ασυνέπεια. Άλλοτε αποδίδει στην νόηση την πρώτη σειρά ανάμεσα στα θεϊκά όντα, άλλοτε ο ουρανός είναι η υπέρτατη θεότητα, κατόπιν οι ζωδιακοί αστερισμοί και τα άστρα.

Ο μαθητής του ο Στράτων, αυτός που ονομάζουν φυσικό, δεν αξίζει να τον ακούσουμε. Πιστεύει ότι υπάρχει στη φύση μια θεϊκή δύναμη και πρέπει να δούμε σ’ αυτήν την αιτία των γενεών, της αύξησης και της μείωσης αλλά δεν υπάρχει σ’ αυτήν ούτε αίσθηση ούτε μορφή.



14. Σε ότι αφορά τον Ζήνωνα –έρχομαι τώρα στους στωικούς σου, Μπάλμπο – αποδίδει στον φυσικό νόμο θεϊκό χαρακτήρα, κατέχει, σύμφωνα με αυτόν, τη δύναμη που κατευθύνει τις ορθές και απαγορευμένες πράξεις αυτές που είναι αντίθετες προς την ορθότητα. Πως μπορεί να κάνει αυτό το νόμο ζωντανό ον, είναι κάτι που δεν το αντιλαμβάνομαι, και εντούτοις πρέπει ένας θεός να είναι ζωντανός για να ικανοποιηθούμε. Αλλού θέλει τον αιθέρα να είναι θεός : μπορούμε να αντιληφθούμε θεό στερημένο από αίσθηση, που ποτέ δεν μας προσφέρεται στις προσευχές μας, στις επιθυμίες μας, στις ευχές μας. Σε άλλα έργα, ο Ζήνων θεωρεί ότι ένα συγκεκριμένο λογικό στο οποίο συμμετέχει όλη η φύση έχει θεϊκό χαρακτήρα. Απλώνει αυτόν τον χαρακτήρα στα άστρα, στα έτη, στους μήνες, στις εποχές.

Όταν ερμηνεύει την θεογονία του Ησίοδου, υπονομεύει όλες τις διαδεδομένες και κοινά αποδεκτές έννοιες που αφορούν τους θεούς, επειδή δεν περιλαμβάνει μεταξύ τους ούτε τον Δία, ούτε την Ήρα, ούτε την Εστία, ούτε οποιοδήποτε άλλο όν το οποίο θα είχε δικό του όνομα : σε άψυχα και άφωνα πράγματα, σύμφωνα με αυτόν, δίνουμε αυτά τα ονόματα που η έννοιά τους είναι συμβολική.

Ο Αρίστων, μαθητής του Ζήνωνα, δεν χάνεται λιγότερο όταν υποστηρίζει ότι δεν αντιλαμβανόμαστε ποια μπορεί να είναι η μορφή του θεού, διακηρύσσει ότι οι θεοί δεν αισθάνονται και αναρωτιέται εάν ένας θεός είναι ή δεν είναι ζωντανό ον. Ο Κλεάνθης, μαθητής επίσης του Ζήνωνα, λέει άλλοτε ότι ο κόσμος ο ίδιος είναι Θεός, και άλλοτε δίνει αυτό το όνομα στη νόηση και στην ψυχή με την οποία την προικίζει η φύση, ή ακόμα το υπέρτατο πυρ, που κείται ψηλότερα από τα πάντα, που γυρίζει γύρο από τον κόσμο, καλύπτει, ζώνει, αγκαλιάζει όλα τα πράγματα και που το ονομάζει αιθέρα είναι, σύμφωνα με αυτόν, ο κατ’ εξοχήν θεός. Αυτός ο ίδιος φιλόσοφος, σαν να βρίσκεται σε παραλήρημα, στα βιβλία που έχει γράψει κατά της ηδονής, φαντάζεται κάποτε μια μορφή, μια εξωτερική εμφάνιση που την δανείζει στους θεούς, κάποτε αποδίδει την θεότητα στα άστρα, κάποτε επίσης κρίνει ότι η λογική είναι αυτό που είναι το πιο θεϊκό.

Συμπερασματικά, ένας θεός όπως αυτός που το πνεύμα μας γνωρίζει και που η έννοια του αποθηκεύεται στην ψυχή σαν εικόνα αποτυπωμένη σε αυτήν δεν εμφανίζεται πουθενά.



15. Ο Περσέας, ακόμα ένας φιλόσοφος μαθητής του Ζήνωνα, λέει ότι έχουμε θεωρήσει θεούς τους ανθρώπους που οι εφευρέσεις τους έκαναν τη ζωή ευκολότερη, και στα πράγματα ακόμα που είναι χρήσιμα ή ευεργετικά αποδίδονται ονόματα θεοτήτων. Δεν λέει ότι τα οφείλουμε σε θεούς που είναι οι δημιουργοί τους, είναι τα πράγματα που είναι θεϊκά από μόνα τους. Τι ποιο παράλογο από το να αποδίδουμε θεϊκές τιμές σε τιποτένια και άσχημα πράγματα ή να προσμετράμε στους θεούς ανθρώπους που έχουν πεθάνει: η λατρεία των θεών θα γινόταν έτσι επικήδεια τελετή;

Να τώρα ο Χρύσιππος που θεωρείται ο πλέον ευφυής ερμηνευτής των στωικών ονειροπολήσεων: συναθροίζει μεγάλη στρατιά αγνώστων θεών, τόσο αγνώστων που δεν μπορούμε ούτε να τους παραστήσουμε με εικασία παρά την ικανότητα που έχει το πνεύμα μας να σχηματίζει κάθε είδους εικόνες. Λέει ότι δύναμη θεϊκή περιέχεται στο λογικό, στην ψυχή και στη νόηση όλης της φύσης, λέει επίσης ότι αυτός ο ίδιος ο κόσμος είναι θεός που η ψυχή του γυρίζει παντού και άλλοτε ότι ο θεός του είναι το ηγεμονικό μέρος αυτής της ψυχής, αυτής που συνίσταται από νόηση και λογικό, από όπου ενεργεί όλη η φύση και που κάνει να επιβιώνουν τα πάντα, άλλοτε είναι κάποια ειμαρμένη που απλώνει το βασίλειο της στα πράγματα και αλυσοδένει το μέλλον. Είναι επίσης το πυρ και αυτός ο αιθέρας που σας μίλησα πρωτύτερα, είναι τα στοιχεία των οποίων είναι η πηγή και που πηγάζουν φυσικά από αυτό : το νερό, η γη και ο αέρας, είναι ο ήλιος, η σελήνη τα άστρα και, γενικά, το σύνολο των όντων που υπάρχουν, τέλος είναι οι άνθρωποι που έχουν αποκτήσει την αθανασία.

Ο Χρύσιππος προσπαθεί να αποδείξει ότι ο θεός που ονομάζουμε Δία είναι ο αιθέρας, ότι ο Ποσειδώνας είναι ο αέρας που φυσά πάνω από τις θάλασσες, ότι η Κέρες ( η Δήμητρα) είναι η γη και χρησιμοποιεί σταθερά την ίδια μέθοδο για τους άλλους θεούς.

Λέει επίσης ότι ο Δίας είναι η δύναμη με την οποία επιβάλλεται ο αναλλοίωτος νόμος, ο αιώνιος, που ρυθμίζει τη ζωή, αναθέτοντας στον καθένα την υπηρεσία του και την κάνει ανελαστική αναγκαιότητα απ’ όπου η συνέπεια αυτή ότι υπάρχει μια αλήθεια πάντοτε παρούσα για τα μελλούμενα, δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσαμε να το πούμε θεϊκό σε όλες αυτές τις αρμοδιότητες. Όλα αυτά βρίσκονται στο πρώτο βιβλίο του Χρύσιππου για τη φύση των θεών, στο δεύτερο ισχυρίζεται ότι προσαρμόζει τα μυθώδη ρητά του Ορφέα, το Ησίοδου, του Όμηρου με τρόπο που οι πιο αρχαίοι ποιητές, που δεν είχαν ποτέ την παραμικρή υποψία των θεωριών αυτών, να έχουν μεταβληθεί σε στωικούς.

Ο Διογένης από την Βαβυλώνα, ακολουθώντας αυτό το παράδειγμα, θέλησε, στο βιβλίο που του έδωσε τον τίτλο Μινέρβα, να την ξεγυμνώσει από τον μυθικό χαρακτήρα της και να ερμηνεύσει επιστημονικά τη δημιουργία αυτής της θεάς από τον Δία και τη γέννηση αυτής της παρθένας.



16. Μόλις έχω εκθέσει αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε όχι φιλοσοφικές γνώμες αλλά παράφορες φαντασιώσεις : τα λόγια των ποιητών , που η γλυκύτητα των φωνών που τα διαδίδουν τα κάνει πιο επικίνδυνα, δεν είναι πολύ πιο παράλογα : μας έχουν δείξει θεούς πυρπολημένους με οργή και παρασυρμένους από ξέφρενο πάθος, μας έκαναν μάρτυρες των πολέμων τους, των μαχών στις οποίες εμπλέκονται, στους αγώνες που υποστηρίζουν, των τραυματισμών που δέχονται, μας έχουν πει για τα μίση τους, τις διαφωνίες τους και τους τσακωμούς τους, τη γέννησή τους, το θάνατό τους, τους θρήνους τους, την καταστροφή της φιληδονίας τους, τις μοιχείες τους, τις αιχμαλωσίες τους, τις φιλήδονες δοσοληψίες τους με το ανθρώπινο είδος, τους θνητούς που τεκνοποιεί ένας αθάνατος.

Στα λάθη των ποιητών μπορούμε να προσθέσουμε τα θαύματα που διηγούνται οι μάγοι, τις ανοησίες των Αιγυπτίων στην ίδια τάξη ιδεών και τέλος τις γνώμες του λαού που διακρίνονται για την ασυνέπεια τους και την απομάκρυνση τους από την αλήθεια. Όταν σκεφτόμαστε τις πεποιθήσεις αυτές που γίνονται αποδεκτές με τόση ελαφρότητα, αυτές τις μωρολογίες, θα έπρεπε να προσκυνάμε τον Επίκουρο και να τον τοποθετήσουμε τον ίδιο στο πλήθος των θεϊκών αυτών πλασμάτων για τα οποία μιλάμε.

Μόνος, πράγματι, βεβαιώνει πρώτα από όλα ότι υπάρχουν θεοί διότι η φύση έχει αποτυπώσει την έννοια σε όλες τις ψυχές. Ποία είναι η έννοια σε όλο το ανθρώπινο γένος, ποια είναι η φυλή που, χωρίς να έχει λάβει καμιά διδασκαλία, δεν έχει, εκ των προτέρων, συγκεκριμένη ιδέα για τους θεούς;

Είναι αυτό που ο Επίκουρος ονομάζει πρόληψη, δηλαδή η παράσταση αντικειμένου που έχει αποκτηθεί εκ των προτέρων διαμέσου των αισθήσεων, παράσταση χωρίς την οποία δεν θα μπορούσαμε να το αντιληφθούμε, ούτε να επιχειρήσουμε οποιαδήποτε έρευνα που το αφορά ούτε να φιλονικήσουμε. Έχουμε μάθει την σπουδαιότητα και την χρησιμότητα της αρχής αυτής στο βιβλίο Περί κριτηρίου ή Κανών , που θα νόμιζε κανείς ότι έπεσε από τον ουρανό, που έγραψε ο Επίκουρος για το κριτήριο και τον κανόνα της αλήθειας.



17. Βλέπετε τώρα ότι έχει τεθεί πολύ καθαρά η αρχή από την οποία όλη μας η έρευνα πρέπει να εμπνέεται. Επειδή, πράγματι, αυτός ο τρόπος αντίληψης δεν έχει καθιερωθεί εξ’ αιτίας εκπαίδευσης, εθίμων, σύμβασης, και πρόκειται για μια πίστη σταθερή και ομόφωνη, δεν μπορούμε να μην συμφωνήσουμε ότι οι θεοί υπάρχουν εφ’ όσον έχουμε γι’ αυτούς έννοια αποτυπωμένη σε μας ή ακριβέστερα έμφυτη γνώση : μια κρίση, στην οποία προσχωρούν όλοι διότι έτσι είναι φτιαγμένοι, είναι κατ’ ανάγκη αληθινή.

Πρέπει λοιπόν να παραδεχθούμε ότι υπάρχουν θεοί. Υπάρχει ένα δεύτερο σημείο στο οποίο όλοι σχεδόν, φιλόσοφοι και αδαείς, συμφωνούν: σύμφωνα με αυτό που ονόμασα αντίληψη, θα μπορούσαμε να πούμε επίσης εκ των προτέρων αντίληψη (σε νέες ιδέες πρέπει να χρησιμοποιούμε νέους όρους, όπως το έκανε ο Επίκουρος που χρησιμοποίησε τη λέξη πρόληψις που κανείς δεν τόλμησε να χρησιμοποιήσει πριν από αυτόν), έχουμε αυτή την πεποίθηση ότι οι θεοί είναι αθάνατοι και απολαμβάνουν την τέλεια ευτυχία. Αυτή η ίδια η φύση που έβαλε μέσα μας την παράσταση των θεών έχει χαράξει στο πνεύμα μας την ιδέα της αθανασίας τους και αυτήν της μακαριότητάς τους.

Επειδή έτσι έχουν τα πράγματα, πρέπει να κρατήσουμε ως αληθινή την πρόταση αυτή που διατύπωσε ο Επίκουρος : «ένα όν αιώνιο και μακάριο δεν ασχολείται αυτό το ίδιο με καμιά υπόθεση και δεν απαιτεί από κανένα να του δώσει οποιαδήποτε ενόχληση, κανείς δεν μπορεί να προκαλέσει την οργή του ούτε να κερδίσει την εύνοιά του, καθόσον τέτοιου είδους συμπεριφορές είναι σημεία αδυναμίας.» Θα είχα πει αρκετά γι’ αυτό το θέμα, εάν έπρεπε να μας απασχολήσει εδώ μόνο η ευσεβής λατρεία προς τους θεούς και η απελευθέρωση από την δεισιδαιμονία: πράγματι η υπεροχή των θεών, που είναι όντα αιώνια και που απολαμβάνουν απόλυτη ευτυχία, ζητά τιμές, η ίδια η τελειότητα ενός πράγματος που το καθιστά άξιο λατρείας και κάθε φόβος που θα μπορούσε να εμπνεύσει η οργή των θεών ή η δύναμή τους που είναι αρκετά απόμακρος. Πρέπει πράγματι να γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει κανένας θυμός να φοβόμαστε, καμία εύνοια να ελπίζουμε από όντα που, εξ’ ορισμού, είναι αθάνατα και μακάρια, δεν μπορούν λοιπόν να είναι απειλητικά για μας.

Αλλά για να ενισχύσουμε περισσότερο αυτή τη πίστη, νοιώθουμε την ανάγκη να γνωρίζουμε ποια είναι η μορφή των θεών, ποια είναι η ζωή τους, με τι ασχολείται το πνεύμα τους, ποιες είναι οι δραστηριότητες τους.



18. Γι’ αυτό που είναι η μορφή τους, η φύση από τη μια μεριά μας κατευθύνει να σχηματίσουμε συγκεκριμένη ιδέα και η λογική μας οδηγεί σ’ αυτήν από την πλευρά της. Για όλους εμάς, για τους ανθρώπους όλων των εθνών, καμία μορφή εκτός από την ανθρώπινη δεν ταιριάζει. Ποια άλλη μας προσφέρεται τόσο στον ύπνο μας όσο και στον ξύπνιο μας; Αλλά για να μην επανέρχομαι συνέχεια στα πρώτα δεδομένα της γνώσης, παρατηρώ ότι η λογική μας επιβάλλει να συμπεράνουμε το ίδιο. Επειδή πράγματι πρόκειται για όντα που υπερέχουν απ’ όλους σε τελειότητα, τόσο και για τη μακαριότητά τους όσο και για την αθανασία τους, η μορφή που είναι κατάλληλη γι’ αυτούς πρέπει η είναι η πιο ωραία, και όμως από τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη συγκροτούνται, από την ευγένεια των γραμμών, από όλη την εξωτερική εμφάνιση, η ανθρώπινη μορφή δεν είναι η ωραιότερη από όλες;

Τουλάχιστον οι στωικοί δάσκαλοί σου, Μπάλμπο (δεν απευθύνομαι στο φίλο μου τον Κόττα, αυτός θα πει άλλοτε ναι άλλοτε όχι), όταν περιγράφουν τη δημιουργία του κόσμου από έναν θεϊκό τεχνίτη, δεν παραλείπουν να δείξουν ότι όλα τα μέλη του σώματος είναι καλά προσαρμοσμένα όχι μόνο από άποψη χρήσης, αλλά επίσης για να δώσουν στο σύνολο ομορφιά. Εάν ο άνθρωπος κρατά λόγω της κατασκευής του την πρώτη θέση μεταξύ των ζωντανών όντων, ένας θεός, επειδή είναι και αυτός ζωντανό όν, δεν είναι δυνατό να υπολείπεται από το να έχει ακριβώς την ίδια κατασκευή επειδή αυτή είναι η ωραιότερη. Και επειδή εξυπακούεται ότι οι θεοί είναι απόλυτα ευτυχισμένοι, ότι κανείς δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος εάν δεν έχει αρετή, ότι η αρετή δεν γίνεται αντιληπτή χωρίς το λογικό ούτε το λογικό χωρίς την ανθρώπινη μορφή, πρέπει να παραδεχθούμε ότι αυτή η μορφή είναι η μορφή των θεών. Η εμφάνισή τους δεν είναι πάντοτε σωματική για να μιλήσουμε σωστά, αλλά κάτι που μοιάζει με σώμα και στο οποίο κυκλοφορεί όχι αίμα, αλλά υγρό που μοιάζει με αίμα.



19. Εδώ υπάρχουν διαφορές που μόνο ένα διεισδυτικό πνεύμα θα μπορούσε να αντιληφθεί και που παρουσιάζονται στα γραπτά του Επίκουρου τόσο έξυπνα ώστε να μπορεί και ο πρώτος τυχών να τις αντιληφθεί. Εμπιστευόμενος την ευφυΐα σας, θα μιλήσω εντούτοις πιο σύντομα από ότι απαιτεί το θέμα.

Ο Επίκουρος λοιπόν, που δεν έβλεπε μόνο τα πράγματα που είναι βαθειά κρυμμένα, αλλά τα άγγιζε κατά κάποιο τρόπο με τα χέρια του, διδάσκει πρώτα από όλα ότι λόγω της ουσίας τους και της φύσης τους, οι θεοί δεν γίνονται αντιληπτοί με τις αισθήσεις, αλλά με το πνεύμα. Ούτε τους γνωρίζουμε όπως γνωρίζουμε τα υλικά πράγματα στα οποία, εξ’ αιτίας της σύνθεσής τους, ο Επίκουρος δίνει το όνομα στερέμνια. Από αυτά εδώ αντιλαμβανόμαστε την στερεότητα και κάθε ένα από αυτά παραμένει αριθμητικά ολόιδιο με τον εαυτό του, ενώ αντιλαμβανόμαστε τους θεούς από μια ροή όμοιων ειδώλων που ενώνονται μεταξύ τους : όταν ένα ρεύμα χωρίς τέλος από όμοια είδωλα σχηματίζεται από άπειρα τον αριθμό άτομα και μας παρουσιάζεται, το πνεύμα μας προσηλώνεται με ευχαρίστηση σ’ αυτό το θέαμα και η νόηση μας αντιλαμβάνεται την ιδέα ενός όντος μακαρίου και αιωνίου. Αλλά η πιο βασική ιδιότητα της απειρίας των ατόμων που αξίζει την μεγαλύτερη και την πιο επιδέξια προσοχή μας είναι ότι προκαλεί σαν συνέπεια στη φύση μια συγκεκριμένη ισορροπία : όλα τα πράγματα πρέπει να έχουν ίσο πλήθος με τρόπο ώστε να μπορούν να ανθίστανται τα μεν στα δε. Ο Επίκουρος δίνει το όνομα ἰσονομία σ’ αυτό το νόμο της ίσης κατανομής. Από αυτό προκύπτει ότι στο πλήθος των θνητών όντων πρέπει να αντιστοιχεί όχι λιγότερο πλήθος αθανάτων όντων και ότι, εάν οι δυνάμεις καταστροφής είναι αναρίθμητες, αυτές που συντηρούν πρέπει να είναι το ίδιο αναρίθμητες.

Η σχολή σου και συ ό ίδιος, Μπάλμπο, έχετε συνήθεια να μας ρωτάτε τι είδους ζωή περνούν οι θεοί μας, πως περνούν τον καιρό τους. Απαντώ ότι δεν μπορούμε να φανταστούμε τίποτα πιο ευτυχισμένο, ότι όλα αυτά που μπορούν να κάνουν την ύπαρξη γλυκιά κυλούν γι’ αυτούς ασταμάτητα : ένας θεός δεν χρειάζεται να έχει δραστηριότητα, καμιά εργασία δεν τον απορροφά, γλυτώνει κάθε δουλειά του παρόντος, χαίρεται μέσα στην σωφροσύνη του και στην αρετή του, έχει μπροστά του προοπτική χωρίς τέλος για ηδονές και δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί να εξισώσει τη γοητεία ούτε να μετριάσει την ευχαρίστηση από αυτές.



20. Αυτόν εδώ τον θεό, Μπάλμπο, μπορούμε δίκαια να τον ανακηρύξουμε μακάριο, σε ότι αφορά τον δικό σας, είναι , θα έλεγα, υπερφορτωμένος στη δουλειά. Εάν ταυτίζεται με τον κόσμο, οφείλει να γυρίζει γύρο από τον άξονα του ουρανού με ταχύτητα που ξεπερνά τη φαντασία, χωρίς ανάπαυλα ούτε για μια στιγμή. Ποιο όν γνωρίζει λιγότερη ξεκούραση και πως μπορούμε να αντιληφθούμε την ευτυχία όταν η ξεκούραση είναι αδύνατη; Εάν τώρα υπάρχει στον κόσμο ένας θεός που τον ρυθμίζει και τον κυβερνά, που κανονίζει την πορεία των άστρων, την εναλλαγή των εποχών, τηρεί την τάξη στην πορεία όλων των τμημάτων του σύμπαντος, επιβλέπει τις στεριές και τις θάλασσες και εξασφαλίζει στον άνθρωπο την ικανοποίηση των ζωτικών του αναγκών, σίγουρα είναι επιφορτισμένος με πολύ βαρύ και κοπιαστικό έργο !

Για μας η κατάσταση της ευτυχίας είναι να έχουμε ήρεμη την ψυχή και να έχουμε ξεφορτωθεί κάθε προσπάθεια. Ο δάσκαλος στον οποίο οφείλουμε όλη μας τη γνώση μας δίδαξε ότι ο κόσμος έχει κατασκευασθεί με φυσικό τρόπο, χωρίς να έχει ανάγκη από δημιουργό, ο σχηματισμός αυτός, που αρνείστε ότι είναι δυνατός χωρίς θεϊκή κατασκευή, είναι τόσο εύκολο πράγμα που η φύση θα παράγει απειράριθμους κόσμους, παράγει, παρήγαγε αιώνια. Δεν αντιλαμβάνεσθε πως λειτουργεί η γένεση αυτή χωρίς την ενεργητική ανάμιξη μιας νόησης και κατά συνέπεια, όπως οι τραγικοί ποιητές πασχίζουν να βρουν ένα τέλος, προσφεύγετε σε ένα θεό. Δεν θα τον είχατε καμιά ανάγκη, εάν μπορούσατε να δείτε αυτούς τους αναρίθμητους χώρους, τους άπειρους, που προσφέρονται στο πνεύμα και που μπορεί να τις διασχίσει σε κάθε κατεύθυνση και όπου ποτέ, οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν θελήσει να ακολουθήσει, δεν θα βρει όριο για να σταματήσει.

Σ’ αυτούς τους χώρους το ίδιο χωρίς όρια σε όλες τους τις διαστάσεις, πλάτος, μήκος και βάθος, κυκλοφορεί μια απειρία ατόμων που, χωρισμένα το ένα από το άλλο με το κενό, συνδέονται εντούτοις τα μεν με τα δε και, καθώς γαντζώνονται μεταξύ τους, σχηματίζουν συνεχή σώματα. Έτσι σχηματίζονται τα όντα με διάφορες μορφές που δεν πιστεύετε ότι μπορούν να γεννηθούν χωρίς αμόνι και φυσερό.

Μας υποδουλώνετε έτσι για πάντα στο ζυγό ενός άκαμπτου αφέντη που οφείλουμε να φοβόμαστε μέρα και νύχτα. Πώς να μη φοβόμαστε πράγματι ένα θεό που φροντίζει τα πάντα, σκέφτεται τα πάντα, παρατηρεί τα πάντα, που πιστεύει ότι τα πάντα αναφέρονται σ’ αυτόν, που αγγίζει τα πάντα και που η δράση του δεν γνωρίζει ανάπαυλα; Εδώ είναι η προέλευση της αναγκαιότητας στην οποία δίνετε το όνομα της μοίρας, στα ελληνικά εἰμαρμένην : ότι συμβαίνει σύμφωνα με σας απορρέει από μια λογική σειρά αιτίων μιας αιώνιας αλήθειας.

Τι εκτίμηση μπορούμε να έχουμε σε μια φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία τα πάντα συμβαίνουν εξ’ αιτίας ενός σταθερού πεπρωμένου, γνώμη που είναι ίδια με αυτή που έχουν οι γριές, ιδιαίτερα οι ανόητες. Και στη συνέχεια ακολουθεί η γνώμη σας για την μαντικήν, στα λατινικά divinatio : Εάν σας ακούγαμε θα είμαστε βουτηγμένοι σε τέτοια δεισιδαιμονία που θα θεωρούσαμε οιωνοσκόπους, μάντεις, προφήτες και υποτιθέμενους ερμηνευτές ονείρων, σαν πρόσωπα που αξίζουν κάθε σεβασμό.

Ο Επίκουρος μας ελευθέρωσε από αυτό τον τρόμο, χάρις σ’ αυτόν αναπνέουμε ελεύθερα, δεν φοβόμαστε τους θεούς και, το γνωρίζουμε, δεν έχουν καμιά ιδέα να κάνουν κάτι που να επιβαρύνει αυτούς τους ίδιους ούτε επιδιώκουν να επιβάλουν τον παραμικρό φόβο σε άλλους, τιμούμε την φύση και δεν βάζουμε τίποτα άλλο πάνω από αυτήν : αυτή είναι για μας αντικείμενο ιερής λατρείας. Αλλά, οδηγημένος από τον ενθουσιασμό μου, φοβάμαι ότι μακρηγόρησα. Εντούτοις ήταν δύσκολο να αφήσω στη μέση ένα τόσο μεγάλο και σημαντικό θέμα, αν και στην πραγματικότητα ήμουν αποφασισμένος να ακούσω μάλλον παρά να μιλήσω.

21. Ο Κόττα είπε τότε με την συνηθισμένη του ευγένεια: « Εάν δεν είχες μιλήσει όπως μίλησες, Βελλήϊε, δεν θα είχες μπορέσει να βγάλεις τίποτα από μένα. Οι ιδέες δεν μου έρχονται τόσο εύκολα όταν πρόκειται να θεμελιώσω μια θέση όσο όταν πρέπει να διαψεύσω μια λανθασμένη γνώμη. Την έχω δοκιμάσει συχνά και μόλις, ακούγοντας σε, αυτή με κτύπησε. Όταν μου θέτουν μια ερώτηση για την φύση των θεών, δεν έχω ίσως τίποτα να απαντήσω. Αλλά να με ρωτήσουν εάν την πιστεύω όπως την όρισε ο Βελλήϊος, θα απαντήσω αμέσως :με τίποτα στον κόσμο.

Πριν εντούτοις να αναλάβω την κριτική των θεωριών σου, θέλω να εκφράσω τη γνώμη μου για σένα τον ίδιο. Ο καλός σου φίλος μου είχε μιλήσει συχνά για σένα ότι είσαι ο πιο σημαντικός επικούρειος ανάμεσα στους Ρωμαίους και ότι δεν υπάρχει καθόλου όμοιος σου στην Ελλάδα, αλλά επειδή δεν αγνοώ πόσο σε αγαπάει, σκεφτόμουνα ότι υπήρχε σ’ αυτό το εγκώμιο κάποια υπερβολική ευμένεια.

Τώρα, αν και είναι πάντοτε λεπτό να κάνουμε φιλοφρονήσεις σε πρόσωπο που είναι παρόν, βρίσκω ότι, για ένα θέμα τόσο σκοτεινό και γεμάτο με δυσκολίες, εκφράστηκες με μεγάλη ευκρίνεια και όχι μόνο γνώριζες να βρίσκεις τις λέξεις που έπρεπε, αλλά έβαλες στην έκθεση σου περισσότερη ευγένεια από αυτή που συνηθίζουν να βάζουν στη σχολή σου στις ομιλίες τους.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην Αθήνα, παρακολουθούσα συχνά τον Ζήνωνα, που ο Φίλων ο δάσκαλος μου τον αποκαλούσε κορυφαίο της επικούρειας φιλοσοφίας. Ο ίδιος ο Φίλων με υποχρέωνε σ’ αυτό ώστε έχοντας γνωρίσει τις θέσεις του Επίκουρου από τον πιο σημαντικό από τους μαθητές του να μπορώ να εκτιμήσω καλύτερα τον τρόπο που αυτός ο ίδιος τις διέψευδε.

Ο Ζήνων, πρέπει να το πω, δεν είχε τη συνηθισμένη στρυφνότητα της σχολής σας, μιλούσε όπως εσύ ο ίδιος, ξεκάθαρα, με δύναμη και ευγένεια, αλλά καθώς τον άκουγα ακριβώς όπως άκουσα και σένα ( μη μου αποδόσεις κακή πρόθεση από αυτή την ομολογία ), συχνά ένοιωθα πραγματική λύπη βλέποντας τέτοια ωραία ποιότητα πνεύματος να χρησιμοποιείται για την υπεράσπιση ιδεών που είναι ελάχιστα σοβαρές, για να μην πω τόσο αντίθετες με την κοινή αίσθηση. Δεν έχω, είναι αλήθεια, την πρόθεση να προσφέρω κάτι που να αξίζει περισσότερο : Μόλις ομολόγησα, ότι σε όλα τα θέματα και κυρίως στη φυσική είναι πιο εύκολο σε μένα να αρνηθώ ότι ένα πράγμα είναι έτσι όπως το λένε άλλοι παρά να πω ο ίδιος πως είναι αυτό.



22. Εάν με ρωτούσες τι είναι θεός ή ποιος είναι, θα ακολουθούσα το παράδειγμα του Σιμωνίδη : Ο Ιέρων, τύραννος των Συρακουσών, έχοντας θέσει σ’ αυτόν το ίδιο ερώτημα, ζήτησε μια μέρα για να σκεφθεί, την επόμενη δύο μέρες και όταν έτσι σε περισσότερες επαναλήψεις διπλασίαζε το χρόνο που δήλωνε ότι ήταν αναγκαίος για την έρευνα, ο Ιέρων, έκπληκτος, τελικά του ζήτησε την εξήγηση για τις καθυστερήσεις αυτές : « Είναι, απάντησε, γιατί, όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο το θέμα μου φαίνεται σκοτεινό. » Πιστεύω ότι ο Σιμωνίδης – δεν ήταν μόνο απ’ ότι αναφέρουν γοητευτικός ποιητής αλλά επίσης άνθρωπος πολυμαθής και γεμάτος σύνεση- ύστερα από πολλές μεγαλοφυείς και έξυπνες υποθέσεις που εμφανίστηκαν στο μυαλό του, μη καταλήγοντας να αποφασίσει με βεβαιότητα ποια ήταν η πιο αληθινή, απελπίστηκε να βρει ικανοποιητική λύση.

Σε ότι αφορά τον Επίκουρό σου ( τα έχω μαζί του, όχι με σένα), τι προβάλλει που να είναι άξιο, δεν λέω ενός φιλοσόφου αλλά ενός ανθρώπου λίγο σοβαρού;

Η πρώτη ερώτηση που τίθεται σε μια έρευνα που έχει αντικείμενο την φύση των θεών είναι να γνωρίσουμε εάν υπάρχουν ή όχι. Είναι δύσκολο να αρνηθούμε την ύπαρξη τους. Ναι, σε δημόσια συγκέντρωση, αλλά, σε μια συζήτηση όπως αυτή που κάνουμε τώρα, τίποτα δεν είναι πιο εύκολο. Εγώ που είμαι ποντίφικας και που πιστεύω ότι πρέπει να τηρούμε με ευλάβεια τις θρησκευτικές τελετές και όλη την εθνική λατρεία, θα ήθελα να έχω, σε ότι αφορά το πρώτο αυτό σημείο, περισσότερο από μια γνώμη, θα ήθελα να φτάσω στην πραγματική γνώση. Πολλά πράγματα έρχονται στο μυαλό μου που με ταράζουν και με οδηγούν να σκέφτομαι κατά καιρούς ότι δεν υπάρχουν θεοί. Αλλά βλέπεις τι καλός παίκτης είμαι : θα προσπεράσω την καταδίκη για όλες τις γνώμες σας που είναι κοινές με τους άλλους φιλοσόφους, ξεκινώντας από την πίστη για την ύπαρξη των θεών. Επειδή, πράγματι, την δέχονται όλοι, και πρώτος από όλους εγώ, λοιπόν δεν θα την πολεμήσω, αλλά το επιχείρημα με το οποίο θέλεις να την θεμελιώσεις δεν μου φαίνεται τόσο σταθερό.



23. Το αποφασιστικό επιχείρημα που μας υποχρεώνει να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη των θεών, είναι, διακήρυξες, ότι οι άνθρωποι από όλα τα έθνη και όλες τις φυλές πιστεύουν σ’ αυτήν. Πέραν από το ότι δεν έχει μεγάλη βαρύτητα, περικλείει ένα σφάλμα. Κατά πρώτον από πού γνωρίζεις τι σκέπτονται τα έθνη; Εκτιμώ, σε ότι αφορά τον εαυτό μου, ότι υπάρχουν πολλοί λαοί αρκετά βυθισμένοι στην αγριότητα ώστε να μην έχουν την παραμικρή ιδέα για τους θεούς. Αλλά τι γνώμη έχεις για τον Διαγόρα που τον έχουν ονομάσει άθεο; Αυτός και , αργότερα, ο Θεόδωρος δεν αρνήθηκαν ανοικτά τους θεούς; Εσύ ο ίδιος αναφέρθηκες στον Πρωταγόρα από τα Άβδηρα. Ο σοφιστής αυτός, ο μεγαλύτερος στην εποχή του, έχοντας αναφέρει στην αρχή του βιβλίου του αυτή την πρόταση: « Σε ότι αφορά τους θεούς δεν θα μπορούσα να πω εάν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν», οι Αθηναίοι τον κυνήγησαν από την πόλη τους και ακόμη από την επικράτειά τους, και το έργο του κάηκε δημοσίως. Η τιμωρία αυτή, την οποία δεν μπόρεσε να αποφύγει επειδή εξέφρασε μόνο αμφιβολία, αποτρέπει, νομίζω, αρκετους δύσπιστους από το να εκφράσουν την γνώμη τους.

Τι να πούμε τώρα για τους ιερόσυλούς, τους ασεβείς, τους επίορκους; Εάν ποτέ, όπως λέει ο Λουκίλιος, ο Λούκιος Τούμπουλος ή ο Λούπος ή ο Κάρμπων, ο γιός αυτός του Ποσειδώνα, πίστευαν στην ύπαρξη των θεών, θα έσπρωχναν τόσο μακριά την εγκληματική τους θρασύτητα; Η απόδειξη δεν έχει λοιπόν, για να θεμελιώσετε την σταθερότητα της πεποίθησής σας, την δύναμη που πιστεύετε ότι μπορείτε να της αποδώσετε. Εντούτοις, καθώς και άλλοι φιλόσοφοι την χρησιμοποιούν, δεν θα σταματήσω για την ώρα στο σημείο αυτό. Προτιμώ να έρθω στις θεωρίες που ανήκουν μόνο σε σας. Συμφωνώ λοιπόν ότι υπάρχουν θεοί, δίδαξε με τώρα από πού προέρχονται, που κατοικούν, ποιοι είναι από ύλη και πνεύμα, ποια είναι η ζωή τους. Αυτά είναι όλα που θα ήθελα να μάθω.

Ο κόσμος είναι για σένα η βασιλεία των ατόμων, δίνουν πλήρη ελευθερία, πραγματικά τα εκμεταλλεύεσαι, κάνεις με αυτά ότι σου έρχεται στο μυαλό, είναι υλικό που το πλάθεις όπως θέλεις. Αλλά, για να ξεκινήσουμε, λέω, εγώ, ότι τα άτομα δεν υπάρχουν. Πράγματι δεν υπάρχει σώμα ( που να μπορεί να διαιρεθεί ) , το κενό θα έπρεπε να είναι χώρος ελεύθερος από κάθε σώμα, όμως τα σώματα καταλαμβάνουν ολόκληρο τον χώρο. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα κενό και κατ’ επέκταση καθόλου άτομα.



24. Να τώρα τι έχουν αποφασίσει οι φυσικοί, αυτοί είναι οι χρησμοί τους. Είναι αληθινοί ή ψεύτικοι, δεν ξέρω, τουλάχιστον η θέση τους είναι πιο αληθοφανής από την δική σας. Είναι ο Δημόκριτος, αν δεν είναι ο Λεύκιππος, που δεν φοβήθηκε να μιλήσει ενάντια στη λογική για μικροσκοπικά σωματίδια, άλλα μεν λεία, άλλα δε με τραχύτητα, αυτά εδώ στρογγυλά, εκείνα εκεί με γωνίες, κάποια γαμψά και κατά κάποιο τρόπο κυρτωμένα, και σύμφωνα με αυτόν αυτά τα στοιχεία σχημάτισαν τον ουρανό και τη γη, από τυχαίες συναντήσεις χωρίς καμία δύναμη να τα αναγκάζει.

Αυτήν τη γνώμη υποστηρίζεις ακόμη, Βελλήϊε, και προκειμένου να μην εγκαταλείψεις το μέρος του δασκάλου που έχει επιλέξει, θα εγκατέλειπες τον εαυτό σου σε οποιαδήποτε κατάσταση : έχεις αποφασίσει ότι σου ταίριαζε να είσαι επικούρειος πριν γνωρίσεις τη θεωρία αυτή. Έπρεπε λοιπόν είτε να αγκαλιάσεις αυτές τις ανοησίες είτε να εγκαταλείψεις τη σημαία κάτω από την οποία έχεις συνταχθεί. Τι θα έπρεπε να σου προσφερθεί για να πάψεις να είσαι επικούρειος; Σε καμιά περίπτωση, θα πεις, δεν θα εγκαταλείψω μια φιλοσοφία που οδηγεί στη ευτυχία ούτε θα γυρίσω την πλάτη μου στην αλήθεια. Την αλήθεια της επικούρειας φιλοσοφίας; Σε ότι αφορά την ευτυχία δεν έχω τίποτα να πω, από τη στιγμή που κατά την άποψη σου συνίσταται, ακόμα και για έναν θεό, στην αδράνεια και την απόλυτη τεμπελιά. Αλλά την αλήθεια, που την τοποθετείς; Έχεις υπόψη σου, νομίζω, τους αναρίθμητους κόσμους που γεννιούνται κάθε στιγμή ενώ άλλοι πεθαίνουν. Και όμως ακόμα αυτά τα άτμητα σωματίδια που, χωρίς καμία ανώτερη δύναμη, καμία λογική να τα κυβερνά, κατασκευάζουν τέτοια θαυμαστά πράγματα;

Αλλά επιτίθεμαι σε αντιλήψεις που δεν ανήκουν μόνο στον Επίκουρο και παραλείπω έτσι τον γενναιόδωρο τρόπο που χρησιμοποίησα απέναντί σου στην αρχή. Θα δεχθώ λοιπόν ότι όλα τα πράγματα σχηματίζονται από άτομα. Τι ενδιαφέρει; Εδώ πρόκειται να ορίσουμε την φύση των θεών. Ας δεχθούμε ότι συντίθενται από άτομα, επομένως δεν θα είναι αιώνιοι. Ένα όν που αποτελείται από άτομα πρέπει να αρχίσει να υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή, κανένας θεός δεν υπήρξε πριν γεννηθεί, και, εάν οι θεοί έχουν αρχή, θα έχουν κατ’ ανάγκη και τέλος όπως είχες αντίρρηση πριν από λίγο με τον Πλάτωνα για το θέμα του κόσμου. Τι γίνεται λοιπόν αυτή η αιώνια ευτυχία που, σύμφωνα με σας, είναι το κύριο χαρακτηριστικό ενός θεού; Για να την διατηρήσετε, σε ποια γούνα με καρφιά δεν αναζητάτε καταφύγιο; Έλεγες εσύ ο ίδιος ότι ένας θεός δεν έχει σώμα αλλά κάτι που μοιάζει με σώμα, ούτε αίμα αλλά κάτι που μοιάζει με αίμα.



25. Άλλωστε έτσι κάνετε τις περισσότερες φορές : όταν προβάλετε κάποια πρόταση αντίθετη με την αληθοφάνεια, για να διαφύγετε από τις αντιρρήσεις προσθέτετε σ’ αυτήν κάποια άλλη για την οποία ούτε διανοείστε ότι εκφράζει πιθανότητα : θα ήταν προτιμότερο να αποδεχθείτε το σημείο της συζήτησης παρά να λησμονήσετε έτσι κάθε ντροπή. Βλέποντας για παράδειγμα ότι, εάν τα άτομα κατευθύνονται προς τα κάτω λόγω του βάρους τους, θα στερηθούμε από κάθε ελεύθερη βούληση, επειδή οι κινήσεις τους θα καθορίζονται από αυστηρή αιτιοκρατία - ο Δημόκριτος δεν το είχε αντιληφθεί -, ο Επίκουρος διακηρύσσει ότι το άτομο, όταν ακολουθεί την καθορισμένη ευθεία γραμμή στην πτώση από το βάρος, ελαφρά παρεκκλίνει . Ακολουθεί παρόμοια γλώσσα, επειδή δεν μπορεί να υπερασπισθεί την θέση που είχε υιοθετήσει. Το ίδιο και στην αντιγνωμία του με τους διαλεκτικούς : κατ’ αυτούς σε κάθε διαζευκτική πρόταση, όπου λέγεται ότι ένα πράγμα είναι ή δεν είναι, πρέπει η μία από τις δύο θέσεις να είναι αληθινή, αλλά ο Επίκουρος φοβάται ότι κάνοντας χρήση αυτής της αρχής σε μια διάζευξη όπως αυτή : αύριο, ο Επίκουρος είτε θα είναι ζωντανός είτε δεν θα είναι ζωντανός, κατά συνέπεια το γεγονός που αναμένεται, όποιο και να είναι αυτό, είναι αναγκαίο. Απέρριψε λοιπόν την αρχή σύμφωνα με την οποία ένα πράγμα είναι ή δεν είναι. Τι ποιό ηλίθιο;

Ο Αρκεσίλαος υποστήριζε ενάντια στον Ζήνωνα ότι η μαρτυρία των αισθήσεων είναι πάντα λανθασμένη, ο Ζήνων δεχόταν ότι είναι κάποτε λανθασμένη αλλά όχι πάντοτε. Ο Επίκουρος φοβόταν ότι δεχόμενος ότι οι αισθήσεις μπορούν να μας εξαπατήσουν, ακόμη και μια φορά, δεν θα είχε άλλο αποτέλεσμα από το να μας εξαπατούν πάντοτε. Γι’ αυτόν λοιπόν όλες οι αισθήσεις είναι οι κήρυκες της αλήθειας. Δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερα επιδέξιο στον τρόπο που απαντά στις αντιρρήσεις : Τα κτυπήματα στα οποία είναι εκτεθειμένος είναι πιο δυνατά από αυτά που θέλει να αποφύγει.

Το ίδιο συμβαίνει όταν πρόκειται για την φύση των θεών : εάν οι θεοί, σχηματίζονται από ομάδες ατόμων θα χαθούν από την διάλυσή τους, συνέπεια που ο Επίκουρος θα ήθελε να αποφύγει, γι’ αυτό λέει ότι οι θεοί δεν έχουν σώμα αλλά κάτι που μοιάζει με σώμα, ούτε αίμα αλλά κάτι που μοιάζει με αίμα.



26. Μας εντυπωσιάζει που ένας οιωνοσκόπος δεν μπορεί να γελάσει όταν βλέπει έναν άλλο οιωνοσκόπο, είναι ακόμα πιο εκπληκτικό που μπορείτε να συγκρατείστε να μην γελάτε όταν είσαστε πολλοί επικούρειοι μαζί : « δεν είναι σώμα άλλα κάτι που μοιάζει με σώμα .» Θα αντιλαμβανόμουνα περί τίνος πρόκειται εάν σκεφτόμαστε μορφές κεριού ή αργίλου, δεν θα μπορούσα να αντιληφθώ τι είναι αυτό το πράγμα σε ένα θεό που μοιάζει με σώμα, αυτό το πράγμα που μοιάζει με αίμα.

Ούτε εσύ, Βελλήϊε, το αντιλαμβάνεσαι, αλλά δεν θέλεις να το ομολογήσεις. Είναι φράσεις που επαναλαμβάνετε όπως σας τις έχουν υπαγορεύσει : Ο Επίκουρος τις ανακάλυψε μισοκοιμισμένος, αφού παινεύεται ο ίδιος στα γραπτά του ότι δεν είχε δάσκαλο. Πρόθυμα θα τον πιστέψω, ακόμα και αν δεν το έλεγε, όπως ακριβώς θα πιστέψω τον ιδιοκτήτη κακά κατασκευασμένου σπιτιού που καυχιέται ότι δεν είχε αρχιτέκτονα.

Δεν υπάρχει τίποτα στην επικούρεια φιλοσοφία που θυμίζει την Ακαδημία η το Λύκειο, ούτε τίποτα που βεβαιώνει ότι ο Επίκουρος παρακολούθησε τα αρχικά μαθήματα των μικρών παιδιών. Του ήταν δυνατό να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Ξενοκράτη και τι δάσκαλος ήταν ο Ξενοκράτης, μα τους αθάνατους θεούς! Το γνωρίζουμε, υπάρχουν μάλιστα κάποιοι που υποστηρίζουν ότι πράγματι το έκανε, αλλά αυτός βεβαιώνει ότι δεν το έκανε, πρέπει να το γνωρίζει καλύτερα από οποιοδήποτε άλλον. Λέει επίσης ότι είχε δάσκαλο στη Σάμο κάποιον Πάμφιλο, που ο ίδιος ήταν μαθητής του Πλάτωνα. Πράγματι, όταν ήταν νέος, κατοικούσε στη Σάμο με τον πατέρα του και τα αδέλφια του, ο πατέρας του ο Νεοκλής που του δόθηκε εκεί με κλήρο αγρός, αλλά ο αγρός ήταν πολύ μικρός, και επειδή δεν ήταν αρκετός για να τους θρέψει, έγινε δάσκαλος σχολείου.

Κατά τα άλλα ο Επίκουρος μιλάει για τον μαθητή αυτόν του Πλάτωνα με υπερβολική περιφρόνηση σαν να φοβάται να φάνει ότι του οφείλει κάποια αναγνώριση.

Στην περίπτωση του Ναυσιφάνη, που συνδέεται με τον Δημόκριτο δεν υπάρχει καμιά δυνατή υπεκφυγή : ο Επίκουρος δεν μπορεί να αρνηθεί ότι τον είχε δάσκαλο, μόνο τον διαβάλλει όσο μπορεί. Και εντούτοις εάν δεν είχε γνωρίσει τιε θεωρίες του Δημόκριτου, τι θα είχε μάθει; Τι υπάρχει στη φυσική του Επίκουρου που δεν προέρχεται από τον Δημόκριτο; Τροποποίησε κάτι όπως σας το είπα πριν από λίγο ενθυμούμενος την παρέκκλιση των ατόμων, αλλά ξανασυναντούμε στον Επίκουρο τις περισσότερες από τις ιδέες του Δημόκριτου, τα άτομα, το κενό, τα υλικά είδωλα, το άπειρο σύμπαν, τους αμέτρητους κόσμους, την γέννησή τους, τον θάνατό τους, σχεδόν όλα αυτά που αποτελούν την φυσική του.

Για να επανέλθω τώρα σε αυτό το κάτι που μοιάζει με σώμα, σε αυτό το κάτι που μοιάζει με αίμα, τις εννοείς με αυτό; Ξέρω ότι τα γνωρίζεις όλα αυτά καλύτερα από μένα, όχι μόνο το ομολογώ αλλά δεν σε ζηλεύω για τα φώτα σου αυτά. Μια σκέψη από τη στιγμή που εκφράζεται με λέξεις, πως εντούτοις μπορεί να την αντιλαμβάνεται ο Βελλήϊος και να μην μπορεί να την αντιληφθεί ο Κόττα; Γνωρίζω τι είναι ένα σώμα η το αίμα, δεν αντιλαμβάνομαι καθόλου τι μπορεί να είναι κάτι που, χωρίς να είναι σώμα μοιάζει με σώμα, και, χωρίς να είναι αίμα, μοιάζει με αίμα. Δεν πιστεύω ότι μου κρύβεις την αλήθεια όπως έκανε ο Πυθαγόρας με τους ξένους, ούτε ότι θέλεις να είσαι εσκεμμένα σκοτεινός όπως ο Ηράκλειτός, πιστεύω μάλλον –και αυτό μεταξύ μας- ότι και συ ο ίδιος δεν καταλαβαίνεις.



27. Αυτό που βλέπω, είναι ότι, σύμφωνα με την θέση που υπερασπίζεσαι, οι θεοί έχουν εξωτερική μορφή τέτοια που δεν υπάρχει σ’ αυτούς τίποτα το σταθερό, το συμπαγές, κανένα ανάγλυφο, καμιά προεξοχή, είναι μια καθαρή εξωτερική εμφάνιση, ελαφριά, διαφανής. Έτσι θα πούμε όπως για την Αφροδίτη από την Κω, δεν είναι σώμα αλλά εικόνα που μοιάζει με σώμα και το κόκκινο αυτό που βλέπουμε να διαχέεται και να αναμειγνύεται με το λευκό δεν είναι αίμα αλλά έχει μόνο την όψη του αίματος. Κατά τον ίδιο τρόπο θα πούμε ότι στο θεό του Επίκουρου δεν υπάρχει πραγματική ουσία αλλά κάτι που είναι μόνο εξωτερική εμφάνιση.

Να υποθέσεις εντούτοις ότι με έχει πείσει, να αποδεχθώ την αλήθεια αυτών που ούτε αντιλαμβάνομαι, ποια θα είναι η μορφή, ποιά θα είναι τα χαρακτηριστικά των θεών αυτών χωρίς σωματική σύσταση; Δεν σας λείπουν τα επιχειρήματα για να θεμελιώσετε ότι οι θεοί έχουν ανθρώπινη μορφή : πρώτα λέτε ότι, εξ’ αιτίας μιας ιδέας που έχει σταθερά εντυπωθεί στο πνεύμα του, όταν ο άνθρωπος θέλει να παραστήσει έναν θεό πάντα έτσι τον φαντάζεται. Κατόπιν επειδή ένας θεός υπερέχει από όλα τα όντα, πρέπει η μορφή που λαμβάνει να είναι η πιο όμορφη που γίνεται και δεν υπάρχει άλλη που να είναι ίση με την ανθρώπινη μορφή σε ομορφιά.

Τρίτον, αγγαρεύετε την λογική, μόνο η ανθρώπινη μορφή μπορεί να είναι η έδρα της νόησης. Ας δούμε τώρα ξεκινώντας την αξία αυτών των αποδείξεων, φοβάμαι πράγματι ότι δεν σφετερίζεσθε το δικαίωμα να επικαλείσθε ιδέες που δεν αξίζουν καθόλου την επιδοκιμασία. Ποιός ποτέ ήταν τόσο τυφλός σ’ αυτό το θέμα για να μη δει ότι, εάν έχουμε μεταφέρει στους θεούς την ανθρώπινη μορφή, πρόκειται είτε για σοφό υπολογισμό ώστε να οδηγήσουμε πνεύματα ελάχιστα κατεργασμένα να τους αποδίδουν λατρεία και να θριαμβεύουν στα κατώτερα ένστικτα, είτε για δεισιδαιμονία, ώστε να υπάρχουν ομοιώματα θεών και για να πιστεύουμε, για να τα προσκυνούμε, να αποδίδουμε κατ’ ευθείαν τιμές στους θεούς;

Οι ποιητές, οι ζωγράφοι, οι γλύπτες έχουν συμπράξει για την διάδοση αυτών των πεποιθήσεων, επειδή δεν ήταν εύκολο να αναπαραστήσουν με άλλη μορφή εκτός από την ανθρώπινη δραστήριους θεούς, που ασχολούνται με διάφορα. Σ’ αυτά προστίθεται και η άποψη ότι τίποτα δεν φαίνεται στον άνθρωπο πιο ωραίο από τον ίδιο τον άνθρωπο. Αλλά εσύ, που θωρείσαι φυσικός φιλόσοφος, δεν βλέπεις τι δασκάλα κολακευτικών ψευδαισθήσεων είναι η φύση, τι επιδεξιότητα χρησιμοποιεί για να μας ξεγελάσει για την αξία της ικανοποίησης που μας προκαλεί; Σκέφτεσαι ότι θα υπήρχε πάνω στη γη ή μέσα στη θάλασσα οποιοδήποτε ζώο στο οποίο ένα ζώο από το ίδιο είδος δεν θα του φαινόταν ότι είναι πιο ωραίο ; Εάν δεν ήταν έτσι, γιατί ένας ταύρος δεν θα αισθανόταν επιθυμία για μια αγελάδα, ένα άλογο για μια φοράδα; Φαντάζεσαι ότι ένας αετός, ένα λιοντάρι, ένα δελφίνι θα μπορούσαν να προτιμήσουν άλλη μορφή από την ίδια τη δική τους; Τι εντυπωσιακό έκτοτε εάν, σύμφωνα με φυσικό νόμο, ο άνθρωπος κρίνει ότι ο άνθρωπος είναι το πιο ωραίο πλάσμα και ότι, για το λόγο αυτό, φαντάζεται τους θεούς όμοιους με αυτόν τον ίδιο;



28. Τι νομίζεις; Εάν τα ζώα ήταν όντα προικισμένα με λογική, δεν θα έδιναν όλα την πρώτη θέση στο είδος τους; Σε ότι με αφορά – θα εκφράσω την άποψη μου ευθέως – όση εκτίμηση και αν έχω για τον εαυτό μου, δεν θα τολμήσω να θεωρήσω τον εαυτό μου πιο ωραίο από τον ταύρο που μετέφερε την Ευρώπη.

Εδώ δεν τίθεται θέμα για την ανθρώπινη νόηση, για την ανθρώπινη γλώσσα, αλλά για την εξωτερική εμφάνιση, για την μορφή. Ας φανταστούμε ένα σύνθετο όν, μια συναρμολόγηση από αφύσικα μέρη από διάφορα είδη, όπως ο θαλάσσιος θεός ο Τρίτων, στον οποίο το ανθρώπινο σώμα συμπληρώνεται κτηνωδώς με πτερύγια με τη βοήθεια των οποίων μετακινείται, δεν θα ήθελες να αλλάξεις μαζί του. Πραγματεύομαι ένα λεπτό θέμα, τέτοια είναι εντούτοις η δύναμη του ενστίκτου που κανένας άνθρωπος δεν δέχεται να μοιάζει με όν που το ίδιο δεν θα είναι άνθρωπος. Και επιπλέον με ποιόν άνθρωπο θα ήθελε να μοιάζει; Στο ανθρώπινο είδος, η ομορφιά ανήκει αδιακρίτως σε όλους ; Όταν κατοικούσα στην Αθήνα, από μια ομάδα εφήβων μόλις που βρισκόταν ένας που ήταν ωραίος. Αντιλαμβάνομαι τι σε κάνει να γελάς, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Πρόσθεσε ότι εμείς, που οι αρχαίοι φιλόσοφοι δίνουν κάθε ελευθερία να αγαπάμε τους νέους, συμβαίνει να βρίσκουμε τέρψη σε φυσικά μειονεκτήματα. Ο Αλκαίος απολάμβανε ένα σημάδι που είχε εκ γενετής στο δάκτυλο ένα αγόρι. Και εντούτοις ένα σημάδι είναι μια κηλίδα. Για τον Αλκαίο αυτό ήταν στολίδι. Ο Κουίντος Κάτουλος, ο πατέρας του γνωστού μας, που ήταν σύντροφος και φίλος μου, αγαπούσε τον συμπατριώτη σου τον Ρόσκιο και έγραψε γι’ αυτό τους παρακάτω στοίχους : Σταμάτησα για να χαιρετήσω με σεβασμό την αυγή και ξαφνικά ο Ρόσκιος βρέθηκε στα δεξιά μου. Συγχωρέστε με, κάτοικοι του ουρανού, ο θνητός αυτός μου φάνηκε πιο ωραίος από θεός. Για τον Κάτουλο λοιπόν ο Ρόσκιος ήταν πιο ωραίος από θεός και εντούτοις αλληθώριζε φριχτά, εξάλλου αλληθωρίζει πάντα. Καμιά σημασία, αυτό έδινε στη φυσιογνωμία του κάτι το ιδιαίτερο, αυτό φαινόταν στον Κάτουλο μια επιπλέον χάρη. Αλλά ας επιστρέψουμε στους θεούς.



29. Πρέπει να πιστέψουμε ότι υπάρχουν κάποιοι μεταξύ αυτών που, εάν δεν αλληθωρίζουν, τουλάχιστον ανοιγοκλείνουν τα μάτια; που έχουν μειονέκτημα, μύτη πλακουτσωτή; μαλακή σάρκα, μέτωπο πάρα πολύ πλατύ, πάρα πολύ μεγάλο κεφάλι; Όλα τα φυσικά μειονεκτήματα που υπάρχουν μεταξύ μας. Ή είναι όλοι άψογοι; Ας υποθέσουμε ότι είναι άψογοι, έχουν όλοι το ίδιο πρόσωπο; Εάν διαφέρουν, τα χαρακτηριστικά του ενός είναι πιο ωραία , τα χαρακτηριστικά κάποιου άλλου είναι λιγότερο ωραία. Υπάρχει λοιπόν ένας θεός που δεν είναι απόλυτα ωραίος. Ένα όλοι έχουν το ίδιο πρόσωπο, θα πρέπει να πούμε ότι υπάρχει στον ουρανό μια Ακαδημία σε πλήρη άνθηση, επειδή, μη έχοντας καμία διαφορά ό ένας θεός από τον άλλον, δεν θα υπάρχει μεταξύ τους καμία αναγνώριση, καμία δυνατή αντίληψη. Αλλά τι θα γίνει εάν είναι εξολοκλήρου λανθασμένο ότι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τους θεούς παρά δίνοντάς τους ανθρώπινη μορφή; Θα εξακολουθήσεις εντούτοις να υπερασπίζεσαι μια θέση τόσο ανόητη; Για μας τους άλλους μπορεί τα πράγματα να γίνονται όπως τα λες : από την παιδική ηλικία αναπαριστούμε τον Δία, την Γιούνον ( Ήρα) , την Μινέρβα (Αθηνά), τον Ποσειδώνα, τον Ήφαιστο, τον Απόλλωνα, και τους άλλους θεούς με τα χαρακτηριστικά που οι ζωγράφοι και οι γλύπτες τους έχουν δώσει και όχι μόνο το πρόσωπο τους αλλά, τα χαρακτηριστικά τους, η ηλικία τους, τα ενδύματά τους είναι για μας πράγματα καθορισμένα. Άλλα δεν συμβαίνει το ίδιο με τους Αιγυπτίους, του Σύρους και γενικά με όλους σχεδόν τους βαρβάρους : διακηρύσσουν ως προς κάποια ζώα πεποιθήσεις πιο στέρεες από μας ως προς τους πιο ιερούς ναούς και τις πιο άγιες εικόνες. Πολλά ιερά φαίνονται ξεγυμνωμένα από τους θησαυρούς τους, πολλά αγάλματα θεών αρπάχτηκαν από τα ιερά από δικούς μας συμπατριώτες, αλλά ποτέ δεν ακούστηκε να μιλούν ότι ένας Αιγύπτιος προσέβαλε έναν κροκόδειλος, μια ίβιδα ή μια γάτα.

Τι σκέφτεσαι; Ο Απίς, ο ιερός αυτός ταύρος των Αιγυπτίων, δεν είναι θεός γι’ αυτούς; Ακριβώς , μα τον Ηρακλή, ότι μπορεί να είναι για σένα αυτή η Σώζουσα Γιούνον της πατρίδας σου που δεν την βλέπεις ποτέ, ακόμα και στον ύπνο σου, παρά με το δέρμα της αίγας, το δόρυ της, την μικρή της ασπίδα, τα κυρτωμένα παπούτσια της. Έτσι δεν είναι η Γιούνον του Άργους ούτε η Ρωμαϊκή Γιούνον. Η Γιούνον παρουσιάζεται λοιπόν με συγκεκριμένη μορφή στους Αργίτες, με άλλη μορφή στους κατοίκους του Λανούβιου, και ακόμε με άλλη σε μας. Και μάλιστα άλλος είναι ο δικός μας ο Δίας του Καπιτωλίου, άλλος ο Άμμων Δίας των Αφρικανών.



30. Δεν είναι ντροπή για έναν φυσικό που οφείλει, εξ’ ορισμού, να ερευνά την φύση, να την κυνηγά όπως κυνηγάμε ένα θήραμα, να παίρνει για αληθινά σημάδια συμφωνημένες παραστάσεις; Σύμφωνα με αυτά θα πρέπει να πούμε ότι ο Δίας έχει πάντοτε γένια, ο Απόλλων είναι πάντοτε χωρίς γένια, ότι η Αθηνά έχει μάτια γλαυκά, ότι ο Ποσειδών τα έχει γαλανά. Πολύ καλύτερα, θαυμάζουμε τον Ήφαιστο της Αθήνας, έργο του Αλκαμένη που τον έχει αναπαραστήσει όρθιο χωλαίνοντας ελαφρά χωρίς αυτή η χωλότητα κάτω από το ένδυμα που την κρύβει να έχει κάτι το προσβλητικό. Θα υπάρχει λοιπόν για μας θεός κουτσός, γιατί αυτός είναι ο παραδοσιακός Ήφαιστος. Αλλά, πρέπει επίσης να θεωρούμε σαν κατάλληλους χαρακτήρες των θεών τα ονόματα που τους δίνουμε; Κατ’ αρχήν όσες ανθρώπινες γλώσσες υπάρχουν τόσες διαφορετικές ονομασίες υπάρχουν για τους θεούς. Εσύ, ο Βελλήϊος, παραμένεις Βελλήϊος όπου και να πας, αλλά ο Ήφαιστος δεν ονομάζεται το ίδιο στην Ιταλία και στην Αφρική ή στην Ισπανία. Κατά δεύτερον, ακόμα και στα βιβλία των ιερέων, δεν υπάρχει μεγάλο πλήθος θεών που έχουν όνομα, ενώ οι θεοί είναι αμέτρητοι. Δεν έχουν λοιπόν ονόματα; Είσαστε αναγκασμένοι να κρίνετε έτσι. Εξάλλου σε τι εξυπηρετούν τα πολλά ονόματα αφού όλοι έχουν το ίδιο πρόσωπο; Θα ήταν ωραίο, Βελλήϊε, να παραδεχθείς ότι αγνοείς όλα αυτά που δεν γνωρίζεις παρά να μας σερβίρεις ανοησίες και να μιλάς σαν άνθρωπος που δεν πιστεύει ο ίδιος αυτά που λέει! Πιστεύεις ότι ένας θεός έχει την δική σου ή τη δική μου μορφή; Σίγουρα δεν το πιστεύεις. Αλλά τότε; Θα πρέπει να πω ότι ο ήλιος ή η σελήνη ή ο ουρανός είναι θεότητες; Θα ήσαν λοιπόν απόλυτα ευτυχισμένοι; Ποιες ηδονές απολαμβάνουν; Επίσης έχουν φρόνηση; Πως θα μπορούσε να υπάρχει φρόνηση σε ένα ον χωρίς κεφάλι και χωρίς μέλη; Αυτές είναι οι αντιρρήσεις της σχολής σας. Εάν λοιπόν οι θεοί δεν έχουν, όπως απέδειξα, ανθρώπινο σώμα, εάν δεν είναι ούτε, έχεις πεισθεί γι’ αυτό, έτσι όπως μόλις υπέθεσα, γιατί διστάζεις να αρνηθείς την ύπαρξή τους; Δεν τολμάς. Λοιπόν, χωρίς αμφιβολία αυτό είναι συνετό, αν και σ’ αυτό το θέμα δεν φοβάσαι τον λαό , αλλά τους ίδιους τους θεούς.

Γνωρίζω επικούρειους γεμάτους ευλάβεια για τα μικρότερα αγαλματάκια και εντούτοις κάποιοι πιστεύουν ότι ο Επίκουρος, στα λόγια, άφησε να υπάρχουν θεοί για να μην προσβάλει τους Αθηναίους, αλλά στην πραγματικότητα τους κατήργησε. Στη συλλογή των σύντομων γνωμικών που τα ονομάζετε Κύριες Δόξες , διακηρύσσει, νομίζω, ως πρώτη αυτή την πρόταση: Το ευτυχισμένο και άφθαρτο ον ούτε έχει –αυτό το ίδιο- ενοχλήματα ούτε και προξενεί σε άλλον. Έτσι, ούτε οργίζεται με κανέναν ούτε χαρίζεται πουθενά : όλα αυτά ταιριάζουν σε όν αδύναμο.



31. Υπάρχουν κάποιοι που νομίζουν ότι σ’ αυτή τη φράση, χρησιμοποίησε από πρόθεση τη διφορούμενη φρασεολογία για την οποία μόνο η άγνοιά του είναι υπέυθυνη : διαπράττουν αδικία σε έναν άνθρωπο τόσο στερημένο από κάθε πονηρό πνεύμα. Μπορούμε να αναρωτηθούμε πράγματι εάν βεβαιώνει την ύπαρξη ενός όντος μακάριου και αθάνατου ή λέει τι θα ήταν εάν υπήρχε. Δεν προσέχουμε ότι, εάν η γλώσσα του δίνει αφορμή στην αμφιβολία σε αυτό το κείμενο, σε πολλά άλλα σημεία έχει εκφραστεί τόσο ξεκάθαρα όσο το έκανες μόλις προ ολίγου εσύ ο ίδιος και όπως το έχει κάνει και ο Μητρόδωρος. Ο Επίκουρος φυσικά πιστεύει στην ύπαρξη των θεών και δεν έχω ποτέ συναντήσει κάποιον περισσότερο φοβισμένο απ’ ότι ήταν αυτός για τα πράγματα εκείνα για τα οποία λέει ότι δεν είναι καθόλου φοβερά, εννοώ τον θάνατο και τους θεούς. Άνθρωποι με μέτρια πνευματική ικανότητα καθόλου δεν συγκινούνται με αυτό το θέμα, αλλά αυτός διακηρύσσει ότι όλοι οι άνθρωποι καταλαμβάνονται από τρόμο γι’ αυτούς. Οι κλέφτες μετριόνται κατά χιλιάδες, και αντιμετωπίζουν τον θάνατο κατά πρόσωπο, άλλοι λεηλατούν τους ναούς όποτε μπορούν. Δεν αντιλαμβάνομαι πως ο φόβος μιας θανατικής καταδίκης σταματά τους πρώτους ούτε αυτός των θεών τους δεύτερους. Αλλά επειδή δεν τολμάς, Επίκουρε, - απευθύνομαι τώρα κατευθείαν σε σένα - να αρνηθείς την ύπαρξη των θεών, τι σε εμποδίζει λοιπόν να θέσεις σε θεία τάξη τον ήλιο ή τον κόσμο ή κάποια αιώνια νόηση; Δεν έχω δει ποτέ, θα πεις, μια ψυχή με νόηση και ικανή για βούληση σε ον που να μην έχει ανθρώπινη μορφή. Έχεις δει ποτέ κάτι παρόμοιο στον ήλιο στη σελήνη ή στους πέντε πλανήτες; Ο ήλιος ακολουθεί κάθε χρόνο την τροχιά του που ορίζουν τα δύο ηλιοστάσια, η σελήνη που οφείλει τη λάμψη της στην ακτινοβολία του ήλιου ολοκληρώνει σε ένα μήνα την τυπική της περιστροφή, οι πέντε πλανήτες, άλλοι μεν πιο κοντά άλλοι δε πιο απομακρυσμένοι από την γη, ξεκινούν από το ίδιο σημείο για να διαγράψουν τον ίδιο κύκλο σε άνισους χρόνους. Έχεις δει ποτέ κάτι τέτοιο, Επίκουρε;

Εφ’ όσον τίποτα δεν υπάρχει εκτός από αυτά που έχουμε αγγίξει ή δει, πρέπει να υποστηρίξουμε ότι ο ήλιος, η σελήνη, οι πλανήτες δεν υπάρχουν; Αλλά τι; Έχεις δει ποτέ θεό με τα μάτια σου; Γιατί λοιπόν πιστεύεις στην ύπαρξή του; Θα έπρεπε λοιπόν να ξεγράψουμε όλη την ιστορία όπως επίσης και κάθε καινοτομία που συνάγεται από την λογική. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι άνθρωποι που διαμένουν στην ενδοχώρα δεν θα πιστεύουν στη ύπαρξη της θάλασσας; Τι να σκεφθούμε για τόση στενοκεφαλιά; Εάν δεν είχες γεννηθεί στην Σέριφο και δεν είχες φύγει ποτέ από το νησί ή δεν είχες δει παρά μόνο μικρούς λαγούς και μικρές αλεπούδες, θα έμενες λοιπόν δύσπιστος εάν σου μιλούσαν για λιοντάρια και πάνθηρες, και εάν έκαναν αναφορά σε ελέφαντα, θα σκεφτόσουνα ότι σε κοροϊδεύουν.



32. Τελείωσες, Βελλήϊε, την έκθεση σου με τη μορφή συλλογισμού, αντίθετα με όσα ισχύουν στη σχολή σου, ενήργησες όπως οι λογικοί : οι θεοί, είπες, είναι όντα μακάρια. Σύμφωνοι. Και κανείς δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος χωρίς την αρετή. Και σ’ αυτό σύμφωνοι, και μάλιστα ευχαρίστως. Αλλά η αρετή δεν νοείται χωρίς την λογική. Να ακόμη μια πρόταση για την οποία δεν μπορούμε να έχουμε αντίρρηση. Προσθέτεις τότε και δεν μπορεί να υπάρχει λογική παρά μόνο σε όν που έχει ανθρώπινη μορφή. Ποιός πιστεύεις ότι θα συμφωνήσει μαζί σου σ’ αυτό; Εξ’ άλλου εάν αυτό ήταν αλήθεια, ποια η ανάγκη να φτάσουμε σ’ αυτό με διαδοχικά βήματα. Θα μπορούσες να το θέσεις κατευθείαν. Τι σημαίνει, σε ρωτώ, η ακολουθία αυτή των προτάσεων; Σε παρακολούθησα να περνάς από την ευτυχία στην αρετή, από την αρετή στη λογική, μέχρι εδώ μπορούμε να σε ακολουθήσουμε, αλλά στη συνέχεια πως το χειρίζεσαι για να πας από την λογική στην ανθρώπινη μορφή; Εδώ δεν πρόκειται πλέον για λογικό συμπέρασμα, είναι ένα απότομο πήδημα. Δεν αντιλαμβάνομαι, θα προσθέσω, γιατί ο Επίκουρος προτιμούσε να λέει ότι οι θεοί μοιάζουν στους ανθρώπους και όχι ότι οι άνθρωποι στους θεούς.

Θα θέλεις να μάθεις ποια είναι η διαφορά, επειδή επιτέλους, θα πεις, εάν ένα αντικείμενο μοιάζει με ένα άλλο, αυτό το άλλο μοιάζει με το πρώτο. Αυτό είναι σωστό, αλλά θα παρατηρήσω ότι η δομή με την οποία καθορίζεται η μορφή για την οποία συζητάμε δεν έχει προέλθει από τους ανθρώπου στους θεούς, επειδή εάν οι θεοί πρέπει να είναι αιώνιοι υπήρχαν πάντοτε, ποτέ δεν άρχισαν να υπάρχουν ενώ οι άνθρωποι γεννιούνται κάποια συγκεκριμένη στιγμή στο χρόνο, τότε η ανθρώπινη μορφή υπήρχε, ήταν αυτή των αθάνατων θεών πριν υπάρξουν άνθρωποι. Δεν πρέπει λοιπόν να λέμε ότι οι θεοί έχουν ανθρώπινη μορφή, αλλά ότι οι άνθρωποι έχουν θεϊκή μορφή. Κατά τα άλλα ας είναι όπως νομίζεις, ερωτώ από ποια εξαιρετική μοίρα, από ποια ασύλληπτη τύχη – σύμφωνα με σας, άλλωστε, τίποτα στη φύση δεν συμβαίνει εξ’ αιτίας ενός ευφυούς σχεδιασμού- μια τόσο ευτυχής συνένωση ατόμων μπόρεσε να παραχθεί, πως απότομα παρουσιάστηκαν άνθρωποι έχοντας μορφή όμοια με αυτή των θεών. Πρέπει να σκεφθούμε ότι θεϊκός σπόρος έπεσε από τον ουρανό στη γη και έτσι σχηματίστηκαν άνθρωποι όμοιοι με τους πατέρες τους; Στην πραγματικότητα θα ήθελα να γνωρίζω : αυτήν τη συγγένεια με τους θεούς, θα τη δεχθώ χωρίς να με παρακαλέσεις. Αλλά δεν λέτε τίποτα τέτοιο, υποστηρίζετε ότι συνέβη κατά τύχη να μοιάζουμε με τους θεούς. Και θα έπρεπε τώρα να βρω επιχειρήματα για να αντικρούσω μια τέτοια θέση; Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο να ανακαλύψω την αλήθεια όσο να αποκαλύψω την ανακρίβεια μιας θεωρίας.



33. Μιλώντας αναλυτικά και αποδεικνύοντας ότι έχεις αξιοπρόσεκτη μνήμη, ανέφερες περιληπτικά τις απόψεις όλων των φιλοσόφων, από τον Θαλή τον Μιλήσιο, για την φύση των θεών, και σίγουρα δεν θα ζητούσα τίποτα καλύτερο από το να θαυμάσω έναν Ρωμαίο που τα γνωρίζει τόσο καλά. Όλοι αυτοί που έχουν παραδεχθεί ότι υπήρχε θεός χωρίς να έχει ούτε χέρια ούτε πόδια σου φαίνονται να παραληρούν; Δεν λαμβάνετε λοιπόν καθόλου υπόψη σας, στη σχολή σας, την χρησιμότητα με την οποία κρίνεται στον άνθρωπο η παρουσία κάθε μέλους του, κάτι που θα μπορούσε να σας οδηγήσει να αντιληφθείτε ότι οι θεοί δεν τα έχουν ανάγκη; Προς τι τα πόδια όταν δεν χρειάζεται να περπατήσουν; Τα χέρια όταν δε έχουν τίποτα να πιάσουν; Και θα πω ακόμα και για άλλα μέλη μπαίνοντας στη δομή του σώματος όπου δεν μπορεί να έχουν τίποτα που θα ήταν μάταιο, χωρίς αιτία ύπαρξης, περιττό. Αυτό είναι που δημιουργεί την ανωτερότητα της φύσης πάνω στην ανθρώπινη τέχνη όσο ικανή και αν την θεωρήσουμε. Ένας θεός θα έχει λοιπόν, σύμφωνα με σας, γλώσσα παρότι δεν μιλά, δόντια, ανάκτορο, λαρύγγι που δεν χρησιμεύουν σε τίποτα, και όλα τα όργανα που η φύση δημιούργησε εν όψει της αναπαραγωγής, ένας θεός θα τα κατέχει χωρίς να κάνει οποιαδήποτε χρήση τους; Το επιχείρημα χρησιμοποιείται εξίσου για τα εξωτερικά και τα εσωτερικά όργανα : σε τι μπορούν να συμμετέχουν στην ομορφιά ενός όντος η καρδιά, οι πνεύμονες το συκώτι, εάν αφαιρέσουμε την ωφέλιμη λειτουργία που εκτελούν; Και εντούτοις για να είναι ωραίος ο θεός σας θέλετε να τον προικίσετε με αυτά. Στηριζόμενοι σε παρόμοιες φαντασιώσεις ο Επίκουρος ο Μητρόδωρος ο Έρμαρχος κατηγόρησαν τον Πυθαγόρα, τον Πλάτωνα τον Εμπεδοκλή. Πολύ περισσότερο η Λεόντιον, μια γυναίκα διεφθαρμένη, δεν φοβήθηκε να επιτεθεί στον Θεόφραστο σε ένα κείμενο σε γοητευτική μορφή, αττική, είναι αλήθεια, αλλά το θράσος της δεν είναι λιγότερο προσβλητικό; Είναι μόνο οι θαμώνες του Κήπου του Επίκουρου που έχουν αποκτήσει τόση ελευθερία. Και ακόμα παραπονιέστε. Ο Ζήνων είχε χαρακτήρα εριστικό.

Τι να πούμε για τον Αλμπούκιο. Σε ότι αφορά τον Φαίδρο, τον πιο ευγενικό, τον πιο αξιαγάπητο από τους γέροντες, θύμωνε μόλις συνέβαινε να δείξω ζωντάνια σε μια συζήτηση, ενώ ο Επίκουρος έχει λοιδορήσει τον Αριστοτέλη, συκοφάντησε τον Φαίδωνα τον μαθητή του Σωκράτη, έγραψε πολλούς τόμους επιχειρώντας να καταστρέψει τον Τιμοκράτη, τον αδελφό του καλύτερου του φίλου του Μητρόδωρου, επειδή υπήρχε μεταξύ τους κάποια ασήμαντη φιλοσοφική ασυμφωνία, φάνηκε αγνώμων προς τον Δημόκριτο αν και χρωστούσε πολλά σ’ αυτόν, κακολογούσε τον δάσκαλό του τον Ναυσιφάνη, από τον οποίο είχε διδαχθεί πολλά.



34. Ο Ζήνων δεν ικανοποιείτο να απευθύνει φαρμακερά πυρά εναντιόν των συγχρόνων του, του Απολλόδωρου, του Σίλου, και άλλων ακόμα, αλλά και εναντίον του Σωκράτη, του πατέρα της φιλοσοφίας : τον ονόμαζε με όνομα που μπορεί να μεταφραστεί ως ο γελοίος της Αθήνας, ονόμαζε πάντοτε τον Χρύσιππο Χρυσίππα. Και συ ο ίδιος, Βελλήϊε, ενώ , σαν λογοκριτής, εκφωνούσες πριν από λίγο τον πίνακα των φιλοσόφων, διακήρυττες ότι οι σπουδαίοι αυτοί άνδρες ήσαν άμυαλοι, εξωφρενικοί, τρελοί. Εάν εντούτοις κανένας από αυτούς δεν είχε αληθινή άποψη για τη φύση των θεών, υπάρχει μεγάλος φόβος να μην υπάρχουν καθόλου θεοί. Όλα αυτά που λέτε πάνω στο θέμα των θεών, είναι μύθοι που δεν ταιριάζουν ούτε σε γριές που κουτσομπολεύουν το βράδυ μόλις ανάψει η λάμπα.

Ούτε αντιλαμβάνεστε όλες τις συνέπειες που επιφέρουν σε σας η απονομή στους θεούς και στους ανθρώπους της ίδιας μορφής εάν είμαστε σύμφωνοι με σας. Θα έπρεπε ένας θεός να φροντίζει το σώμα του όπως ακριβώς και ένας άνθρωπος, να κάνει τις ίδιες ασκήσεις : θα έπρεπε να βαδίζει, να τρέχει, να κοιμάται, να συνουσιάζεται, να κάθεται, να χρησιμοποιεί τα χέρια του, και μάλιστα να συνομιλεί και να βγάζει λόγους. Και ακόμα θέλετε να υπάρχουν αρσενικοί και θηλυκοί θεοί, και είναι ανώφελο να επιμείνουμε σ’ αυτό που πρέπει να ακολουθήσει.

Στην πραγματικότητα, αναρωτιέμαι, με κατάπληξη που συνεχώς μεγαλώνει, πως ο αρχηγός της σχολής σας μπόρεσε να καταλήξει σε τέτοιες γνώμες. Δεν σταματάτε να φωνάζετε πολύ δυνατά ότι ένας θεός πρέπει να είναι μακάριος και αθάνατος, και εδώ είναι ένα θέμα για το οποίο δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία. Αλλά το γεγονός ότι δεν έχουν δυο πόδια πρέπει να τους εμποδίσει να είναι μακάριοι; Η ευφορία, η ευδαιμονία – και η μια και η άλλη λέξη έχουν κάτι το άχαρο, αλλά μας είναι οικίες από τη χρήση- τελικά αυτή η τέλεια ευτυχία, όποια και αν είναι, γιατί δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στον μακρινό ήλιο, ή στον κόσμο μας ή ακόμα σε κάποια αιώνια νόηση που δεν έχουν σώμα ούτε μορφή ούτε μέλη; Αυτό που θα βρεις να πεις είναι : δεν είδα ποτέ ήλιο ή κόσμο μακάριο. Αλλά τι; Είδες ποτέ άλλο κόσμο εκτός από το δικό μας; Θα απαντήσεις : όχι. Γιατί λοιπόν τότε δεν φοβάσαι να πεις ότι υπάρχουν άλλοι κόσμοι που μάλιστα δεν προσδιορίζεις τον αριθμό τους, για παράδειγμα εξακόσιες χιλιάδες, επειδή διακηρύττεις ότι είναι άπειροι. Το επιχείρημα σε οδήγησε σ’ αυτό το συμπέρασμα. Δεν σε οδηγεί έτσι να αναγνωρίσεις ότι ένας θεός, επειδή πρέπει να τέλειος στον υπέρτατο βαθμό, ότι η αιώνια ευδαιμονία του είναι γνώρισμα που ανήκει μόνο σ’ αυτόν, και μάλιστα έχει το πλεονέκτημα της αθανασίας σε σχέση με μας, πρέπει εξίσου να υπερέχει λόγω της τελειότητας της ψυχής του και της τελειότητας του σώματός του. Κατώτεροι από αυτόν σε όλα τα άλλα, γιατί να είμαστε ίσοι ως προς τη μορφή; Φαίνεται ότι, εάν ο άνθρωπος μπορεί να πλησιάσει τον θεό, αυτό θα γίνει περισσότερο με την αρετή παρά με την εξωτερική εμφάνιση.



35. Για να επανέλθουμε στο συνηθισμένο επιχείρημά σας, δεν μπορούμε τίποτα να πούμε τόσο παιδιάστικο όσο να αρνηθούμε την ύπαρξη ζώων που γεννιούνται στην Ερυθρά Θάλασσα ή στην Ινδία; Οι πιο ακόρεστοι άνθρωποι για γνώσεις ποτέ δεν θα μπορέσουν, παρ’ όλες τους τις προσπάθειες, να έχουν άμεση επαφή με όλα τα όντα που ζουν στη γη, στη θάλασσα, στους βάλτους και στα ποτάμια. Θα πούμε ότι δεν υπάρχουν επειδή ποτέ δεν τα έχουμε δει; Αυτή η ομοιότητα, τελικά, που έχει για σας τόση αξία, έχει πράγματι τόση σημασία; Ένα σκύλος δεν μοιάζε με ένα λύκο; Και, όπως το λέει ο Έννιος, ποια δεν είναι η ομοιότητα του πιθήκου, ενός ζώου που είναι τόσο άσχημο, με τον άνθρωπο !

Αλλά υπάρχει απόν τον ένα στον άλλο διαφορά ηθικής αρχής. Ο ελέφαντας δεν κυριαρχεί σε όλα τα ζώα με την νόηση του, αλλά με τον βαρύ του όγκο! Αναφέρομαι στα ζώα, αλλά ακόμα και στους ανθρώπους δεν συμβαίνει, όμοιοι στην εξωτερική εμφάνιση, να διαφέρουν στον χαρακτήρα ή αντίστροφα, έχουν τον ίδιο χαρακτήρα και διαφέρουν στην όψη; Με τον τρόπο που σκέφτεσαι, Βελλήϊε, δες που οδηγείσαι. Έχεις παραδεχθεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει νόηση παρά μόνο σε ένα ον με ανθρώπινη μορφή, κάποιος άλλος θα δεχθεί ότι μόνο ένας κάτοικος της γης, ένα ον που η ύπαρξη του άρχισε κάποια συγκεκριμένη στιγμή, που μεγάλωσε ενώ ήταν μικρό, που σπούδασε, που αποτελείται από ψυχή και σώμα αδύναμο και φθαρτό, τελικά ένας άνθρωπος, ένας θνητός μπορεί να είναι νοήμων. Εάν έχετε αντίρρηση ενάντια στην απόδοση σε έναν θεό όλων αυτών των χαρακτηριστικών, γιατί αποδίδετε τέτοια σημασία στην εξωτερική εμφάνιση; Αυτό που μπόρεσες να δεις, είναι ότι στον άνθρωπο η λογική και η νόηση συνυπάρχουν με αυτά τα χαρακτηριστικά και δηλώνεις ότι αρκεί να τα περικόψεις για να έχεις θεό αρκεί οι γραμμές του σώματος να παραμείνουν οι ίδιες. Έτσι δεν προχωράς καθόλου σε σοβαρή εξέταση. Είναι κατά κάποιο τρόπο σαν να μιλάς χωρίς σκέψη και να λες το πρώτο πράγμα που κατά τύχη σου έρχεται στο στόμα.

Ίσως έχεις επίσης παραλείψει να παρατηρήσεις ότι, όχι μόνο σ’ έναν άνθρωπο, αλλά σ’ ένα δένδρο, κάθε τι που είναι περιττό ή άχρηστο είναι βλαπτικό. Πόσο είναι ανυπόφορο να έχει κανείς ένα δάκτυλο παραπάνω. Γιατί; Επειδή πέντε δάκτυλα είναι αρκετά, εάν πρόκειται για την ομορφιά του χεριού ή για τη χρήση που κάνουμε. Και ο θεός σου δεν θα είχε μόνο ένα δάκτυλο παραπάνω, αλλά κεφάλι, λαιμό, αυχένα, πλευρά, στομάχι, ώμο, γόνατα, χέρια, πόδια, μηρούς, κνήμες.

Εάν τον υποθέτετε έτσι, για να εξασφαλίσετε την αθανασία του, τι σχέση έχουν τα μέλη αυτά με τη ζωή; Τι σχέση έχει ακόμη το πρόσωπο; Εξαρτάται περισσότερο από τον εγκέφαλο, την καρδιά, τους πνεύμονες και το συκώτι, επειδή είναι η βάση της ζωής : το σχήμα του προσώπου δεν έχει σχέση με την διάρκεια της ζωής.



36. Και μέμφεσαι αυτούς που, αντικρίζοντας τον κόσμο, αντικρίζοντας τα μέρη από τα οποία αποτελείται, θα μπορούσαμε να πούμε τα μέλη του, τον ουρανό, τις στεριές, τις θάλασσες, αντικρίζοντας επίσης τον ήλιο, τη σελήνη, τα άστρα που τα έχουν για στολίδια, έχοντας μάθει να αναγνωρίζουν την κανονικότητα των εποχών, τις αλλαγές και τις αλληλοδιαδοχές, έχουν κρίνει ότι για την δημιουργία αυτού του συνόλου, για το θέσει σε κίνηση, για να το ελέγξει και να το κυβερνήσει, υπήρχε μια ανώτερη κυρίαρχη φύση ; Υποθέτοντας ότι, έχουν ξεφύγει από τον ορθό δρόμο βλέπω τουλάχιστον ποια ιδέα τους κατευθύνει, αλλά εσύ; Ποιο είναι το αριστούργημα, ποια είναι η κατασκευή που της αξίζει ο θαυμασμός που θα μπορούσε να φαίνεται ότι οφείλεται σε μια θεϊκή νόηση και σου επιτρέπει να βεβαιώσεις την ύπαρξη των θεών; Είχα, λες, εντυπωμένη στην ψυχή μου, την αναπαράσταση του θεού. Και ακόμα, όπως φαντάζομαι αυτή ενός Δία με γένια , μιας Αθηνάς με περικεφαλαία, δεν θα μπορούσες να τους σκεφθείς διαφορετικά, πιστεύεις ότι είναι έτσι; Πόσο μεγαλύτερη αξία έχουν οι πεποιθήσεις του αγράμματου πλήθους που δεν αποδίδουν μόνο σε ένα θεό τα μέλη του ανθρωπίνου σώματος άλλα αλλά επίσης και τη χρήση τους. Τον παριστάνουν να έχει τόξο, βέλη, δόρυ, ασπίδα, τρίαινα, κεραυνό και αν δεν βλέπουν τους θεούς σε δράση, τουλάχιστον δεν μπορούν να αντιληφθούν ένα θεό σε αδράνεια.

Ακόμα και αυτοί οι Αιγύπτιοι, τους οποίους κοροϊδεύουμε, δεν θεοποίησαν κανένα ζώο παρά μόνο λόγω κάποιας υπηρεσίας που τους παρείχε. Έτσι οι ίβεις, που είναι μεγάλα πουλιά, με δυνατά πέλματα, με μακρύ ράμφος, είναι φοβεροί διώκτες για τα φίδια, απομακρύνουν από την Αίγυπτο μια μάστιγα σκοτώνοντας και καταβροχθίζοντας τα ιπτάμενα φίδια που ο άνεμος της Αφρικής φέρνει από την Λιβύη ώστε τα ζώα αυτά να μην καταστρέφουν τη χώρα με το δάγκωμα τους, όταν είναι ζωντανά και να μην την βρομίζουν όταν είναι ψόφια. Θα μπορούσα να μιλήσω για τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι ιχνεύμονες, οι κροκόδειλοι, οι γάτες, αλλά δεν θέλω να μακρηγορήσω. Θα κλείσω λέγοντας ότι οι βάρβαροι έχουν προαγάγει στο επίπεδο των θεών κάποια ζώα λόγω της χρησιμότητας τους, οι θεοί σας όχι μόνο δεν έχουν στο ενεργητικό τους τίποτα καλό για σας, αλλά δεν κάνουν απολύτως τίποτα. Ένας θεός, λέει ο Επίκουρος, δεν έχει κανενός είδους σκοτούρες και γι’ αυτόν πράγματι, όπως για τα πολύ κακομαθημένα παιδιά, η τεμπελιά είναι το καλύτερο πράγμα στον κόσμο.



37. Αλλά αυτά τα ίδια τα παιδιά όταν δεν εργάζονται πια, ψυχαγωγούνται παίζοντας. Αυτός που τον ονομάζετε θεό σας απολαμβάνει ανάπαυση τόσο κοντινή στην αποχαύνωση ώστε εάν κινιόταν θα έπρεπε να φοβηθούμε ότι δεν θα μπορούσε πλέον να βρίσκεται στην τάξη των ευτυχισμένων, δεν είναι αλήθεια; Μιλώντας έτσι δεν καταδικάζετε μόνο τους θεούς στην ακινησία, δεν τους κάνετε μόνο ανίκανους για οποιαδήποτε θεϊκή ενέργεια, αλλά κάνετε ότι μπορείτε ώστε ακόμη και οι άνθρωποι να είναι αδρανείς επειδή, ακόμα και σε έναν θεό, η εκτέλεση οποιασδήποτε πράξης είναι ασύμβατη με την ευτυχία.

Ας δεχθούμε εντούτοις ότι ένας θεός είναι φτιαγμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση με τον άνθρωπο, που κατοικεί; Ποια είναι η κατοικία του; Σε ποια περιοχή βρίσκεται; Τι ζωή περνάει; Από τι είναι φτιαγμένη αυτή η ευτυχία που λέτε ότι του ανήκει; Για να μπορούμε να είμαστε ικανοί για την μακαριότητα πρέπει να κάνουμε χρήση των πλεονεκτημάτων της και να παίρνουμε τους καρπούς της. Ανάμεσα στα άψυχα πράγματα καθένα έχει την σωστή του θέση που από τη φύση κατέχει : η γη είναι από κάτω και την καλύπτει το νερό, η περιοχή που βρίσκεται από πάνω ανήκει στον αέρα, αυτό που υπερέχει απ’ όλα είναι ο πύρινος αιθέρας. Σε ότι αφορά τα ζώα υπάρχουν αυτά που ζουν στη γη, άλλα είναι υδρόβια, άλλα είναι αμφίβια, ορισμένα όπως πιστεύεται γεννιόνται από τη φωτιά και τα βλέπουμε συχνά να φτερουγίζουν σε καυτερούς κλιβάνους. Ρωτώ λοιπόν κατ’ αρχήν, που μπορεί, σύμφωνα με σας, να κατοικεί ένας θεός, και κατόπιν ποια αιτία τον κάνει να μετακινείται, εάν συμβαίνει να κινείται, κατόπιν, εφ’ όσον το σωστό για ένα ζωντανό ον είναι να επιθυμεί το αγαθό σύμφωνα με τη φύση του, ρωτώ επίσης, ποιο πράγμα είναι για έναν θεό αντικείμενο επιθυμίας, τέλος, γενικότερα ποια χρήση κάνει της νόησης του και της λογικής του, και τελικά σε τι συνίσταται η ευτυχία του και πως αντιλαμβανόμαστε την αθανασία του. Με όλα αυτά τα σημεία, οποιοδήποτε από αυτά θα ήθελες να θίξεις, δίνεις στη θεωρία σου αγιάτρευτο κτύπημα. Όταν ακολουθείς κακή μέθοδο βρίσκεσαι σε ανεξήγητη κατάσταση. Κατ’ αυτόν τρόπο, σύμφωνα με τα λεγόμενά σου, η εξωτερική εμφάνιση ενός θεού δεν γίνεται καθόλου αντιληπτή με την όραση άλλα με το πνεύμα, στερείται από κάθε στερεότητα, δεν υπόκειται σε αναγνώριση, την γνωρίζουμε από την ροή όμοιων ειδώλων, λόγω της απροσδιόριστης πολλαπλότητας τους, τα άτομα σχηματίζουν συνέχεια νέα όμοια σώματα και, η σκέψη μας, προσηλωμένη σ’ αυτά, σχηματίζει την ιδέα μακαρίων και αθανάτων όντων.



38. Στο όνομα των ίδιων των θεών για τους οποίους μιλάμε, τι σημαίνει όλη αυτή η συζήτηση; Εάν δεν έχουν ύπαρξη παρά μόνο για την φαντασία, εάν δεν έχουν καμία σωματική σύσταση, καμία πραγματικότητα, ποια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στην ιδέα ενός θεού και ενός ιπποκένταυρου; Οι άλλοι φιλόσοφοι θεωρούν μια νοητική παράσταση τέτοιου είδους ως κάτι εντελώς κενό, εσείς αυτό το ονομάζετε είσοδο, διείσδυση των ειδώλων στις ψυχές.

Όταν, για παράδειγμα, νομίζω ότι βλέπω τον Τιβέριο Γράκκχο μπροστά στο Καπιτώλιο να εκφωνεί μια δημηγορία ενώ ενεργεί ψηφοφορία για το θέμα του Οκτάβιου, δεν διστάζω να πω ότι εδώ υπάρχει κίνηση της ψυχής στην οποία δεν αντιστοιχεί καμιά πραγματικότητα, για σένα πρόκειται για τα αποσπασμένα είδωλα από τον Γράκκχο και τον Οκτάβιο που υφίστανται και προσφέρονται στην ψυχή μου όταν πλησιάζω το Καπιτώλιο. Το ίδιο συμβαίνει με έναν θεό : η μορφή τέτοιου είδους όντος κτυπά συχνά το πνεύμα και το αντιλαμβανόμαστε στη συνέχεια ως μακάριο και αιώνιο. Ας δεχθούμε την ύπαρξη των ειδώλων που εντυπώνονται στις ψυχές, το μόνο αποτέλεσμα θα είναι να εμφανίζεται μπροστά τους ένα αντικείμενο συγκεκριμένης μορφής. Αυτό το αντικείμενο μας δηλώνει γιατί είναι μακάριο και αιώνιο; Εξ’ άλλου τι είναι αυτά τα είδωλα για τα οποία μιλάτε; Από πού προέρχονται;

Όλη αυτή η ξετσιπωσιά έχει τη ρίζα της στον Δημόκριτο, αλλά έχουμε διατυπώσει εναντίων του πολλές αντιρρήσεις και εσείς δεν απαντάτε σ’ αυτά καλύτερα από αυτόν, όλη αυτή η θεωρία είναι ετοιμόρροπη και κουτσή. Διότι, θα τα καταφέρει ποτέ κανείς να μου αποδείξει ότι το πνεύμα μου λαμβάνει είδωλα όλων των σπουδαίων νεκρών, του Όμηρου, του Αρχίλοχου, του Ρωμύλου, του Νούμα, του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα; Δεν τα βλέπω με τη μορφή που είχαν όταν ήσαν ζωντανοί; Πως μπορούμε λοιπόν έκτοτε να βεβαιώσουμε ότι είναι αυτοί; Οι εικόνες αυτές από ποιους προέρχονται;

Ο Αριστοτέλης βεβαιώνει ότι ο Ορφέας ο ποιητής δεν υπήρξε ποτέ και αποδίδουν την ορφική ποίηση σε κάποιον Πυθαγόρειο με το όνομα Κέρκοψ. Εντούτοις ο Ορφέας, δηλαδή σύμφωνα με σας το είδωλο του, βρίσκεται συχνά στο πνεύμα μου. Πως είναι δυνατόν για τον ίδιο άνθρωπο να έχω μια παράσταση, και εσύ μιαν άλλη. Πως είναι δυνατόν να έχουμε παραστάσεις για πράγματα που δεν υπήρξαν ποτέ όπως η Σκύλλα και η Χείμερα; Ή ακόμα να έχουμε παραστάσεις προσώπων, τοποθεσιών που ποτέ δεν έχουμε αντικρύσει; Τέλος πως είναι δυνατόν να μου παρουσιάζεται είδωλο όταν το θελήσει η φαντασία μου και στον ύπνο έρχονται με τρόπο τελείως αυθόρμητο; Όλα αυτά, Βελλήϊε, πραγματικά δεν είναι καθόλου σοβαρά. Κάνετε να διεισδύουν τα είδωλα όχι μόνο στα μάτια άλλα και στις ψυχές.



39. Δεν υπάρχει τόσο μεγάλο κακό από το να κοροϊδεύετε , αλλά κάνετε κατάχρηση της ανοχής μας. Το γρήγορα πέρασμα ενός ρεύματος ειδώλων κάνει ώστε να φαίνεται ότι μπλέκονται σε μια, λέτε. Θα κοκκίνιζα λέγοντας ότι δεν αντιλαμβάνομαι εάν εσείς οι ίδιοι που υποστηρίζετε την θεωρία αυτή την καταλαβαίνετε. Πως θα αποδείξεις ότι υπάρχει χωρίς διακοπή ροή ειδώλων; Και, αν υποθέσουμε ότι αυτό ισχύει, πως αποδεικνύεις ότι αυτές τα είδωλα είναι αιώνια;

Υπάρχει, λες, απειρία ατόμων. Αυτό συνεπάγεται ότι όλα τα πράγματα είναι αιώνια; Καταφεύγεις στον νόμο της ισορροπίας ( έτσι ερμηνεύουμε, εάν θέλεις, τον όρο ισονομία) και ισχυρίζεσαι ότι, δεδομένης της ύπαρξης θνητής φύσης, πρέπει να υπάρχει και αθάνατη φύση. Συνεπώς, επειδή υπάρχουν θνητοί άνθρωποι, θα πρέπει να υπάρχουν και αθάνατοι και, οι μεν αφού γεννιούνται στη γη άλλοι θα πρέπει να γεννιούνται στο νερό. Ομοίως, λες επίσης, εφ’ όσον υπάρχουν ενέργειες καταστροφικές, υπάρχουν αυτές που συντηρούν. Τίποτα πιο σωστό, αλλά τα όντα που είναι ικανά να διατηρήσουν ότι υπάρχει έχουν αυτά τα ίδια πραγματική υπόσταση και δεν πιστεύω σ’ αυτήν των θεών σας. Αυτά τα θεϊκά ομοιώματα τελικά πως δημιουργούνται από τα άτομα; Ας υποθέσουμε, πράγμα που δεν είναι αληθινό, ότι υπάρχουν, αυτό που θα μπορούσαν να κάνουν, θα ήταν να σπρώχνουν τα μεν τα δε, ίσως να αλληλοσυγκρούονται, όχι απαραίτητα να σχηματίζουν κάποιο όν που να έχει μορφή, σχήμα, χρώμα, ζωή. Δεν καταφέρνετε λοιπόν να ερμηνεύετε τη γέννηση ενός αθάνατου θεού.



40. Ας δούμε τώρα την ευτυχία του θεού. Χωρίς την αρετή, βέβαια με κανένα τρόπο δεν γίνεται αντιληπτή, αλλά η αρετή είναι ενεργητική και ο θεός σας είναι αδρανής, δεν κατέχει λοιπόν την αρετή ούτε, κατά συνέπεια, την ευτυχία.

Ποια είναι λοιπόν η ζωή τους; Συνεχής διαδοχή αγαθών, λες, χωρίς ποτέ να τους βρίσκει κάποιο κακό. Αλλά από ποια αγαθά είναι τόσο πλούσιοι; Από ηδονές, νομίζω, από ηδονές που αναφέρονται στο σώμα, επειδή δεν γνωρίζετε καμία από αυτές που να μην έχει τη προέλευσή της από το σώμα και ανάγετε τα πάντα στην σωματική ηδονή. Δεν νομίζω, Βελλήϊε, ότι μοιάζεις με άλλους επικούρειους που δεν είναι πιστοί στις διδαχές του δασκάλου. Κάποια λόγια του Επίκουρου τους προκαλούν σύγχυση : διακηρύσσει ότι δεν γνωρίζει κανένα αγαθό που να μην συνδέεται με τις ηδονές των αισθήσεων, με τις σαρκικές ηδονές και δεν κοκκινίζει να τις απαριθμεί.

Ποια διαλεκτά εδέσματα, ποιά ποτά, ποια είδη ήχων ή ανθέων, ποια αγγίγματα, ποια αρώματα χρησιμοποιείτε για να πλημμυρίσετε τους θεούς με ηδονή; Οι ποιητές τους προσφέρουν απολαυστικά γεύματα, η Ήβη και ο Γανυμήδης τους γέμιζαν τα ποτήρια, και συ Επίκουρε τι θα κάνεις; Δεν αντιλαμβάνομαι από πού ο θεός σας θα μπορούσε να πάρει όλες αυτές τις απολαύσεις, ούτε πως θα τις χρησιμοποιούσε. Οι άνθρωποι είναι λοιπόν από τη φύση περισσότερο προικισμένοι από ότι οι θεοί να ζουν στην ευτυχία επειδή είναι ικανοί να ευχαριστηθούν πολύ μεγαλύτερο αριθμό από απολαύσεις. Αλλά, θα πεις, δεν πρόκειται για αυτές τις κούφιες ηδονές στις οποίες ταιριάζει το όνομα του γαργαλίσματος των αισθήσεων ( χρησιμοποιώ εδώ τον όρο του Επίκουρου). Μέχρι που θα φτάσει η κοροϊδία σου; Ο φίλος μου ο Φίλων, και αυτός, δεν μπορούσε να υποφέρει του επικούρειους να δίνουν την εντύπωση ότι περιφρονούσαν αυτές τις εύκολες ηδονές που μαλακώνουν τις ψυχές, η εξαιρετική του μνήμη του επέτρεπε να απαγγέλει κατά λέξη πάμπολλες φράσεις βγαλμένες από τα συγγράμματα του Επίκουρου, επαναλάμβανε έτσι πολλές και πολύ απρόσεκτες φράσεις του Μητρόδωρου, θεματοφύλακα της επικούρειας σοφίας : Δεν επέκρινε τον αδελφό του Τιμοκράτη επειδή αμφέβαλε ότι μέτρο κάθε ευτυχίας ήταν η κοιλιά; Δεν το είπε μόνο μια φορά, αλλά συχνά.

Βλέπω, Βελλήϊε, ότι δεν αντιλέγεις σ’ αυτά, επειδή γνωρίζεις τα κείμενα, εάν διαφωνούσες, θα σου έδινα τους τόμους. Παρατήρησε ότι δεν ασχολούμαι τώρα με την δοξασία που ανάγει όλα τα αγαθά στην ηδονή, αυτό είναι άλλο θέμα, αποδεικνύω ότι οι θεοί σας αγνοούν την ηδονή, και ότι, κατά συνέπεια, με τους ίδιους τους όρους των αρχών σας, δεν μπορούν καθόλου να θεωρηθούν μακάριοι.



41. Αλλά, λες, δεν δοκιμάζουν κανένα πόνο. Αρκεί αυτό για να τους εξασφαλίσει την πληθώρα των αγαθών που υποθέτει μια τέλεια ευτυχία; Ένας θεός, βεβαιώνουν οι επικούρειοι, δε παύει να έχει στο μυαλό του την ιδέα της δικής του ευτυχίας, δεν υπάρχει άλλη σκέψη να τον απασχολεί. Φαντάσου να βλέπεις με τα μάτια σου ένα θεό που στην αιωνιότητα δεν κάνει τίποτα άλλο από το να επαναλαμβάνει στον εαυτό του : «πόσο καλά αισθάνομαι, πόσο είμαι ευτυχισμένος ! » και επί πλέον δεν βλέπω πως αυτός ο θεός, που απολαμβάνει τόσο μεγάλη ευτυχία, μπορεί να μην φοβάται να πεθάνει επειδή είναι εκτεθειμένος χωρίς καμιά ανάπαυλα στην έφοδο των ατόμων, σε ωθήσεις, σε ασταμάτητες συγκρούσεις και ότι από αυτόν τον ίδιο αδιάκοπα ξεκολλούν είδωλα. Στην πραγματικότητα λοιπόν δεν είναι ούτε μακάριος ούτε αθάνατος. Αλλά, θα αντιτείνεις, ότι ο Επίκουρος έγραψε βιβλία για την θρησκεία για την ευσέβεια προς τους θεούς. Ποια είναι λοιπόν η γλώσσα του σ’ αυτά τα βιβλία; Θα περιμέναμε να ακούσουμε ένα Τιβέριο Κορουνκάνιο, έναν Πούμπλιο Σκέβολα, αρχιερείς και οι δύο, και όχι τον άνθρωπο που υπονόμευσε τα θεμέλια κάθε θρησκείας, που, όπως ο Ξέρξης, ανέτρεψε τους ναούς και τους βωμούς των θεών με την διαφορά ότι ο Ξέρξης χρησιμοποίησε την δύναμη των όπλων, ο Επίκουρος τη δύναμη των επιχειρημάτων.

Γιατί στην πραγματικότητα οι άνθρωποι θα τιμούσαν τους θεούς ενώ οι θεοί όχι μόνο δεν λαμβάνουν για τους ανθρώπους καμιά ιδιαίτερη μέριμνα αλλά δεν ασχολούνται με αυτούς με κανένα τρόπο, δεν κάνουν ακριβώς τίποτα;

Η φύση τους, επιμένετε, με την ανωτερότητα της, την τελειότητά της πρέπει από μόνη της να έλκει τον σοφό και να τους αφιερώνει την λατρεία του. Μπορεί να υπάρχει κάτι πολύ υψηλό σε μια φύση που ολοκληρώνεται στην απόλαυσή της, μένει απόλυτα αδρανής, έτσι ήδη είναι και έτσι ήταν πάντοτε; Ποια θεία λατρεία οφείλουμε σε έναν θεό από τον οποίο δεν έχουμε δεχθεί τίποτα; Γενικότερα τι οφείλουμε σε ένα όν που ποτέ δεν έκανε τίποτα για κανέναν;

Η ευσέβεια δεν είναι άλλο πράγμα από μια δικαιοσύνη που αποδίδεται στους θεούς, με ποιο δικαίωμα θα περίμεναν από μας κάτι άλλο όταν δεν υπάρχει τίποτα κοινό μεταξύ αυτών και των ανθρώπων; Η θρησκεία είναι η γνώση των υποχρεώσεων που έχουμε προς τους θεούς, γιατί θα έπρεπε να τους λατρεύουμε ενώ δεν έχουμε τίποτα καλό που να προέρχεται από αυτούς, τίποτα καλό που να περιμένουμε από αυτούς, είναι κάτι που δεν αντιλαμβάνομαι.



42. Εξάλλου πως οι θεοί θα μπορούσαν να είναι άξιοι του σεβασμού μας εξαιτίας του θαυμασμού που οφείλεται στην ανωτερότητά τους, ενώ δεν βλέπουμε σ’ αυτούς καμιά ανωτερότητα; Σε ότι αφορά την δεισιδαιμονία από την οποία παινεύεστε ότι έχετε απελευθερώσει την ανθρωπότητα, ήταν εύκολο πράγμα να την νικήσετε από τη στιγμή που αφαιρέσατε από τους θεούς κάθε δύναμη να δράσουν. Νομίζεις ότι ο Διαγόρας ή ο Θεόδωρος, που ευθέως έχουν αρνηθεί την ύπαρξη των θεών, θα μπορούσαν να είναι δεισιδαίμονες; Δεν νομίζω ότι είναι η ίδια περίπτωση με τον Πρωταγόρα που αρνιόταν να τοποθετηθεί πάνω σ’ αυτό το θέμα. Οι θέσεις που υποστηρίζουν οι φιλόσοφοι αυτοί δεν καταργούν μόνο την δεισιδαιμονία που βασικό της στοιχείο είναι ο κενός φόβος των θεών, αλλά καταστρέφουν την θρησκεία και κατά συνέπεια την θεία λατρεία που τους αποδίδεται.

Να λοιπόν! Όταν λέμε ότι όλες οι σχετικές με τους αθάνατους θεούς πεποιθήσεις έχουν καταγωγή φανταστικές επινοήσεις σημαντικών δημοσίων ανδρών, με σκοπό ώστε αυτοί που η λογική τους ήταν αδύναμη να εξουσιάσει θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο δρόμο του καθήκοντος μέσω της θρησκείας, δεν καταστρέφουμε την θρησκεία; Στο ρωτάω αυτό, εάν υφίσταται για τον Πρόδικο τον Κείο , που υποστήριξε ότι έπρεπε να τοποθετήσουμε τους θεούς στο πλήθος των χρήσιμων αντικειμένων για την ανθρώπινη ζωή; Και οι συγγραφείς που διδάσκουν ότι θεοποίησαν μετά τον θάνατό τους άνδρες με μεγάλη ανδρεία, διάσημους ή με εξουσία και ότι αυτή είναι η προέλευση των όντων στα οποία οφείλουμε λατρεία, που επικαλούμαστε και προσκυνούμε, δεν είναι στερημένοι από κάθε θρησκεία ; Αυτή ακριβώς είναι η θεωρία που πρόβαλε ο Ευήμερος, ο ποιητής μας ο Έννιος, ανάμεσα σε όλους τους επικούρειους, την ακολούθησε και διέδωσε τις ιδέες της. Ο Ευήμερος δείχνει το είδος του θανάτου των θεών και τον τόπο ενταφιασμού τους. Δίνουμε με αυτά στήριγμα στη θρησκεία ή την καταργούμε ριζικά; Δεν θα πω τίποτα εδώ για την ιερή και σεβαστή Ελευσίνα όπου μυούνται άνθρωποι από τους πιο μακρινούς τόπους, επίσης θα ξεπεράσω χωρίς να πω τίποτα για τη Σαμοθράκη και τα μυστήρια που γιορτάζουν μια νυχτερινή τελετουργία, υπό την προστασία ενός πυκνού παραπετάσματος δένδρων.

Αυτές οι ιεροτελεστίες ερμηνευμένες στο φως της λογικής αποδίδουν περισσότερο ένα νόμο της φύσης παρά διδάσκουν τι είναι οι θεοί.


43. Και ο Δημόκριτος, πρέπει να το πω, αυτός ο άνθρωπος που πρέπει να τον τοποθετήσουμε στο πλήθος των πιο μεγάλων ανθρώπων και από τον οποίον ο Επίκουρος δανείστηκε το νερό για να ποτίσει το μικρό του κήπο, φαίνεται ελάχιστα βέβαιος για τον εαυτό του σε ότι αφορά την φύση των θεών. Άλλοτε έχει την άποψη ότι υπάρχουν στο σύμπαν είδωλα που έχουν θεϊκό χαρακτήρα, άλλοτε λέει ότι τα στοιχεία από τα οποία σχηματίζεται το πνεύμα, διαδεδομένα σ’ αυτό το ίδιο το σύμπαν, είναι θεοί, αλλού δίνει αυτό το όνομα σε ζωντανά είδωλα που είναι για μας άλλοτε αγαθά, άλλοτε κακά, ή ακόμα σε είδωλα τέτοιου μεγέθους που καλύπτουν απ’ έξω όλο τον κόσμο, όλα αυτά εφευρέσεις άξιες της πατρίδας του Δημόκριτου παρά του ίδιου του Δημόκριτου. Ποιος, πράγματι, μπορεί να αντιληφθεί τέτοια είδωλα, ποιος θα θελήσει να τα θαυμάσει, να κρίνει ότι αξίζουν θρησκευτική λατρεία;

Για να επιστρέψουμε στον Επίκουρο, έχει εξολοθρέψει και έχει ξεριζώσει από την ανθρώπινη ψυχή μέχρι την ρίζα το θρησκευτικό συναίσθημα όταν αφαίρεσε από τους θεούς τον χαρακτήρα της πρόνοιας τους που μπορούν να δώσουν στους ανθρώπους την εύνοιά τους. Όταν διακηρύσσει την ανωτερότητα και την τελειότητα της θεϊκής φύσης, της αρνείται την ευμένεια, δηλαδή ακριβώς αυτό που είναι το σημάδι, το κύριο χαρακτηριστικό ενός όντος πραγματικά ανώτερου και τέλειου. Τι καλύτερο, πράγματι, από την ευμένεια και την καλοσύνη; Να την αρνηθείς στους θεούς, όπως το κάνετε, είναι να θέλετε να μην υπάρχει για κανένα τους κάποιο όν αγαπητό τόσο ανάμεσα στους ανθρώπους όσο ανάμεσα στους θεούς, να είναι ανίκανοι να αγαπήσουν, ανίκανοι για τρυφερό συναίσθημα. Έχουν πλήρη αδιαφορία όχι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά επίσης για τους άλλους θεούς.


44. Πόσο καλύτερα ακούγονται οι στωικοί που τόσο τους κατακρίνετε! Κατά την άποψη τους οι σοφοί νοιώθουν φιλία για τους σοφούς ακόμα και γι’ αυτούς που δεν γνωρίζουν. Τίποτα, πράγματι, δεν αξίζει περισσότερη αγάπη από την αρετή, μας είναι αγαπητός λοιπόν όποιος την κατέχει όποια και αν είναι η φύση της.

Αλλά, εσείς, τι κακό δεν κάνετε στους ανθρώπους όταν θεωρείτε αδυναμία την επιθυμία να προσφέρουν υπηρεσία στην ευμένεια! Για να μην πούμε τίποτα για τους θεούς, για τη φύση τους και την ουσία τους, πιστεύετε πραγματικά ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να είναι γενναιόδωροι και ευμενείς παρά υπό την προϋπόθεση ότι είναι αδύναμοι; Δεν υπάρχει λοιπόν καθόλου φυσικό έλεος ανάμεσα στους καλούς ανθρώπους; Η λέξη μάλιστα αγάπη από την οποία προέρχεται αυτή της φιλίας μας είναι αγαπητή. Εάν πρόκειται για την προσωπική μας ωφέλεια που επιδιώκουμε την φιλία και όχι το καλό ενός αγαπημένου προσώπου, δεν πρέπει πλέον να μιλάμε για φιλία δεν υπάρχει πλέον παρά ένα είδος συναλλαγής όπου ο καθένας επιδιώκει να κερδίσει. Το πρόβατο αγαπάει τα λιβάδια και τα χωράφια με αυτό τον τρόπο, ωφελείται, οι άνθρωποι αγαπούν και κάνουν φίλους χωρίς όφελος. Πόσο μάλλον αυτό πρέπει να είναι αλήθεια για τους θεούς που δεν έχουν ανάγκες, που έχουν αγάπη μεταξύ τους, και προσέχουν τους ανθρώπους. Εάν δεν ήταν έτσι, γιατί θα ήσαν αντικείμενο λατρείας;

Γιατί θα προσευχόμαστε σ’ αυτούς; Προς τι οι ιερείς να προΐστανται στις θυσίες για τους οιωνούς, για να πάρουν του οιωνούς; Τι σημαίνουν οι ευχές, οι επιθυμίες που ζητάμε από τους θεούς να εισακούσουν.

Αλλά, θα μου επαναλάβεις, ότι ο Επίκουρος έγραψε ένα βιβλίο για την θρησκευτική λατρεία. Είναι ειρωνεία εκ μέρους του και ειρωνεία από έναν συγγραφέα, που επειδή στερείται πνεύματος, δεν του λείπει το θράσος. Ποια θεϊκή πράξη μπορούμε να έχουμε όταν οι θεοί δεν έχουν καμιά ανησυχία για τις ανθρώπινες υποθέσεις; Και εξάλλου πως ένα ζωντανό όν μπορεί να μην έχει ανησυχία για τίποτα; Ο Ποσειδώνιος, ό φίλος όλων μας, είναι αρκετά αληθινός, όταν στο πέμπτο βιβλίο του γα τη φύση των θεών, αναφέρει ότι ο Επίκουρος δεν πίστευε στην ύπαρξη θεϊκών όντων και ότι αυτά που λέει για τους αθανάτους, το λέει για να μην θεωρηθεί ασεβής : δεν ήταν τόσο αλόγιστος, πράγματι, για να φαντάζεται ότι ένας θεός μοιάζει με έναν άνθρωπο αποκλειστικά από τις γραμμές του σώματος, αλλά δεν έχει καμία σωματική σύσταση, ότι έχει μέλη, αλλά δεν τα χρησιμοποιεί, ότι είναι ένα όν χωρίς βάρος και ημιδιαφανές, που δεν κάνει τίποτα για κανέναν, δεν παρέχει καμία υπηρεσία, απόλυτα αδιάφορο, ολοκληρωτικά ανενεργό.

Εν πρώτοις, δεν αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη τέτοιου συνονθυλεύματος χαρακτηριστικών. Ο Επίκουρος το έχει λάβει υπόψη του και το παρακάμπτει κρατώντας μόνο το όνομα. Και μάλιστα παραδεχόμενος, θα πω στη συνέχεια, ότι υπάρχει θεός το κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπάρχει για τους ανθρώπους καμιά ευμένεια, καμιά αγάπη, και λοιπόν ! Το δηλώνω, δεν έχω κανένα μπλέξιμο μαζί του. Γιατί θα του ζητούσα να είναι ευνοϊκός μαζί μου, επειδή σύμφωνα με σας η εύνοια και η αγάπη είναι σημεία αδυναμίας;




Μετάφραση στα Ελληνικά Λεωνίδας Α. Αλεξανδρίδης